Legislator Case Law & Legislation
686/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees, rejecting claims of termination invalidity and procedural errors.

Case Number 686/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on lawyer fees. The appellant argued that the contract was terminated in bad faith and that the appellate court erred by relying solely on witness testimony rather than documents. The court rejected these arguments, holding that the contract was validly terminated upon notice and that the appeal lacked substantive grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment on lawyer fees is inadmissible if it relies on a minor procedural defect or fails to challenge the court's assessment of facts.

Keywords

AI generated
lawyer fees dispute contract termination appeal admissibility witness testimony bad faith claim procedural defect court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 167 of the Civil Code
Article 46, paragraph 3, case (b) of Law 4194/2013
Article 46, paragraph 4 of Law 4194/2013

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 686/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε κοινές προτάσεις με την υπόθεση με αριθμό πινακίου 21 της ίδιας ως άνω δικασίμου. Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΥΔΡΑΥΛΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ Συν. Περιορισμένης Ευθύνης" (Σ.Ε.ΥΔ.Α.Π. ΣΥΝ.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονόμου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/7/2014 και 24/9/2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9/6/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 863/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής, εκδόθηκε η 5202/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων την από 30/12/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 30.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 12420/1238/30.12.2019, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, με αριθμό 5202/16.9.2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά την έκδοση της με αριθμό 863/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προηγουμένη με αριθμό 89/2017 απόφαση του ως άνω Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5202/2019, απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 518/12.2.2016 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης και δέχθηκε (εν μέρει) κατ' ουσίαν την από 8.1.2016 και με αριθμό κατάθεσης 139/8.1.2016 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος -αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της με αριθμό 02/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επίσης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις από 25.7.2014 (και με αριθμό κατάθεσης 89756/233/2014) και από 24.9.2014 (και με αριθμό κατάθεσης 110010/284/2014) αγωγές του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, τις απέρριψε κατ'ουσίαν, δεχόμενο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλε ο εναγόμενος- εφεσίβλητος -αναιρεσίβλητος.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κράτησε την υπόθεση και αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25.7.2014 αγωγή, δεχόμενο την περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένσταση του εναγόμενου -εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου και δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 24.9.2014 αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο -εφεσίβλητο- αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα- αναιρεσείοντα το ποσό των 8.218 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση λόγω της λύσης της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, με καταγγελία αυτής εκ μέρους του ενάγοντος -.εκκαλούντος -αναιρεσείοντος.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος -αναιρεσείοντος έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ήτοι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 30.12.2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στις 2.12.2019, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Α.

Π. Σ., που υπάρχει στο πρώτο φύλλο του προσκομιζόμενου από τον αναιρεσίβλητο αντιγράφου της (άρθρα 68, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική", προκύπτει ότι το ουσιαστικό δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτή ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, διότι διαφορετικά η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 1593/2017).

Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση κατά το διατακτικό της δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007).

Ειδικότερα, μετά την αναίρεση της απόφασης στο σύνολό της, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010).

Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.

Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 698/2012). Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), χωρίς κατά τα λοιπά ν' αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 831/2013, ΑΠ 698/2012).

Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως η περ. δ της παρ. 5 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το νέο Κώδικα Δικηγόρων [ν. 4194/2013 άρθρο 166 παρ. 2 (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013)] συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.

Κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης (δηλαδή το έτος 1991) και με τις οποίες κρίνεται το κύρος αυτής προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των συναλλαγών ενόψει της αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου (άρθρο 2 ΑΚ), η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 1219/2019, ΑΠ 863/2018).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1 και 2 και 92 Α παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο 92 Α προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, συνάγεται ότι τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του, σε περίπτωση δε που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ο δικηγόρος να αμείβεται για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια αντιμισθία ή με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 308/2017).

Εξάλλου, με το άρθρο 42 εδαφ. α του ισχύοντος από 27.9.2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), το οποίο εν προκειμένω εφαρμόζεται ως εκ της χρονικής διάρκειας της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης, ορίζεται ότι: "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζει τη γένεση ή να επάγεται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και είχε διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ανωτέρω διάταξη.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που έχει έντονο το χαρακτήρα δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους (Ολ ΑΠ. 10/2012, ΑΠ 2118/2017, ΑΠ 1270/2015).

Τέτοια περίπτωση καταχρηστικής άσκησης υπάρχει όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του είναι σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και την καθορίζουν μεγαλύτερη, ζητεί παρ' όλα αυτά από τον εντολέα του (που αγνοεί το γεγονός αυτό και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του) και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, για μεγάλο χρονικό διάστημα, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της σύμβασης και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία (ΑΠ 2118/2017, ΑΠ 1270/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ούτε αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται για τη συνδρομή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1703/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 145/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τις ένδικες, από 25-7-2014 και από 24-9-2014 αγωγές (με αριθμούς κατάθεσης 89756/233/2014 και 110010/284/2014, αντίστοιχα), επικαλούμενος ότι είναι δικηγόρος από το έτος 1981 και ότι το έτος 1991 συνήψε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε αποκλειστικά ως δικηγόρος του για να του παρέχει νομικές υπηρεσίες, αντί μηνιαίας σταθερής αμοιβής, η οποία ανερχόταν σε 100.000 δραχμές για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1994, αυξανομένη έκτοτε και ανερχομένη κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2003 έως την άσκηση των ένδικων αγωγών σε 587 ευρώ.

Ότι οι ως άνω μηνιαίες αμοιβές που του καταβάλλονταν, υπολείπονταν της νόμιμης μηνιαίας αντιμισθίας, την οποία δικαιούταν βάσει της κείμενης νομοθεσίας και η οποία ανερχόταν σε 1.941 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2012 και μετά την ισχύ του ν. 4093/2012 και κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο ομοίως σε 1.941 ευρώ.

Ότι ο εναγόμενος του οφείλει για διαφορές μηνιαίων αντιμισθιών, διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας για τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του έτους 2009 έως και τον Ιούλιο του έτους 2014 το συνολικό ποσό των 114.597 ευρώ. Ότι, επίσης, του οφείλει για τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές της ίδιας χρονικής περιόδου το ποσό των 19.153 ευρώ, καθώς και ότι πρέπει να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιγραφόμενης ηθικής του βλάβης.

Με βάση το ιστορικό αυτό και για τις ως άνω αιτίες ζήτησε με την πρώτη από 25-7-2014 αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 148.750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής. Περαιτέρω, με τη δεύτερη, από 24.9.2014, αγωγή, ο ενάγων -αναιρεσείων, επικαλούμενος την ίδια άνω σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και την από τον ίδιο καταγγελία της την 17.9.2014, για τους λόγους που παραθέτει και που αναφέρονται σε υπαιτιότητα των οργάνων του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, ζήτησε ο τελευταίος να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 36.879 ευρώ ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 19.410 ευρώ ως περιοδική καταβλητέα αμοιβή του για τη χρονική περίοδο από τον Ιούλιο 2014 έως τον Απρίλιο του 2015, λόγω μη καταβολής της ως άνω αποζημίωσης κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.

Επί των αγωγών εκδόθηκε η με αριθμό 2/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού τις συνεκδίκασε και δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με παγία αντιμισθία, στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του εναγομένου -αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και απέρριψε και τις δύο αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, [ο αναιρεσίβλητος, αν και νίκησε, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ως προς την αιτιολογία, κατ' άρθ. 516 παρ. 2 ΚΠολΔ] επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 89/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτή το Εφετείο έκρινε ότι με κακή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με παγία αντιμισθία, καθότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος - αναιρεσείων πληρωνόταν χωριστά κατ' αποκοπή για τις υποθέσεις του εναγομένου-εφεσιβλήτου-εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού που αναλάμβανε και, κατόπιν αυτού, απέρριψε κατ' ουσία την 8.1.2016 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσία την (αντίθετη) από 12.2.2016 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσία και τις δύο αγωγές με αυτή την αιτιολογία.

Κατά της 89/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ο ενάγων- αναιρεσείων άσκησε την από 9.7.2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 863/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά παραδοχή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης περί αντιφατικών αιτιολογιών της ως προς τον χαρακτήρα της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια, με κλήση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Τούτο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5202/2019, απόφασή του, συμμορφούμενο προς την αναιρετική απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις από 8.1.2016 και από 12.2.2016 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθμό 2/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 12.2.2016 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου και δέχθηκε (κατά ένα μέρος) ως ουσιαστικά βάσιμη την από 8.1.2016 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος.

Στη συνέχεια εξαφάνισε τη με αριθμό 2/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε τις από 25.7.2014 και από 24.9.2014 αγωγές. Ως προς την από 25.7.2014 αγωγή το Εφετείο δέχθηκε ότι το έτος 1991 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με μηνιαία πάγια αντιμισθία, που εξ αρχής ήταν μικρότερη της νόμιμης, η οποία (νόμιμη) από το έτος 2003 μέχρι και την 12.12.2012 ανερχόταν σε 1.941 ευρώ και ότι μετά την 12.12.2012, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4093/2012, στον οποίο δεν υφίσταται διάταξη για ελάχιστη αντιμισθία των δικηγόρων στον ιδιωτικό τομέα, δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων για διατήρηση της μηνιαίας πάγιας αντιμισθίας του ενάγοντος -αναιρεσείοντος στο ποσό των 1.941 ευρώ.

Περαιτέρω δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος- αναιρεσείοντος να ζητεί τις διαφορές μεταξύ της νόμιμης και της καταβληθείσας πάγιας αντιμισθίας του και των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και τις ασφαλιστικές του εισφορές και, κατόπιν αυτού, απέρριψε την από 25.7.2014 αγωγή.

Ως προς τη δεύτερη, από 24.9.2014, αγωγή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματά της, με τα οποία ζητούνται: α) η κατά το άρθρο 46 παρ. 3 εδαφ. (β) του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" προσαύξηση της προβλεπόμενης στο εδάφιο (α) της ως άνω παραγράφου του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 αποζημίωσης, και β) η κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ίδιου νόμου καταβολή του ποσού των 19.410 ευρώ, για μηνιαίες πάγιες αντιμισθίες του ενάγοντος-αναιρεσείοντος που αφορούν την χρονική περίοδο από τον Ιούλιο του 2014 μέχρι και τον Απρίλιο του 2015, κατά την οποία δεν του έχει καταβληθεί η αιτουμένη αποζημίωση.

Κατά τα λοιπά το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την από 24.9.2014 αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα -εκκαλούντα- αναιρεσείοντα το ποσό των 8.218 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 24.9.2014 αγωγής, ως αποζημίωση του άρθρου 46 παρ. 3 εδαφ. (α) του ν.4194/2013.

Ο ενάγων- αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του πρώτου λόγου αναίρεσης επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 92 Α του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων" και του άρθρου 281 ΑΚ, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι, με βάση τις παρατιθέμενες παραδοχές της, το ασκηθέν με την από 25.7.2014 αγωγή δικαίωμά του να ζητήσει την καταβολή των διαφορών μεταξύ της νόμιμης πάγιας αντιμισθίας του και της καταβληθείσας από τον αντίδικό του μικρότερης αμοιβής, καθώς και την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών για τη χρονική περίοδο από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014, ασκείται καταχρηστικά.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και εκκαλών - εφεσίβλητος (και ήδη αναιρεσείων) είναι δικηγόρος Αθηνών από το έτος 1981.

Ο εναγόμενος και εφεσίβλητος - εκκαλών (και ήδη αναιρεσίβλητος) είναι συνεταιρισμός που έχει ως μέλη του εργολάβους υδραυλικούς και ως σκοπό την εμπορία και μεταπώληση σ' αυτούς διαφόρων ειδών σχετικών με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Το έτος 1991 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος συνεταιρισμός προσέλαβε τον ενάγοντα για να του παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες, αντί σταθερής μηνιαίας αμοιβής, η οποία αρχικά συμφωνήθηκε στο ποσό των 100.000 δραχμών και μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές ανήλθε, το 2003, στο ποσό των 587 ευρώ στο οποίο παρέμεινε σταθερή μέχρι το χρόνο άσκησης των αγωγών.

Με βάση την ίδια ως άνω συμφωνία των διαδίκων, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα και κάθε άλλο ποσό που αφορούσε στα έξοδα που πραγματοποιούσε ο τελευταίος για λογαριασμό του (εναγομένου) κατά τη διενέργεια των δικαστικών ή άλλων ενεργειών στο πλαίσιο της επίδικης διαρκούς εντολής, το οποίο (ποσό εξόδων) ο ενάγων ενσωμάτωνε στις εκδιδόμενες από τον ίδιο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, προσθέτοντάς το στο ως άνω σταθερό ποσό της αμοιβής του.

Μόνο δε το ποσό της συμφωνημένης αμοιβής του ο ενάγων συνέχισε να το λαμβάνει και κατά το χρόνο κατά τον οποίο αδυνατούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο λόγω τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα (από το Νοέμβριο 2007 μέχρι το Σεπτέμβριο 2008). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι διάδικοι δεν είχαν αναγγείλει την ως άνω σύμβαση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, όπως είχαν υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 63 Α παρ. 8 και 9 του ν.δ. 3026/1954.

Η παράλειψη, ωστόσο, της αναγγελίας αυτής δεν καθιστά άκυρη τη σύμβαση, αλλά επισύρει ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις [...]. Πέραν των ανωτέρω, στην περίπτωση της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, όπως εν προκειμένω, τα κατώτερα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο και σ' αυτήν περιλαμβάνονται βασική αμοιβή, επιδόματα εορτών και αδείας, μέρος των ασφαλιστικών εισφορών του δικηγόρου κλπ [...].

Οι διάδικοι, όμως, από την αρχή συμφώνησαν στην καταβολή μόνο των παραπάνω αποδοχών του ενάγοντα, χωρίς να τις συναρτήσουν με όσα ορίζονται για τα κατώτερα νόμιμα όριά τους ή τα ως άνω επιδόματα και τις εισφορές. Τα εκάστοτε ποσά τα οποία ο εναγόμενος κατέβαλλε στον ενάγοντα ως μηνιαία αντιμισθία καθ' όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο τελευταίος προσέφερε τις υπηρεσίες του και ειδικά στο επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2009 μέχρι 31-7-2014), ήταν πάντοτε χαμηλότερα των κατά το νόμο κατώτερων ορίων, ενώ ουδέποτε του κατέβαλλε τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ή επιδόματα εορτών και αδείας.

Οι κατώτερες αυτές μηνιαίες αποδοχές, με βάση τα έτη δικηγορίας του ενάγοντα και την προσωπική του κατάσταση (έγγαμος με δύο παιδιά), ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι και την 12-12- 2012, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4093/2012, ο οποίος δεν περιλαμβάνει σχετική διάταξη για ελάχιστη αντιμισθία των δικηγόρων στον ιδιωτικό τομέα, σε 1.941 ευρώ.

Εντούτοις, αν και ο ενάγων λάμβανε χαμηλότερα των ελάχιστων νομίμων ποσά για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν αποδεικνύεται ότι διαμαρτυρήθηκε στους εκπροσώπους του εναγομένου, ούτε ότι τους όχλησε ή ότι διεκδίκησε τις νόμιμες αποδοχές του. Αποδεικνύεται μεν ότι, κατά καιρούς, είχε ζητήσει την αναπροσαρμογή της συμφωνημένης μηνιαίας αντιμισθίας του από το καταβαλλόμενο ποσό των 587 ευρώ στο ποσό των 800 ευρώ ή αργότερα στο ποσό των 1.300 ευρώ (τα οποία, επίσης, υπολείπονταν του ως άνω ποσού των 1.941 ευρώ), αλλά τούτο παρέμενε πάντοτε στο στάδιο μίας συζήτησης με την προηγούμενη διοίκηση του εναγομένου, δηλαδή, τους εκπροσώπους του πριν από το έτος 2013, με τους οποίους διατηρούσε και προσωπικές φιλικές σχέσεις, η οποία (συζήτηση) παρέμενε ενημερωτική της επιθυμίας, άλλως της ευχής του, για αυξημένη αμοιβή, χωρίς να δύναται να θεωρηθεί όχληση ή διεκδίκηση, αφού πάντοτε πειθόταν ότι ο εναγόμενος αντιμετώπιζε οικονομική δυσκολία για να συμφωνήσει σε αύξηση της αμοιβής του και ο ίδιος (ο ενάγων) υπαναχωρούσε από την εν λόγω διαπραγμάτευση.

Για πρώτη δε φορά, διεκδίκησε τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές του με την από 25-7-2014 αγωγή του, ενώ, μετά την άρνηση του εναγομένου να του καταβάλει αναδρομικά τις διαφορές των αμοιβών του ή να συμφωνήσει την αναπροσαρμογή τους για το μέλλον, ο ίδιος κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, την 17η-9-2014. Ο ενάγων, ως δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, γνώριζε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του, αλλά και τις υποχρεώσεις του εναγομένου, ειδικότερα δε γνώριζε ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή του για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του ήταν υψηλότερη από αυτή που είχε συμφωνήσει και λάμβανε από τον εναγόμενο, ενώ, όμως, (εννοείται τη γνώριζε) και τη συνομολόγησε και την αποδέχθηκε και την εισέπραττε για μακρό χρονικό διάστημα ανεπιφύλακτα.

Από την άλλη πλευρά, οι εκπρόσωποι του εναγομένου δεν είχαν τις ειδικές νομικές γνώσεις ώστε να αντιλαμβάνονται το εύρος των υποχρεώσεών τους από την ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και τις συνέπειες αυτών. Πόσω μάλλον όταν είχαν αναθέσει αυτήν ακριβώς τη νομική ενημέρωση και κάλυψή τους στον ενάγοντα.

Επομένως, η διεκδίκηση από τον ενάγοντα των ποσών που ζητά με την από 25.7.2014 αγωγή του (α αγωγή) ως διαφορές μεταξύ των πράγματι καταβληθεισών και των ελάχιστων νόμιμων, παρίσταται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματός του. Έχοντας εισπράξει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα (περί την εικοσαετία συνολικά, αλλά και καθ' όλο τον επίδικο χρόνο), χωρίς αντίρρηση, μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της σύμβασης και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του -εναγόμενο ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου δε μία πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία, καθιστά την άσκηση της (α') αγωγής του καταχρηστική.

Πρέπει, δηλαδή, να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση του εναγομένου, την οποία αυτός παραδεκτά πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και νόμιμα κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος, περί καταχρηστικής άσκησης των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντα που αφορούν στην αναδρομική αναζήτηση των νομίμων διαφορών των αμοιβών του, ως και ουσιαστικά βάσιμη και, συνεπεία τούτου, να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία η α' (από 25-7-2014) αγωγή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονταν στον πρώτο λόγο της από 8.1.2016 έφεσής του και, συνακόλουθα, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία αυτό κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και των άρθρων 63 παρ. 4 και 92 Α του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικα περί Δικηγόρων", αλλά και των άρθρων 361 ΑΚ και 44 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013) που εφαρμόζονται στην προκειμένη υπόθεση ως εκ του χρόνου σύναψης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και της χρονικής διάρκειας αυτής.

Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος -αναιρεσείοντος να ζητήσει με την από 25.7.2014 αγωγή του τις διαφορές των αποδοχών του (συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας) για τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του έτους 2009 μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2014 και τις ασφαλιστικές του εισφορές των ετών 2009, 2010, 2011, 2012 και 2013.

Τούτο διότι προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απόρριψη ως καταχρηστικής της από 25.7.2014 αγωγής, με την οποία ζητούντο τα ως άνω κονδύλια κατά τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντα Κώδικα Δικηγόρων.

Κρίθηκε, δηλαδή, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ότι η άσκηση των αξιώσεων του ενάγοντος-αναιρεσείοντος για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας και για ασφαλιστικές εισφορές προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού έγινε δεκτή μακροχρόνια προηγηθείσα συμπεριφορά τούτου, από την οποία προκλήθηκε στον εναγόμενο -αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό εύλογη πεποίθηση ότι δεν υφίσταται υποχρέωσή του για την καταβολή των εν λόγω αξιώσεων, σε τρόπο ώστε η μετά ταύτα επιδίωξή τους να δικαιολογεί την παραδοχή αυτή.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδαφ. α και 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του με τον τίτλο "Συγκεκριμένα", με το οποίο πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου των εγγράφων, που με επίκληση ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 46 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013) ορίζονται τα εξής: " (2) Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση η διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί το δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο.

Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή. 3 (α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.

Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δυο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, στ) με επτά μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ενδεκαετή υπηρεσία, ζ) με οκτώ μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δωδεκαετή υπηρεσία, η) με εννέα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας, θ) με δέκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατέσσερα έτη υπηρεσίας, ι) με ένδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαπέντε έτη υπηρεσίας και ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας.

Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα. (β) Γι' αυτούς που απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα προϋπηρεσία πάνω από δεκαεπτά έτη κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α 18) καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο οποτεδήποτε και αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία:

α) για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση, β) για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση, γ) για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση, δ) για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση, ε) για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση, στ) για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση, ζ) για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση, η) για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση, θ) για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση, ι) για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση, ια) για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση, ιβ) για 28 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 12 μηνών αποζημίωση.

Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ 12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013. (4.) Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας.".

Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 2, 3 και 4 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), όπως ισχύουν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής (δηλαδή την 17.9.2014) συνάγονται τα εξής: Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στην παράγραφο 2 του άρθρου 46 λόγους του ν. 4194/2013, όπως ισχύει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η από τον έμμισθο δικηγόρο καταγγελία της (εδαφ.

δ). Αν η έμμισθη εντολή δικηγόρου λυθεί με καταγγελία από τον εντολοδόχο δικηγόρο, για να οφείλεται σε αυτόν η προβλεπόμενη από την περίπτωση (α) της παραγράφου 3 του άρθρου αποζημίωση, πρέπει η καταγγελία αυτού να γίνεται για λόγο που αφορά σε πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εντολέα, διότι κατά την ως άνω διάταξη ρητά εξαιρείται του δικαιώματος καταβολής αποζημίωσης η περίπτωση της "οικειοθελούς αποχώρησης" του εντολοδόχου δικηγόρου.

Η προσαυξημένη αποζημίωση της περίπτωσης (β) της παραγράφου 3 του άρθρου 46 του ως άνω Κώδικα καταβάλλεται, υπό τις σε αυτήν καθοριζόμενες προϋποθέσεις, μόνον όταν η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής γίνεται εκ μέρους του εντολέα του έμμισθου δικηγόρου, διότι στη συγκεκριμένη διάταξη γίνεται ρητή αναφορά σε "αποζημίωση απόλυσης" και σε εντολοδόχους δικηγόρους οι οποίοι "απολύονται".

Τέλος, το δικαίωμα του έμμισθου δικηγόρου να λαμβάνει την αμοιβή του μέχρι την πλήρη σε αυτόν καταβολή της αποζημίωσης, υφίσταται μόνο στην περίπτωση που η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα λύεται με καταγγελία από τον τελευταίο, καθόσον στην παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα επίδοσης (εννοείται σε αυτόν) του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής (πρβλ.

ΑΠ 734/2018, ΑΠ 23/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ' αρχήν, επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ακόλουθη κατά λέξη παραδοχή: "[...] και αληθή υποτιθέμενα όσα εκτίθενται στην εν λόγω αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών -εφεσίβλητος δεν δικαιούται ούτε την αποζημίωση απόλυσης του εδαφίου της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου (εννοείται του άρθρου 46 του ν. 4194/2013, όπως ισχύει), εφόσον στο κρινόμενο δικόγραφο γίνεται σαφής λόγος για καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του ενάγοντα, έστω για λόγους που αφορούν στο νομικό πρόσωπο του εναγομένου και λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων του τελευταίου [...]" υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού θα έπρεπε να κάνει δεκτή την από 24.9.2014 (δεύτερη) αγωγή του καθ' ολοκληρίαν και όχι μόνο κατά το κονδύλιο που αφορά την αποζημίωση της περίπτωσης (α) της παραγράφου 3 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013, θεωρώντας την καταγγελία ουσιαστικά εκ μέρους του εντολέα του ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ.

Επιπλέον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ευθέως παραβίασε το νόμο, επικαλούμενος ότι, αν και εφάρμοσε την υποπερίπτωση ια της περίπτωσης α της παραγράφου 3 του άρθρου 46 του ν.4194/2013, δεν εφάρμοσε την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου του ίδιου νόμου και ότι σε κάθε περίπτωση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδαφ.

γ του εφαρμοζόμενου Κώδικα Δικηγόρων (εννοεί το ν. 3026/1954), ισχυριζόμενος ότι θα έπρεπε να δεχθεί ότι, ακόμη και με την εκδοχή μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους, μοναδική συνέπεια της έλλειψης θα ήταν η υποχρέωση του εναγομένου -αναιρεσίβλητου να συνεχίσει την προς τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα καταβολή της πάγιας αντιμισθίας του μέχρι την εξόφληση της αποζημίωσης, η οποία δεν έχει καταβληθεί.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 24.9.2014 αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα κρίσιμα για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου σημεία τους, προκύπτουν τα εξής: Με την από 24.9.2014 (δεύτερη) αγωγή ο ενάγων -αναιρεσείων, αφού αναφέρεται στην ίδια, όπως στην από 25.7.2014 (πρώτη του) αγωγή, συναφθείσα το έτος 1991 σύμβαση παροχής στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νομικών υπηρεσιών με σταθερή μηνιαία αμοιβή υπολειπόμενη της νόμιμης, περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, επειδή μετά την επίδοση της από 25.7.2014 αγωγής, με την οποία ζητούσε την οφειλόμενη διαφορά μεταξύ της νόμιμης και της καταβαλλόμενης αμοιβής του για τα τελευταία πέντε χρόνια, ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος τον παραγκώνισε επιδεικτικά ως δικηγόρο, δεν του ανέθεσε υπόθεση, δεν του ζήτησε να παρευρεθεί σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, δεν του κατέβαλε τη μηνιαία αμοιβή του για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2014 και χρησιμοποίησε τον νεοπροσληφθέντα δικηγόρο για τις τρέχουσες υποθέσεις του και τα νομικά ζητήματα, με αποκορύφωμα τη με δικαστικό επιμελητή κοινοποιηθείσα ανάκληση της εντολής, που του είχε δοθεί από δεκαετίας στην υπόθεση κατά του πρώην λογιστή του, την προτεραία της κατά την 16.9.2014 εκδίκασης της έφεσης, ο ενάγων -αναιρεσείων με την από 17.9.2014 καταγγελία του, την οποία κοινοποίησε την ίδια ημέρα με δικαστικό επιμελητή στον εναγόμενο- αναιρεσίβλητο, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περ.

δ του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 (νέου Κώδικα Δικηγόρων) και κάλεσε τον αντίδικό του να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα, πράγμα που ο εναγόμενος- αναιρεσίβλητος δεν έχει πράξει. Με βάση το ως άνω ιστορικό και επικαλούμενος αφενός τη μετά την ισχύ του ν. 4093/2012 μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί καθορισμού της μηνιαίας του αμοιβής στο ποσό των 1.941 ευρώ και αφετέρου τις διατάξεις των παραγράφων 3 περ.

α και β και 4 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των 36.879 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και το ποσό των 19.410 ευρώ για τις μηνιαίες αποδοχές που δικαιούταν τη χρονική περίοδο από τον Ιούλιο του έτους 2014 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2015, κατά την οποία δεν του καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης (ήτοι ζήτησε την καταβολή του συνολικού ποσού των 56.289 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της από 24.9.2014 αγωγής.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τη νομική βασιμότητα των ως άνω αιτουμένων κονδυλίων της (δεύτερης) αγωγής, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη, ως προς την κρίση επί του παραδεκτού και νόμιμου της β αγωγής (από 24.9.2014), αυτή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη ως προς όλα τα αιτούμενα με αυτή κονδύλια, δηλαδή αναφορικά τόσο με την αιτούμενη αποζημίωση του εδαφίου α [ορθότερο περίπτωσης (α)] του άρθρου 46 (εννοείται του ν. 4194/2013) όσο και με την αποζημίωση απόλυσης του εδαφίου β [ορθότερο περίπτωσης (β)] της ίδιας αυτής παραγράφου, αλλά και αναφορικά με την αξίωση για την ελάχιστη μηνιαία καταβλητέα περιοδική αμοιβή της παραγράφου 4 του ίδιου ως άνω άρθρου.

Ωστόσο [...] υπό την προϋπόθεση ότι τα ιστορούμενα στο υπό κρίση δικόγραφο περιστατικά είναι αληθινά, η ως άνω υπό (β) αγωγή είναι νόμιμη μόνον όσον αφορά στην αιτούμενη αποζημίωση του εδαφίου α της παραγράφου 3 του άρθρου 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή την αποζημίωση που οφείλεται στον εντολοδόχο δικηγόρο σε οποιαδήποτε περίπτωση λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής (πλην της οικειοθελούς αποχώρησης), καθόσον η προκειμένη περίπτωση στηρίζεται στην πραγματική βάση της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εκ μέρους του ενάγοντα -εντολοδόχου δικηγόρου (ήδη αναιρεσείοντα) για λόγους που αφορούσαν στον εναγόμενο-συνεταιρισμό -εντολέα του (ήδη αναιρεσίβλητο).

Αντίθετα, όμως, και αληθή υποτιθέμενα όσα εκτίθενται στην εν λόγω αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών -εφεσίβλητος δεν δικαιούται ούτε την αποζημίωση απόλυσης του εδαφίου β της παραγράφου 3 ούτε την παροχή των οφειλομένων μηνιαίων αποδοχών μέχρι την εξόφληση της αποζημίωσης απόλυσης της παραγράφου 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, εφόσον στο κρινόμενο δικόγραφο γίνεται σαφής λόγος για καταγγελία της επίδικης σύμβασης εκ μέρους του ενάγοντα, έστω και για λόγους που αφορούν στο νομικό πρόσωπο του εναγομένου και λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων του τελευταίου.

Επομένως, η (β) αγωγή είναι, κατά το κεφάλαιό της που τείνει να θεμελιώσει ευθύνη του εναγομένου για καταβολή της ως άνω αποζημίωσης απόλυσης και των αιτουμένων μηνιαίων αποδοχών λόγω μη εξόφλησης αυτής, νομικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς τα αντίστοιχα αιτούμενα κονδύλια, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.[...]".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 2 εδαφ. δ, 3 περ. (α) και (β) και 4 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013, οι οποίες αναπτύσσονται στην προηγηθείσα σκέψη και οι οποίες και μόνο ίσχυαν κατά το χρόνο της εκ μέρους του αναιρεσείοντος από 17.9.2014 καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, δεδομένου ότι με το άρθρο 166 παρ. 2 του ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013) ορίζεται ρητά ότι από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων όπως αυτός κυρώθηκε με το ν. 3026/1954.

Συνεπώς, ο προεκτεθείς δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από το εκτεθέν περιεχόμενο της από 24.9.2014 αγωγής δεν προκύπτει ότι ο ενάγων -αναιρεσείων -δικηγόρος στήριξε το δικαίωμά του να λάβει:

α) την προβλεπόμενη στην περίπτωση (β) της παραγράφου 3 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 αυξημένη αποζημίωση και β) τις κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ίδιου νόμου μηνιαίες του αποδοχές μέχρι την πλήρη εξόφληση της αιτούμενης αποζημίωσης σε εκ μέρους του εναγομένου -αναιρεσίβλητου -εντολέα του καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έμμισθης εντολής, η οποία (καταγγελία) υπερβαίνει τα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται στον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, αλλά, αντίθετα, τη θεμελίωσε στην εκ μέρους του ιδίου αναιρεσείοντα καταγγελία αυτής, στην οποία προέβη εξαιτίας των περιγραφόμενων στην ένδικη αγωγή περιστατικών.

Επομένως, και το σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο παραβίασε ευθέως το νόμο, αφού θα έπρεπε να κάνει δεκτή τη δεύτερη αγωγή του καθ' ολοκληρία, "θεωρώντας την καταγγελία ουσιαστικά εκ μέρους εντολέα του ως καταχρηστική του άρθρου 281 ΑΚ", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι στηρίζεται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που δεν περιλαμβάνονται στην από 24.9.2014 αγωγή και, συνακόλουθα, δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Επιπλέον, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι: "και με δεδομένο ότι μέχρι την έκδοση της άνω απόφασης ο συνεταιρισμός υπαιτίως δεν μου κατέβαλε την νόμιμη επιδικασθείσα αποζημίωση από καθαρά λόγους εκδικήσεως και κακοβουλίας, συνάγεται ότι κατήγγειλε υπαιτίως ο εντολέας μου τη σύμβαση και δεν χρειάζεται να αποδείξω την υπαιτιότητά του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής".

Τούτο, διότι κατά τα ως άνω εκτιθέμενα στην από 24.9.2014 αγωγή η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία λύθηκε με την επίδοση της από 17.9.2014 καταγγελίας της από τον αναιρεσείοντα -εντολοδόχο δικηγόρο, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 167 του ΑΚ, η ως άνω καταγγελία, ως δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, έχει νομική ενέργεια αφότου περιέρχεται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται (ΑΠ 1219/2019).

Συνεπώς, οποιαδήποτε μεταγενέστερη της από 17.9.2014 καταγγελίας νομική ενέργεια του εναγομένου -αναιρεσίβλητου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ήδη λυθείσα ένδικη σύμβαση. Τέλος, και το σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζει κατά λέξη ότι: " Για την στήριξη των παραδοχών του το εφετείο δεν αναφέρεται σε έγγραφα, αλλά μόνο στην κατάθεση του μάρτυρα του συνεταιρισμού στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στις ένορκες βεβαιώσεις δύο μαρτύρων αυτού, τις οποίες θεωρεί "πειστικές"", είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι αφενός ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, γεγονός που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αφού τα ως άνω αιτήματα της από 24.9.2014 αγωγής (δηλαδή τα αιτήματα περί καταβολής της αυξημένης αποζημίωσης της παραγράφου 3 περιπτ. (β) του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 και περί καταβολής της ex lege "ποινής" της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου) απορρίφθηκαν από το Εφετείο ως μη νόμιμα και αφετέρου με το συγκεκριμένο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 30.12.2019 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 12420/1238/30.12.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5202/16.9.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ