Legislator Case Law & Legislation
686/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where new claim of labor strike right was not raised in prior proceedings.

Case Number 686/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision of 2013. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected her claim regarding a labor strike right, which she alleged was inadmissible. However, the court found that this specific claim was never raised in the original lawsuits filed in 2006 and 2007, making it inadmissible for the first time before the appellate court. Consequently, the appeal was rejected as baseless because the lower court correctly applied the law by refusing a claim that had not been legally proposed in the preceding litigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 330, 331 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 14, item alpha; Article 325 of the Civil Code: An appeal based on the inadmissibility of a claim is baseless if the claim was not raised in the prior proceedings and constitutes a new matter not previously litigated.

Keywords

AI generated
res judicata inadmissibility new claim labor strike right appeal dismissal procedural history first instance

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324, 330, 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14, item alpha of the Code of Civil Procedure
Article 325 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 135/2016
Case 1153/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 686/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φιλιππόπουλο που ανακάλεσε τη δήλωσή του για παράσταση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μάρκελλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-9-2006 και 20-11-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2008 και 82/2008 του ίδιου δικαστηρίου και 260/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 5-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, έκτος και εν μέρει τρίτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι σύμφωνα με το νόμο αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας (Α.Π. 135/2016).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (Α.Π. 929/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού, εκτός της ερμηνείας των περί δεδικασμένου διατάξεων, εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Διότι κατά ψευδή ερμηνείαν και εσφαλμένη εφαρμογήν του Νόμου εδέχθη η προσβαλλομένη 260/2013 απόφασις Εφετείου Ναυπλίου ότι δεν υπάρχει δεδικασμένον εκ της υπ’ αριθμ. 400/2007 αποφάσεως Εφετείου Ναυπλίου διότι πρόκειται για διαφορετική ιστορική αιτία αφορά δηλαδή διαφορετικά χρονικά διαστήματα και πραγματικά περιστατικά ενώ έδει να δεχθεί ως σαφώς προκύπτει εκ των προσαχθεισών και προσαγομένων δικαστικών αποφάσεων και δη της υπ’ αριθμ. 400/2007 αποφάσεως Εφετείου Ναυπλίου δι’ ης απερρίφθησαν και οι τρεις (3) λόγοι εφέσεως της αντιδίκου και κατεδικάσθη η αντίδικος εις την πληρωμήν αποδοχών υπερημερίας από 13-1-2005 έως 14-10-2005 και πρόκειται ενταύθα δια αποδοχάς υπερημερίας μεταγενεστέρου χρόνου και έχομεν εν προκειμένω ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των αυτών διαδίκων και της αυτής διαφοράς και πάντα ταύτα επροτάθησαν και ενώπιον των προσαγομένων προτάσεών μου και ενώπιον του Πρωτοδικείου και Εφετείου και είχον ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της δίκης...

Εν προκειμένω υπάρχει ταυτότης ιστορικής αιτίας διότι ζητούνται αποδοχαί υπερημερίας μεταγενεστέρου χρόνου μεταξύ των αυτών διαδίκων και της αυτής διαφοράς ως και ταυτότης νομικής αξίας (αποδοχαί υπερημερίας με προϋπόθεση την ύπαρξη ανακαστικώς δικαιωμάτων που κρίθησαν εις την προηγούμενην δίκην και ουδεμία μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπήρξεν εις την παρούσαν δίκην)".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος δεδομένου ότι για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και τις παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Σε κάθε περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με την... ...-2004 απόφαση της Επιτροπής Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ΟΑΕΔ, Διεύθυνσης Πελοποννήσου, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] στις 23-12-2004 με το... ...-12-2004 έγγραφο της Περιφερειακής Διευθύνσεως Πελοποννήσου του ΟΑΕΔ, η ενάγουσα, η οποία ήταν -κατά το χρόνο κοινοποίησης- 36 ετών, απόφοιτος λυκείου, έγγαμη με τρία τέκνα και κάτοικος Τριπόλεως, τοποθετήθηκε αναγκαστικά, ως προστατευόμενο πρόσωπο ειδικής κατηγορίας κατά τη έννοια του άρθρου 1 παρ. 1α του ν. 2643/1998, έχουσα ποσοστό αναπηρίας 70% εξαιτίας ψυχικής πάθησης, στο εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] για να εργαστεί ως υπάλληλος.

Στις 13-1-2005 η ενάγουσα εμφανίστηκε εμπροθέσμως στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία. Το τελευταίο όμως αρνήθηκε την προσήκουσα και πραγματική προσφορά εργασίας της ενάγουσας, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της τοποθετήσεως της ενάγουσας σ’ αυτό, προσέφυγε δε με την από 17-1-2005 υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...-1-2005 προσφυγή του στη δευτεροβάθμια επιτροπή του άρθρου 10 του ν. 2643/1998, η οποία με την... 210/2005 απόφασή της, που κοινοποίησε στο εναγόμενο με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...23-8-2005 έγγραφό της, απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την τοποθέτηση της ενάγουσας. Σημειωτέον ότι η άσκηση της κατά τα άνω προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης της επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2643/1998.

Με βάση τα προεκτεθέντα η προαναφερόμενη απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής ήταν αμέσως εκτελεστή και υποχρεωτική για το εναγόμενο. Επομένως, αρνούμενο το τελευταίο να δεχθεί την πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας της ενάγουσας με βάση τη μεταξύ των συναφθείσα αναγκαστική σύμβαση εργασίας, καθόσον η απόφαση της επιτροπής αναπληρώνει τη δικαιοπρακτική βούληση του εργοδότη, τελειούται δε αυτή (σύμβαση εργασίας) με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού για την ανάληψη υπηρεσίας...

περιήλθε σε υπερημερία και συνεπώς υποχρεούτο κατά το άρθρο 656 Α.Κ. να καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα άσκησε την από 15-9-2005 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία κρίθηκε τελεσίδικα με την... 400/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και με την οποία επιδικάστηκαν στην ενάγουσα μισθοί υπερημερίας, καθώς και αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα 2005 για το χρονικό διάστημα από της εμφανίσεώς της προς ανάληψη υπηρεσίας (13-1-2005) έως την επίδοση της ανωτέρω αγωγής της (14-10-2005), ενώ απορρίφθηκε το αίτημά της για επιδίκαση των σχετικών κονδυλίων για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα έως 13-1-2006 και η οποία (απόφαση) κατέστη αμετάκλητη με την... 77/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου...

Στη συνέχεια... με την... 49/2005-09-06/1-9-2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, το τελευταίο τοποθέτησε την ενάγουσα ως εισπράκτορα των λεωφορείων του, καλώντας την και προφορικώς στις 7-9-2005 να εκπαιδευτεί προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2005, πλην όμως η ενάγουσα απέκρουσε την προσφορά κάθε θέσης εργασίας (εισπράκτορος, εργατοτεχνίτριας ή βοηθητικού προσωπικού) με την από 20-10-2005 εξώδικη δήλωσή της προς αυτό (εναγόμενο), αξιώνοντας να τοποθετηθεί αποκλειστικά στα γραφεία του εναγομένου στην Κόρινθο.

Περαιτέρω το εναγόμενο κάλεσε εκ νέου (προφορικώς) την ενάγουσα να παρουσιαστεί στις 11-9-2006 προκειμένου να εργασθεί στα εκδοτήρια εισιτηρίων του στην Αθήνα, πλην όμως η ενάγουσα αρνήθηκε με τις κοινοποιηθείσες προς αυτό από 15-9-2006 και 20-9-2006 εξώδικες δηλώσεις της. Ισχυρίζεται εν προκειμένω η ενάγουσα ότι η απασχόλησή της ως εισπράκτορος λεωφορείων του εναγομένου, αφενός δεν θα ήταν νόμιμη, καθόσον η ίδια τοποθετήθηκε ως υπάλληλος και όχι ως εισπράκτορας στην επιχείρηση ΚΤΕΛ του νομού Κορινθίας, επίσης δεν είχε την νόμιμη ηλικία (ήταν 36 ετών, ενώ απαγορεύεται η πρόσληψη ατόμου άνω των 35 ετών στη θέση αυτή), αφετέρου λόγω της κατάστασης της υγείας της δεν δύναται να απασχοληθεί στο πόστο αυτό.

Όμως η ενάγουσα δεν έχει στο σημείο αυτό τη διακριτική ευχέρεια να επιλέγει και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας της, αφού το δικαίωμα αυτό να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού ανήκει στον εργοδότη στα πλαίσια του γενικότερου διευθυντικού του δικαιώματος για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του...

Επίσης όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας που αφορά την ηλικία της (ότι δηλαδή η απασχόλησή της ως εισπράκτορα λεωφορείων του εναγομένου δεν θα ήταν νόμιμη, αφού κατά τον χρόνο της τοποθέτησής της είχε υπερβεί το 35° έτος της ηλικίας της), τονίζεται ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αναφέρεται στις κρινόμενες αγωγές, αλλά προβάλλεται το πρώτον με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά την εκδίκαση των υποθέσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου...

Όμως το γεγονός αυτό της ηλικίας της δεν αποδεικνύεται ότι ήταν γνωστό στο εναγόμενο ούτε ότι είχε περιέλθει σε γνώση του τελευταίου κατά το χρόνο τοποθέτησής της. Σε κάθε περίπτωση δε η ενάγουσα όφειλε να προσέλθει στο εναγόμενο για να αναλάβει υπηρεσία μετά τις συνεχείς όπως ήδη αναφέρεται οχλήσεις του τελευταίου προς αυτήν και στη συνέχεια να προβάλει νόμιμα, μέσω της υπηρεσίας της, τις τυχόν ενστάσεις της σχετικά με την τοποθέτησή της ως εισπράκτορα και την ηλικία της.

Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της ότι τα προβλήματα υγείας της είναι τέτοια που δεν θα της επέτρεπαν να απασχοληθεί ως εισπράκτορας, ο οποίος σημειωτέον είναι υπάλληλος κατά την έννοια του νόμου. Αντίθετα, όπως προκύπτει και από την υπ’ αριθ.

πρωτ. .../29-10-2004 βεβαίωση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Τριπόλεως, "...Ως έχει σήμερα (29-10-2004) είναι σε καλή κατάσταση και είναι κατάλληλη για να εργαστεί, πράγμα που θα βοηθήσει και για την περαιτέρω αποθεραπεία της", απορριπτομένου σχετικού λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Συνεπώς κατά τα... αναφερόμενα επίδικα χρονικά διαστήματα (από 15-10-2005 έως 13-1-2006, 13-1-2006 έως 13-1-2007 και 13-1-2007 έως 13-1-2008) η ενάγουσα με την ως άνω συμπεριφορά της δεν ανταποκρίθηκε στις προσκλήσεις της εναγόμενης εργοδότιδος να προσέλθει και αναλάβει εργασία αλλά επιπλέον εκδήλωσε σαφώς την πρόθεσή της να μην προσέλθει να αναλάβει υπηρεσία στο εναγόμενο και ως εκ τούτου δεν παρείχε στο εναγόμενο πραγματική και προσήκουσα υπηρεσία, με συνέπεια να αρθεί η υπερημερία της εργοδότιδος ανώνυμης εταιρείας και να περιέλθει έκτοτε η ίδια η ενάγουσα σε υπερημερία, απορριπτομένου του συναφούς λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου...

Περαιτέρω η εκκαλούσα ισχυρίζεται με σχετικό λόγο έφεσης ότι τα επίδικα χρονικά διαστήματα (από 15-10-2005 έως 13-1-2006, από 13-1-2006 έως 13-1-2007 και από 13-1-2007 έως 13-1-2008) καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την... 400/2007 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον με την ως άνω απόφαση κρίθηκε η έννομη σχέση (αναγκαστική σύμβαση εργασίας) που υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων (διαδίκων), υπό την αυτή ιδιότητα (εργαζομένη, εργοδότης), για το ίδιο αντικείμενο (υπερημερία εργοδότη), την ίδια νομική αιτία, η οποία πηγάζει όμως σε διαφορετική ιστορική αιτία, αφορά διαφορετικά χρονικά διαστήματα και πραγματικά περιστατικά που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατάλυσαν (την έννομη σχέση) κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον τέταρτο και τελευταίο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο ο μισθωτός (ενάγουσα) έναντι του εργοδότη της (εναγόμενου) αντέταξε την ένσταση επισχέσεως της εργασίας της για το λόγο ότι δεν της είχαν καταβληθεί οι οφειλόμενες αποδοχές για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, λεκτέα τα ακόλουθα...

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με τις υπό κρίση αγωγές της αξιώνει αποδοχές υπερημερίας, ισχυριζόμενη ότι η εργοδότρια Α.Ε. (...) κατέστη υπερήμερη καθόσον αρνείται να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες μολονότι μεταξύ τους είχε συναφθεί έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Δηλαδή ουδαμού αναφέρει σ’ αυτές ότι άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας προκειμένου να της καταβληθούν μισθοί υπερημερίας για τα επίδικα χρονικά διαστήματα.

Τον ως άνω ισχυρισμό προέβαλε το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες επί λέξει αναφέρει: "έτι περαιτέρω και προς αποφυγήν πάσης αμφισβητήσεως, και επί της προφορικής δηλώσεως του αντιδίκου να αναλάβω άλλην υπηρεσίαν εκτός υπαλλήλου ... ήσκησα και το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας μου λόγω αξιολόγου καθυστερήσεως των οφειλομένων και καθυστερουμένων αποδοχών μου από 13-1-2005 έως 20-10-2005"...

Με τον τρόπο όμως αυτό εισάγει νέο πραγματικό ισχυρισμό, που διαφοροποιεί την ιστορική βάση της αγωγής, απαραδέκτως σύμφωνα με τα άρθρα 223, 224 Κ.Πολ.Δ... Επομένως ο ισχυρισμός της εκκαλούσης και αντίστοιχος λόγος έφεσης περί υπερημερίας του εναγομένου εργοδότου λόγω ασκήσεως εκ μέρους της του δικαιώματος επισχέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν τις συνεκδικασθείσες δύο εφέσεις της αναιρεσείουσας κατά των αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τις οποίες είχαν απορριφθεί οι από 18-9-2006 και 20-11-2007 αγωγές της κατά της αναιρεσίβλητης (που είχαν ως αίτημα την καταβολή σ’ αυτήν μισθών υπερημερίας λόγω μη αποδοχής από την εναγομένη εργοδότιδά της των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών της) ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της κατά παράβαση του νόμου παραδοχής ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αντίθετα δέχθηκε ότι με την 400/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η αναιρεσίβλητη εργοδότρια είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας κατά το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση της τελευταίας προς ανάληψη υπηρεσίας (13-1-2015) μέχρι την επίδοση της προηγούμενης αγωγής της (14-10-2005) αλλά ότι σε χρόνο μεταγενέστερο του ανωτέρω τελεσιδίκως κριθέντος ως χρόνου υπερημερίας της εργοδότριας, ήτοι από τις 15-10-2005 και εφεξής, η αναιρεσείουσα απέκρουσε τις προσκλήσεις της αναιρεσίβλητης για ανάληψη υπηρεσίας και κατέστη πλέον αυτή υπερήμερη.

Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας μεταξύ των κριθέντων από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση και των κριθέντων με την προσβαλλομένη, ο προαναφερθείς (πρώτος) λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του, τέταρτο και πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και με τους τρίτο κατά το τέταρτο σκέλος του και πέμπτο κατά το δεύτερο σκέλος του ότι στερείται νόμιμης βάσης.

Όμως για τη θεμελίωση της πρώτης από τις πιο πάνω πλημμέλειες (παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν (αναφέρονται αορίστως οι διατάξεις "του Νόμου 2643/98 ως και του Προεδρικού Διατάγματος 246/2006" στο δεύτερο λόγο, "του ισχύν Νόμου Κανονισμού της αντιδίκου" στον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο και "του Νόμου ως και του ισχύν Νόμου έχοντος Κανονισμού της αντιδίκου" στους τέταρτο και πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους) ούτε το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω αορίστως αναφερομένων διατάξεων.

Εξάλλου για τη θεμελίωση της δεύτερης από τις πιο πάνω πλημμέλειες (παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) δεν εκτίθεται σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, πλην της αόριστης αναφοράς "και εν προκειμένω έχομεν... στέρησιν νομίμου βάσεως ως και αντιφατικών δικαιολογιών άλλοτε ότι γνώριζε ή δεν εγνώριζε την ηλικίαν μου...", η οποία όμως αντίφαση δεν έχει σχέση με ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω.

Τέλος για τη θεμελίωση όλων των ανωτέρω λόγων αναίρεσης δεν παρατίθενται, όπως θα έπρεπε για να είναι ορισμένοι, οι κρίσιμες εν προκειμένω παραδοχές της προσβαλλομένης.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "...δεν έλαβεν υπόψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της δίκης ότι ήμην κατά τον χρόνον της τοποθετήσεώς μου άνω των 35 ετών και απαγορεύεται εκ του ισχύν νόμου κανονισμού της αντιδίκου η πρόσληψις τινός ως εισπράκτορος άνω των 35 ετών και πάντα ταύτα προσεκομίσθησαν και προσάγονται προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως δείκνυται εκ των προσαγομένων προτάσεών μου και έχοντα ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της δίκης".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα ήταν κατά το χρόνο της τοποθέτησής της άνω των 35 ετών, ηλικία στην οποία δεν επιτρέπεται η πρόσληψή της ως εισπράκτορος, δεν αρκεί για την εξειδίκευση του συγκεκριμένου ισχυρισμού (αγωγικού ή άλλου), για τη θεμελίωση του οποίου είχαν προταθεί τα περιστατικά αυτά.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, ο ισχυρισμός που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί με τα περιστατικά αυτά, λήφθηκε υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκε κυρίως μεν ως απαράδεκτος για το λόγο ότι δεν περιεχόταν στις αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας (όπου πράγματι αναφερόταν μόνο ότι κατά την τοποθέτησή της ήταν ηλικίας 36 ετών και όχι ότι δεν επιτρεπόταν από τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης να ασκήσει καθήκοντα εισπράκτορος) αλλά προτάθηκε για πρώτη φορά με έγγραφη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επικουρικά δε ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (Α.Π. 1153/2010). Στην προκειμενη περίπτωση ο τρίτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. (και συγκεκριμένα ότι άλλοτε δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ηλικία της αναιρεσείουσας και άλλοτε ότι δεν την γνώριζε), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα με αυτόν δεν επικαλείται αντιφάσεις στο διατακτικό της προσβαλλομένης αλλά στο σκεπτικό της.

Αλλά, και αν ο λόγος αυτός εκτιμηθεί ως ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., και πάλι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι αφορά ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα και δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά τα προεκτεθέντα, επί πλέον δε και για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως κατά την απόρριψη των ερειδομένων στην ίδια διάταξη τρίτου κατά το τέταρτο σκέλος του και πέμπτου κατά το δεύτερο σκέλος του λόγων αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη του άρθρου 325 του Α.Κ. απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της ότι υφίστατο εν προκειμένω υπερημερία της εναγομένης λόγω άσκησης του δικαιώματός της για επίσχεση εργασίας. Ο λόγος αυτός (πράγματι από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των από 18-9-2006 και 20-11-2007 αγωγών της αναιρεσείουσας επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτές η τελευταία δεν είχε ισχυρισθεί ότι είχε ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, για το λόγο δε αυτό ο σχετικός ισχυρισμός της, ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ορθώς απορρίφθηκε από το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτος. Επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-2-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας Α. Μ. για αναίρεση της 260/2013 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ