Legislator Case Law & Legislation
686/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company due to procedural defect and lack of evidence.

Case Number 686/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a lower court ruling in a traffic accident case. The appellants argued for a different factual finding regarding the road conditions and vehicle trajectory, but the court found their arguments based on evidence evaluation to be inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 KPolD; Art. 561 no. 1 KPolD: The Supreme Court must examine sua sponte whether a party's absence was due to a procedural defect or a failure to participate properly; if the absence is justified, the court proceeds to the hearing, but appeals challenging the factual evaluation of evidence are inadmissible as they violate the principle of finality.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility procedural defect evidence evaluation finality of judgment legal costs traffic accident insurance liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 561 no. 1 KPolD
Art. 495 para. 3 letter b' KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 686/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Σ. χας Μ. Μ., το γένος Σ. Κ., 2) Φ. Μ. του Μ., κατοίκων ... και 3) Τ. χας Τ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπότσαρη.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Σ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Δ. του Σ., κατοίκου ... και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, εκ των οποίων το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2008 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Φ. Μ. του Μ. (2ος ως άνω - ήδη ενηλικιωθείς) και Φ. Μ. του Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), της ήδη 3ης αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-2-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι, με την κρινόμενη από 23-4-2018 αίτηση - κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων επαναφέρεται προς συζήτηση η από 8-2-2016 (αρ. κατ. 7/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), η οποία είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 16-3-2018, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Ήδη με την ένδικη από 23-4-2018 κλήση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 23, σύμφωνα με την κάτω από την κλήση Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τις υπ' αρ. …92Δ και ….93Δ/4-10-2018 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης, Ε.

Γ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες - καλούντες, προκύπτει, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, Θ. Π., οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, η ανωτέρω κλήση κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 1 ΚΠολΔ στους 1ο και 2ο των καθών η κλήση-αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 1ος και 2ος των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες - καλούντες και το 3ο καθού η κλήση - αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία ...

και χάριν συντόμευσης ΕΚ. Επομένως, αφού οι 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Kατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ` αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι` αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ` αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.

Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις -άρθρο 98 του ν. 4139/2013, οπότε η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη για τον απολειπόμενο επισπεύδοντα διάδικο, που δεν παρίσταται, ούτε εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 586/2014, ΑΠ 240/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο η 3η αναιρεσείουσα - καλούσα, η οποία, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης, επισπεύδει μαζί με την 1η και το 2ο των αναιρεσειόντων - καλούντων τη συζήτηση της υπόθεσης, που είχε προσδιοριστεί, με την κάτω από την ένδικη κλήση, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 έως 4 ΚΠολΔ, Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για να συζητηθεί στην σημερινή δικάσιμο, παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Κωνσταντίνου Μπότσαρη, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την ρητή προς αυτόν πληρεξουσιότητα της ανωτέρω 3ης αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη η ανωτέρω αναιρεσείουσα θεωρείται ως δικονομικά απούσα, πλην όμως δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά θα κηρυχθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς αυτήν και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που την συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτήν και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (ΑΠ 195/2014), σύμφωνα με το εδάφιο β' της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της 3ης αναιρεσείουσας, ως προς την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και υπέρ του παρισταμένου 3ου αναιρεσιβλήτου ΕΚ, δεν ορίζεται, διότι η απόφαση ως προς αυτήν δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).

Επισημαίνεται ότι ο 2ος αναιρεσείων, που όπως προκύπτει από το εφετήριο (βλ. 1η σελίδα αυτού), γεννήθηκε στις 23-9-1991 και συνεπώς, ενηλικιώθηκε στις 23-9-2009, (δηλαδή πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της στις 11-1-2016) συνεχίζει παραδεκτά ατομικά πλέον στο όνομά του τη δίκη, που είχε ανοιγεί με την ένδικη από 15-6-2008 αγωγή, στην οποία είχε εκπροσωπηθεί από τη μητέρα του και ήδη 1η αναιρεσείουσα, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού (άρθρο 1510 ΑΚ) και της οποίας η αντιπροσωπευτική εξουσία έπαυσε με την ενηλικίωση, όπως άλλωστε ο 2ος αναιρεσείων δήλωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη από 8-2-2016 (αρ. κατ. 7/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι στις 4-7-2005, στην Εθνική Οδό ..., συνέβη τροχαίο δυστύχημα, κατά το οποίο το με αρ.κυκλοφορίας ...94 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Μ. Μ., στενός συγγενής των αναιρεσειόντων και ειδικότερα, νόμιμος όσο ζούσε σύζυγος της 1ης, πατέρας του 2ου (και γιος της 3ης τούτων, ως προς την οποία η συζήτηση της αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη κατά τα ανωτέρω), συγκρούστηκε με το με αρ.

κυκλοφορίας ...90 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, ιδιοκτησίας του 2ου αναιρεσιβλήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ, στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει το 3ο αναιρεσίβλητο ΕΚ λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής (άρθρο 19 παρ. 1 περ.

δ' Ν. 489/1976). Κατά το δυστύχημα αυτό τραυματίστηκε θανάσιμα ο οικείος των αναιρεσειόντων, καθώς και οι συνεπιβάτες των δύο οχημάτων, που επέβαιναν στη θέση του συνοδηγού και ειδικότερα ο K. T. και ο Π. Χ.. Οι ήδη αναιρεσείοντες (μαζί με άλλους συγγενείς που δεν είναι διάδικοι σήμερα) άσκησαν εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 15-6-2008 (αρ.

κατ. 228/2008) αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων να τους καταβάλουν σε ολόκληρο καθένας τα αναφερόμενα στο αιτητικό της αγωγής τους ποσά, ως αποζημίωση για θετική και αποθετική ζημία, αξιώσεις διατροφής και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 140/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι ο οικείος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για την σύγκρουση των οχημάτων λόγω εισόδου στο αντίθετο, ως προς την πορεία του, ρεύμα κυκλοφορίας.

Οι ενάγοντες άσκησαν στη συνέχεια, την από 30-9-2011 (αρ. κατ. 69/2011) έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας και κατά ουσιαστική παραδοχή του τελευταίου λόγου της έφεσης, αναφορικά με το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτό και περιόρισε τα δικαστικά έξοδα στο ποσό των 1.800 ευρώ για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).

Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 1 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο, είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει. 'Εμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 273/2018, ΑΠ 10/2015, AΠ 349/2014, ΑΠ 772/2014).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι 1η και ο 2ος αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους ερευνάται η αίτηση αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά την ερμηνεία του από 21-5-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού, που είχε καταρτιστεί μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας ...

ΑΕΓΑ, η οποία ασφάλιζε το όχημα του συγγενούς τους Μ. Μ. και των συγγενών του Π. Χ., συνεπιβάτη του οχήματος, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, με το οποίο οι συγγενείς-αντισυμβαλλόμενοι του ως άνω συνεπιβάτη περιόρισαν την απαίτησή τους από το ποσό των 450.000 ευρώ σε 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας των αμοιβαίων αμφιβολιών των συμβαλλομένων στο συμφωνητικό συμβιβασμού για την έκβαση της δίκης, οι οποίες κατά την άποψη των αναιρεσειόντων αφορούσαν το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του συγγενούς τους Μ.

Μ. και ότι συνεπώς, όπως υποστηρίζουν, προέκυπτε αμφιβολία για την πραγματική βούληση των αντισυμβαλλομένων για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, εντούτοις το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 173-200 ΑΚ κατά την ερμηνεία της αληθούς βούλησης των αντισυμβαλλομένων στο συμφωνητικό συμβιβασμού, τους οποίους επομένως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα περί δήθεν αποκλειστικής υπαιτιότητας του οικείου τους, αν και αληθές κατά την άποψή τους είναι ότι αυτός ήταν συνυπαίτιος στην πρόκληση του δυστυχήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται παραδεκτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου 1ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περί των πραγμάτων, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, δέχτηκε τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, καθώς και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, το απεικονιζόμενο περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους αυτών που τις προσκομίζουν (άρθρο 444 αριθμ. 3 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα συνέβη την 4-7-2005 και περί ώρα 16:30 επί της Εθνικής Οδού ..., η οποία διαθέτει δύο ρεύματα κυκλοφορίας με συνολικό πλάτος 10,60 μέτρα. Ο πρώτος εναγόμενος, Σ. Δ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...90, Ι.Χ.Ε. επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας NISSAN MICRA, ιδιοκτησίας του πατέρα του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του, στην τρίτη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", μετά την ανάκληση αδείας της οποίας υπεισήλθε στην θέση της ως διάδοχος αυτής το Επικουρικό Κεφάλαιο, με συνοδηγό-συνεπιβάτη τον Π.

Χ. του Ε., σύζυγο της αδελφής του οδηγού πρώτου των εναγομένων, κινείτο κανονικά στο δεξιό ρεύμα πορείας της άνω οδού, με κατεύθυνση προς τη ….. Στην ίδια οδό με κατεύθυνση προς ….., δηλαδή αντιθέτως προς το άνω όχημα, κινείτο ο θανών Μ. Μ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας της Φ. και του Φ. Μ., υιός της δεύτερης των εναγόντων και αδελφός των λοιπών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...94 ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SCODA και με συνεπιβάτη συνοδηγό τον πρώτο ξάδερφό του, ….

υπηκοότητας, K. T. του A.. Όταν, ο άνω οδηγός έφθασε στο 35° χιλιόμετρο της άνω οδού, επειδή είχε αναπτύξει υπερβολικά μεγάλη ταχύτητα, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, και εισήλθε με το όχημά του, πλαγιολισθαίνοντας σε κατάσταση υπερστροφής, διαγράφοντας μία τοξοειδή πορεία στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το προορισμένο για την κίνηση των οχημάτων με κατεύθυνση τη …..

Μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλη η ταχύτητα του οχήματος, ώστε η ολίσθησή του άρχισε από το δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας προς ….., όπου αρχικά κινείτο, και εισήλθε εκτρεπόμενο στο αντίθετο ρεύμα, διαγράφοντας μία τοξοειδή πορεία προς το ρεύμα πορείας του εναγομένου, με τους εσωτερικούς τροχούς του οχήματός του να διαγράφουν μια πορεία 29,40 μέτρων και τους εξωτερικούς μια πορεία 29,90 μέτρων.

Αποτέλεσμα της κίνησής του αυτής ήταν να επιπέσει με την δεξιά πλευρά του οχήματός του, στην πρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος του δευτέρου εναγομένου. Μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλη η ταχύτητά του και τόσο απρόβλεπτη η κίνησή του, γεγονός που αποδεικνύεται και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, ώστε δεν άφηνε χρονικό περιθώριο στον πρώτο εναγόμενο να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό.

Εξάλλου, λόγω της απρόβλεπτης κίνησής του, δεν ήταν ευχερές στον μέσο συνετό οδηγό να προβλέψει το είδος της κίνησης του θανόντος στο αντίθετο ρεύμα, το πόσο γρήγορα θα πλαγιολισθήσει, καθώς το είδος του ελιγμού, που έπρεπε να ενεργήσει, δεδομένου ότι η πλέον ασφαλής κίνηση θα ήταν να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, όπου ελόχευε ο κίνδυνος να συγκρουσθεί με άλλα οχήματα.

Ούτε μπορούσε να υπολογίσει εξ αρχής, πόσο θα εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα, ώστε να λάβει την σωστή θέση στο οδόστρωμα. Εξάλλου, από τη στιγμή, που αντιλήφθηκε το όχημα του θανόντος, λόγω της κίνησης σε αυτοκινητόδρομο, όπου οι ταχύτητες είναι μεγάλες και τα οχήματα κινούνται αντίρροπα, μέχρι τη στιγμή της συγκρούσεως μεσολάβησαν ελάχιστα δευτερόλεπτα, ώστε ο μέσος συνετός οδηγός να μην δύναται όχι να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, αλλά ούτε καν να συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο (βλ.

το από 5-7-2005 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας). Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το αυτοκίνητο υπέστη μηχανική βλάβη ή βλάβη στο σύστημα τροχοπέδησης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι κανένα μηχανολογικό πρόβλημα δεν είχε το αυτοκίνητο του θανόντος, το οποίο ήταν καινούργιο, είχε κυκλοφορήσει μόλις το προηγούμενο έτος και από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη από τους Π.

Α. και Π. Γ., μηχανικούς αυτοκινήτων, που ορίσθηκαν από το το Τμήμα Τροχαίας …., αποδεικνύεται ότι αυτό δεν είχε μηχανολογικά προβλήματα (βλ. την από 10-7-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των άνω μηχανικών). Εξαιτίας της σφοορότατης σύγκρουσης ο οδηγός Μ. Μ. και οι συνεπιβαίνοντες των δύο i.X.E., K. T. του A.και Π. Χ. του Ε.

τραυματίστηκαν θανάσιμα και εκ των τραυμάτων τους, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός τους. Σημειωτέον ότι η ασφαλιστική εταιρία του θανόντος "..." αποζημίωσε τους οικείους του επιβάτη του οχήματος του εναγομένου, Χ., θεωρώντας αποκλειστικά υπαίτιο της σύγκρουσης τον ασφαλισμένο σ' αυτήν οδηγό. Από τα προαναφερόμενα, αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο θανών, οικείος των εναγόντων, ο οποίος παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.

και όχι, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, οδηγούσε κανονικά στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην κυκλοφορία των αντιθέτως διερχομένων οχημάτων. Αντίθετα η ξαφνική και αναπάντεχη αλλαγή του ρεύματος κυκλοφορίας από τον θανόντα, ακόμη και υποτεθεί ότι αντιλήφθηκε την κίνησή του ο πρώτος εναγόμενος, από απόσταση 150 μέτρων (όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες), γεγονός που δεν αποδείχθηκε, θα χρειαζόταν περί τα 3 δευτερόλεπτα για να επέλθει η σύγκρουση, δύο αντιρρόπως κινουμένων οχημάτων σε Ε.Ο., αν υποτεθεί ότι τα οχήματα κινούνταν με 100 χιλιόμετρα την ώρα, και συνεπώς δεν άφηνε κανένα περιθώριο νια έγκαιρη αντίδραση από μέρους του πρώτου εναγομένου.

Επομένως ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι συνυπαίτιος στο επελθόν ατύχημα, ήταν ο πρώτος εναγόμενος, είναι παντελώς αβάσιμος.

Συνεπώς δεν έσφαλλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητος και κατόπιν απέρριψε την αγωγή και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι εφέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθώς και η κρινόμενη έφεση της στο σύνολό της".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του και αναφορικά με την αιτίαση περί διαπίστωσης κενού στην ερμηνεία της βούλησης των δικαιοπρακτούντων στο συμφωνητικό συμβιβασμού, ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο αυτού, ώστε να είναι αναγκαίο να ανατρέξει στην ερμηνεία της βούλησης των συμβαλλομένων σ' αυτό, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του συγγενούς των αναιρεσειόντων.

Αντίθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση προς ενίσχυση του αποδεικτικού της πορίσματος αναφέρει ως επιχείρημα, που άντλησε από τις αποδείξεις, ότι η ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου οχήματος του συγγενούς των αναιρεσειόντων αποζημίωσε τους συγγενείς του Π. Χ., που ήταν ο συνεπιβάτης στο όχημα που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, διότι θεωρούσε αποκλειστικά υπαίτιο τον ασφαλισμένο της οδηγό - οικείο των αναιρεσειόντων και όφειλε να καλύψει την αστική του ευθύνη έναντι των τρίτων και μάλιστα χωρίς να αναφερθεί ειδικά στο συμφωνητικό συμβιβασμού, εφόσον άλλωστε δεν είχε τέτοια υποχρέωση.

Η από προφανή παραδρομή αναφορά της προσβαλλόμενης στην επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε τον συγγενή των αναιρεσειόντων ως ... αντί ..., δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της, διότι το αποδεικτικό της πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του συγγενούς των αναιρεσειόντων (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αναλυτικά περιγράφει στη σελίδα 4 αυτής και όχι μόνο στο ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού, το οποίο συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση η φράση στο συμφωνητικό συμβιβασμού των τότε συμβαλλομένων (που σημειωτέον δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) με την οποία ορίζεται κατ' ακριβή αντιγραφή "...λόγω αμφιβολιών για την έκβαση της δίκης..." αλυσιτελώς στηρίζει την αιτίαση των αναιρεσειόντων για ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας του Δικαστή ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του συγγενούς τους στην ένδικη δίκη, καθόσον στην πρακτική των συμβιβασμών είναι συνήθης έκφραση για τον περιορισμό των αξιώσεων των δικαιούχων και έτσι να εξοικονομηθεί χρόνος και δικαστική δαπάνη.

Επομένως, το Εφετείο με το να μην προσφύγει στους ουσιαστικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173-200 ΑΚ, εφόσον δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στο συμφωνητικό συμβιβασμού για το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του συγγενούς των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης αυτών, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον 1ο αναιρετικό λόγο που συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 262/2018, ΑΠ 147/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 12 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά την παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...". Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του παραπάνω νόμου 2696/1999 - ΚΟΚ ορίζεται, ότι "...ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία... εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν" (ΑΠ 147/2018).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 804/2017, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015).

Με το 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ σε συνδ. 12 παρ. 1 και 16 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει αποκλειστικά υπαίτιο τον συγγενή τους και να απορρίψει την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του 1ου αναιρεσιβλήτου, που καθ' υποφορά αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά και με λόγο της έφεσής τους, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών και των συνθηκών σύγκρουσης του τροχαίου δυστυχήματος και ειδικότερα, διότι δεν αναφέρει 1) τις συνθήκες κυκλοφορίας που επικρατούσαν στα δύο ρεύματα πορείας, (ορατότητα - κατάσταση της οδού, πυκνότητα κυκλοφορίας), 2) το ανώτατο όριο ταχύτητας στην περιοχή και την ταχύτητα των εμπλακέντων οχημάτων, 3) από ποια απόσταση ο 1ος αναιρεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί, ότι το όχημα του οικείου τους άρχισε να πλαγιολισθαίνει, ζητήματα που, κατά τους αναιρεσείοντες, ήταν κρίσιμα, για να διαπιστωθεί, εάν ο 1ος αναιρεσίβλητος μπορούσε να αντιδράσει με αποφευκτικό ελιγμό και από αμέλεια δεν το έπραξε, με συνέπεια το δικό του όχημα να επιπέσει στο όχημα του οικείου τους, το οποίο δεν εκτράπηκε στο αντίθετο ρεύμα πορείας λόγω της ύπαρξης διαχωριστικής νησίδας, που εμπόδιζε τέτοια εκτροπή.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, όπως έχουν εκτεθεί με αφορμή τον 1ο αναιρετικό λόγο, για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του συγγενούς των αναιρεσειόντων και ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον 1ο αναιρεσίβλητο οδηγό, έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος (κατάσταση της οδού, συμπεριφορά των οδηγών), τα οποία ήσαν επαρκή για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του συγγενούς των αναιρεσειόντων, του οποίου το όχημα λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, που είχε αναπτύξει, εισήλθε στο αντίθετο ως προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή προς …, όπου εκινείτο κανονικά ο 1ος αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχεται με επαρκή αιτιολογία, ότι ο συγγενής των αναιρεσειόντων απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, που είχε αναπτύξει και ότι τούτο άρχισε να πλαγιολισθαίνει στο 35ο χιλιόμετρο, σημείο, όπου σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, που επισκοπείται επιτρεπτά ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, διακόπτεται η διαχωριστική νησίδα, ενώ αιτιολογεί την υπερβολική ταχύτητα λόγω της υπερστροφής και της τοξοειδούς πορείας, που διέγραψαν οι εσωτερικοί τροχοί του ζημιογόνου οχήματος, αλλά και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, από την οποία τραυματίστηκαν θανάσιμα τρεις άνθρωποι.

Επίσης, με πλήρη αιτιολογία δέχτηκε, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος εκινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα στο δικό του ρεύμα πορείας, ενώ με επάλληλη σκέψη, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, δέχτηκε ότι, από τη στιγμή που άρχισε η πλαγιολίσθηση του υπαίτιου οχήματος, ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν είχε τα χρονικά περιθώρια αντίδρασης, διότι η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα του ζημιογόνου αυτοκινήτου ήταν απρόβλεπτη για τον μέσο επιμελή οδηγό, κατ' αντικειμενική κρίση και ότι η μόνη ενδεδειγμένη αποφευκτική κίνηση, που θα μπορούσε να εκτελέσει ο 1ος αναιρεσίβλητος, (με δεδομένο ότι το ζημιογόνο όχημα, με πλαγιολίσθηση, εισερχόταν διαγωνίως στο δικό του ρεύμα), ήταν η είσοδός του στο αντίθετο ως προς την πορεία του ρεύμα, δηλαδή προς …., όπου όμως, ελόχευε ο κίνδυνος να συγκρουστεί με άλλα οχήματα, που εκινούντο κανονικά προς …..

Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης ως προς την πυκνότητα της κυκλοφορίας, την ορατότητα, την ταχύτητα του 1ου αναιρεσιβλήτου, το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος προς …., προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, εφόσον αιτία της σύγκρουσης είναι η είσοδος του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο, εάν ο συγγενής των αναιρεσειόντων δεν είχε εισέλθει, τα δύο οχήματα δεν θα είχαν έλθει σε επαφή, ακόμη και εάν ο αναιρεσίβλητος είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα.

Σε κάθε περίπτωση τυχόν ελλείψεις της αιτιολογίας καλύπτονται από τις λοιπές αιτιολογίες, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης και όλως επικουρικά, οι ανωτέρω αιτιάσεις προβάλλονται απαράδεκτα, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου ουσίας, ως προς την πληρέστερη, κατά την άποψή τους, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ, 12 παρ. 1 και 16 παρ. 4 Ν. 2696/1999 τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ`άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Με τον 3ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος εκ μέρους του συγγενούς τους, χωρίς να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων 1) την από 10-7-2005 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του με αρ.

κυκλοφορίας ...94 ΙΧΕ αυτοκινήτου του συγγενούς τους, 2) την με ίδια ημερομηνία έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του με αρ. κυκλοφορίας ...90 ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, 3) την από 4-7-2005 έκθεση αυτοψίας με το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, που είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης, τα οποία, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση ελάμβανε υπόψη της, θα κατέληγε σε εντελώς διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και ειδικότερα, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος ήταν εκείνος που προσέκρουσε στο όχημα του συγγενούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έχουν εκτεθεί προηγουμένως, κατ' ακριβή αντιγραφή, προκύπτει ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη του, εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που ειδικά μνημονεύει στη σελίδα 4 της απόφασής του και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση και λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3 και 395 ΚΠολΔ).

Επίσης, από τις από 14-5-2013 κατ' έφεση προτάσεις των αναιρεσειόντων (βλ. σελ. 10 αυτών), στις οποίες έχουν επισυναφθεί παραδεκτά (άρθρ. 240 ΚΠολΔ) και οι πρωτόδικες προτάσεις, προκύπτει, ότι τα αιτιώμενα με τον ερευνώμενο 3ο αναιρετικό λόγο έγγραφα, είχαν προσκομιστεί με αριθμό σχετικού 12, 13, και 14, αντίστοιχα. Ειδικότερα οι από 10-7-2005 (δύο) εκθέσεις τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, με ημερομηνία εγχείρισης στην προανακριτική αρχή 25-7-2005, συντάχθηκαν στα πλαίσια της προανακριτικής διαδικασίας της ποινικής δίκης, κατ' άρθρ. 183 ΚΠΔ και συνιστούν γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το πολιτικό Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 283/2003).

Τα έγγραφα αυτά το Εφετείο τα μνημονεύει ειδικά και τα αξιολογεί στο τέλος της σελίδας 5 της απόφασής του, αν και δεν είχε προς τούτο ειδική υποχρέωση. Επίσης, η έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σ' αυτήν σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, που συντάχθηκαν από την προανακριτική αρχή, αποτελούν δημόσια έγγραφα και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο για το ζήτημα της υπαιτιότητας (ΑΠ 1164/2017, ΑΠ 788/2006) και, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως τούτο ειδικότερα, προκύπτει στη σελίδα 4 της απόφασής του με τη γενική αναφορά, ότι έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα", αλλά και με την ειδική αξιολόγηση του περιεχομένου τους ως προς την κατάσταση της οδού, όπου συνέβη το δυστύχημα, την οποία περιγράφει επίσης αναλυτικά (πλάτος οδοστρώματος, δύο ρεύματα πορείας, θέση και κατεύθυνση οχημάτων), αλλά και την πορεία της πλαγιολίσθησης με αριθμητική αναφορά στην απόσταση, που διέγραψαν οι εσωτερικοί τροχοί του ζημιογόνου αυτοκινήτου, σύμφωνα με όσα επακριβώς έχουν καταχωρηθεί στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας.

Συνεπώς, καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε ειδικά τα ανωτέρω έγγραφα, για τα οποία αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες με τον 3ο λόγο αναίρεσης και ότι κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με την εκδοχή για τις συνθήκες της σύγκρουσης την οποία υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Σε κάθε περίπτωση η άποψη των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία, εάν το Εφετείο εκτιμούσε διαφορετικά τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα, σε απαράδεκτη επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ.

Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι 1η και ο 2ος αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ..., που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς την 3η αναιρεσείουσα - καλούσα, της από 8-2-2016 (αρ. κατ. 7/2016) αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 13/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Απορρίπτει ως προς την 1η και το 2ο των αναιρεσειόντων την από 8-2-2016 (αρ. κατ. 7/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους 1η και 2ο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ..., που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ