Legislator Case Law & Legislation
686/2015 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal on foreign currency debt conversion to local currency under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 686/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of the appeal against a final judgment regarding a maritime cargo insurance claim. The appellant argued that the lower court erred by ruling on a debt in foreign currency instead of converting it to Greek drachmas as required by law. The court held that since the underlying obligation arose from Greek law and was pursued in Greece, the claimant must receive the equivalent value in local currency at the time of loading, not the original foreign amount. Consequently, the appeal was granted, the lower decision was annulled, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: When a foreign currency debt is pursued in Greece under Greek law, the court must rule on the equivalent value in Greek currency at the time of loading, not the original foreign sum.

Keywords

AI generated
foreign currency debt conversion to local currency maritime cargo insurance Article 559 Civil Procedure Code remittitur for retrial subrogation claim Greek law application

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 686/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... CARRIERS CO. S.A.", που εδρεύει στον ... της Δημοκρατίας του ... και διατηρεί την κύρια εγκατάσταση αυτής στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δευκαλίωνα Ρεδιάδη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "IF P&C ... LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό και Δημήτριο Βούτσινο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 4/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/11/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 6/2/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 387/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε την από 27-4-2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 281/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί ερήμην αυτής την από 4-12-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία, ισχυριζόμενη ότι, μετά την απώλεια του υπό της αναιρεσείουσας ως εκναυλώτριας μεταφερομένου θαλασσίως φορτίου, κατέβαλε το ασφάλισμα προς τη δικαιούχο ασφαλισμένη εταιρεία, πωλήτρια και ναυλώτρια και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία, άλλωστε, της τα εκχώρησε, είχε ζητήσει, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι αυτή (αναιρεσείουσα) υποχρεούται να της καταβάλλει το ποσό των 2.823.051,33€ δολλαρίων Η.Π.Α., άλλως το ισόποσο αυτών σε ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής νομιμοτόκως και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και πάλι την αγωγή κατά το κύριο αίτημά της και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005,7/2006).

Mε το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, με το νόμο 2107/1992 κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 "για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές", όπως τροποποιήθηκε με τα πρωτόκολλα της 23-2-1968 και 23-12-1979 (Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ) και συνεπώς οι κανόνες της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/1986/2001, αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται στην Ελλάδα από την 26-6-1993 α) για όλες τις θαλάσσιες μεταφορές που εκτελούνται με φορτωτική και τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης ανήκουν σε διαφορετικά κράτη και β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμανιών είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι (άρθρα 1 περ.β’ , 2 παρ.1 και 3 παρ.1, 5 παρ.2 και 10 παρ.2 και 3 του ν.2107/1992 (ΑΠ 376/2008)).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 εδ.β, 4β της άνω Διεθνούς Σύμβασης, όπως η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του από 23-2-1968 Πρωτοκόλλου των Βρυξελλών και το άρθρο 4β προστέθηκε με το άρθρο 3 του ως άνω Πρωτοκόλλου, συνάγεται ότι ο θαλάσσιος μεταφορέας ευθύνεται για απώλεια ή μερική βλάβη των πραγμάτων κατά το χρόνο της μεταφοράς και ότι σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης αυτών σε θαλάσσια μεταφορά οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ενδιαφέρον επί του φορτίου, είναι, δηλαδή, αυτός, που ζημιώνεται από την απώλεια ή βλάβη του, δικαιούται να στραφεί κατά του θαλάσσιου μεταφορέα και να αξιώσει αποζημίωση, το μέτρο της οποίας θα υπολογίζεται με βάση τη χρηματιστηριακή ή αν δεν υπάρχει τέτοια, την τρέχουσα ή τη συνήθη αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και κατά το χρόνο που εκφορτώνονται από το πλοίο ή που θα έπρεπε να είχαν εκφορτωθεί, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς. (ΑΠ 928/2011).

Με την άνω διάταξη, δηλαδή, καθορίζεται το μέτρο υπολογισμού της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας από την απώλεια ή βλάβη του φορτίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 297εδ α ΑΚ "ο υπόχρεως σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2842/2000 Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 974/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ, με το οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή ως εθνικό νόμισμα (αρθ.2 α.ν. 362/1945), προκύπτει ότι κάθε αξίωση για αποζημίωση που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς χαρακτήρα, είτε δηλαδή προέρχεται από τη μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση προϋφισταμένης ενοχής είτε πηγάζει από αδικοπραξία, πρέπει από 1-1-2002 να προσδιορίζεται σε ευρώ, το οποίο και μόνο δικαιούται να ζητήσει αυτός που αξιώνει την αποζημίωση, αφού στη διάταξη του άρθρου 297 εδ.α’ ΑΚ, ως χρήμα νοείται το εθνικό νόμισμα, δηλαδή από 1-1-2002 το ευρώ χωρίς καμία διάκριση ή επιφύλαξη. (ΑΠ 1203/2010).

Σύμφωνα δε με αυτή τη γενική αρχή του άρθρου 297 εδ.α’ ΑΚ, η άνω αποζημίωση από την απώλεια ή βλάβη του μεταφερομένου φορτίου, υπολογιζόμενη κατά τις άνω διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης, οφείλεται σε ημεδαπό νόμισμα, χωρίς η φύση της τελευταίας ως χρηματικής οφειλής να αλλοιώνεται στην περίπτωση που ο τόπος προορισμού των πραγμάτων βρίσκεται στην αλλοδαπή.

Ειδικότερα, επί της τελευταίας αυτής περίπτωσης, το γεγονός και μόνο ότι στον αλλοδαπό λιμένα προορισμού (τόπο εκφόρτωσης) οι αξίες εκφράζονται και συνεπώς και η αποκαταστατέα αξία του φορτίου στο αντίστοιχο αλλοδαπό νόμισμα, κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσης, δεν μεταβάλλει τη ρύθμιση του άρθρου 297 εδ.

α ΑΚ, ούτε τη φύση της, από τις παραπάνω αιτίες, ενοχής του θαλάσσιου μεταφορέα, αφού και τότε η επιδιωκόμενη στην Ελλάδα αποζημίωση, είτε με καταψηφιστική είτε με αναγνωριστική αγωγή, για την αποκατάσταση από αυτόν της ζημίας του δικαιούχου του φορτίου, όπως οι παραπάνω διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης τη συγκεκριμενοποιούν και περιορίζουν, με βάση τους σταθερούς παράγοντες, που καθιερώνουν, δηλαδή, την προβλεπόμενη σ’ αυτές αξία των πραγμάτων στον τόπο και το χρόνο της έναρξης της εκφόρτωσης, είναι καταβλητέα σε ευρώ και ειδικότερα στο αντίστοιχο σ’ αυτό ποσό του αλλοδαπού νομίσματος με βάση τη μεταξύ τους ισοτιμία κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο της εκφόρτωσης.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της ασφαλιστικής υποκατάστασης, όταν δηλαδή ο ασφαλιστής κατέβαλε στον δικαιούχο του απωλεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου, το ασφάλισμα και υποκατασταθείς στα δικαιώματα αυτού έναντι του υπευθύνου εκναυλωτού, υποχρέου σε αποκατάσταση της ζημίας, στρέφεται, κατ’ άρθρο 14 παρ.1 του ν.2496/1997, κατά του τελευταίου ή και με βάση σύμβαση εκχώρησης των δικαιωμάτων του δικαιούχου του φορτίου έναντι του εκναυλωτού και επιδιώκει την αναγνώριση ή καταβολή της αποζημίωσης και τούτο διότι ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στην αξίωση του ασφαλισμένου και δικαιούχου του απωλεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου έναντι του εκναυλωτού, η οποία, λόγω μη εκπλήρωσης ή μη κανονικής εκπλήρωσης υπό του τελευταίου της αρχικής παροχής της θαλάσσιας μεταφοράς του φορτίου στον τόπο προορισμού, διαμορφώθηκε σε αξίωση αποζημίωσης, το μέτρο της οποίας υπολογίζεται, κατά τα παραπάνω, και ως αποζημίωση, επιδιωκόμενη στην Ελλάδα πρέπει να ζητείται σε ευρώ, ασχέτως αν αυτός (ασφαλιστής) κατέβαλε το ασφάλισμα στο ζημιωθέντα σε αλλοδαπό νόμισμα (ΑΠ 972/1997).

Ενόψει δε του ότι η άνω αξίωση του ασφαλιστή αποτελεί αξίωση αποζημίωσης από ζημία που επήλθε από τη μη εκπλήρωση ή μη κανονική εκπλήρωση της σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται, κατά τον παραπάνω τρόπο, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι πρόκειται για επιδίωξη συνομολογημένης χρηματικής παροχής σε αλλοδαπό νόμισμα από σύμβαση διεθνούς συναλλαγής (ΑΠ 698/2006), ώστε δεν είναι δυνατή η, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, επιδίωξή της αναγνώρισής της και ούτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 291 ΑΚ και 6 του ν. 5422/1932 ο οποίες καθιερώνουν μόνο την υποχρεωτική πληρωμή στην Ελλάδα της χρηματικής οφειλής που έχει έγκυρα συνομολογηθεί σε ξένο νόμισμα σε εγχώριο νόμισμα με βάση την επίσημη ισοτιμία του ξένου νομίσματος κατά το χρόνο πληρωμής περί της οποίας δεν πρόκειται.

Ενόψει δε αυτώ είναι χωρίς έννομη επιρροή το γεγονός ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περιορίσθηκε μόνο στο αναγνωριστικό αίτημα αφού και η αναγνωριστική απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την έκταση και την ύπαρξη της απαίτησης η οποία όταν πρόκειται για απαίτηση αποζημίωσης κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 297 ΑΚ αναγκαίως συνδέεται κατά την αναγνωριστική επιδίκαση της με το νόμισμα στο οποίο ανάγεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και του δικογράφου της αγωγής, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία, εδρεύουσα στη ..., στην από 4-12-2008 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εξέθετε ότι η ομοίως εδρεύουσα στη ...

εταιρεία με την επωνυμία "UN 14 ... AB" πώλησε με τη ρήτρα CIF στις αναφερόμενες στην αγωγή εταιρείες που εδρεύουν στην ..., συνολικά 9.700,053κ.μ. ξυλείας, αντί συνολικού τιμήματος 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, ότι προκειμένου να μεταφερθεί το πιο πάνω εμπόρευμα από τα λιμάνια Skarmas και Holmsund της ...στο λιμάνι της ... στην ..., όπου επρόκειτο να εκφορτωθεί και παραδοθεί στις αγοράστριες παραλήπτριες εταιρείες, η άνω πωλήτρια εταιρεία ανέθεσε τη μεταφορά του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, που εδρεύει στον ...

αλλά διατηρεί κύρια έδρα στην Αθήνα, δυνάμει σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς, ότι οι άνω ποσότητες ξυλείας φορτώθηκαν στο υπό ελληνική σημαία πλοίο "..." και εκδόθηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή φορτωτικές, στις οποίες αναγράφηκε ως "φορτώτρια" η πωλήτρια και ναυλώτρια εταιρεία, στη θέση "παραλήπτης" αναγράφηκε "εις διαταγήν" και ως ειδοποιούμενο μέρος οι αγοράστριες εταιρείες, ότι το άνω πλοίο απέπλευσε από το τελευταίο λιμάνι φόρτωσης της ...

στις 8-1-2008 με προορισμό το λιμάνι της εκφόρτωσης της ... στις 23-1-2008, πλην όμως στις 15-1-2008, εξαιτίας του ότι αυτό ήταν πριν από την έναρξη του ταξιδιού από αμέλεια των προστηθέντων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας αναξιόπλοο και περαιτέρω εξαιτίας του ότι τα ίδια πρόσωπα παρέλειψαν να φορτώσουν και στοιβάσουν το φορτίο επ’ αυτού κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την ευστάθειά του, βυθίστηκε κατά τη διάρκεια του πλου, με αποτέλεσμα την ολική απώλεια του μεταφερόμενου φορτίου ξυλείας, ότι, ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής αυτού, η συνήθης αξία των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας, ανερχόταν στον τόπο εκφόρτωσης (...) και κατά το χρόνο εκφόρτωσης (23-1-2008) στο ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, ότι αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) με συμβάσεις που είχε καταρτίσει με την πωλήτρια - φορτώτρια - ναυλώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη είχε ασφαλίσει κατά παντός κινδύνου από την παραπάνω θαλάσσια μεταφορά το μεταφερόμενο φορτίο ξυλείας, ότι μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου αυτή κατέβαλε στις 27-2-2008 στην άνω αντισυμβαλλόμενη της, η οποία, κατά τα αναφερόμενα, ως κομίστρια των φορτωτικών, ήταν η δικαιούχος του ασφαλίσματος, το ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, ότι με την καταβολή του ασφαλίσματος αυτή υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει της από 27-2-2008 σύμβασης εκχώρησης μεταξύ τους, στα δικαιώματα της τελευταίας από την απώλεια του μεταφερομένου φορτίου έναντι της υποχρέου προς αποζημίωση εκναυλώτριας, εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και ζήτησε (μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλλει νομιμοτόκως κυρίως το ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, που αντιστοιχεί στη συνήθη αξία του απωλεσθέντος φορτίου στον τόπο και κατά το χρόνο της εκφόρτωσης κατά τη σύμβαση, άλλως το ισάξιο του άνω ποσού σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής.

Το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής, εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο, χωρίς να προσβάλλεται η κρίση του αυτή και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και είχε δεχθεί την αγωγή, έκρινε και πάλι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την άνω αγωγή κατά το κύριο αίτημά της και αναγνώρισε ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως αποζημίωση λόγω απωλείας του επιδίκου φορτίου, αυτούσιο το ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, δεχόμενο ειδικότερα ότι επρόκειτο περί έγκυρης στο εν λόγω αλλοδαπό νόμισμα οφειλής, της οποίας εζητείτο η στην ημεδαπή αναγνώριση και μόνο.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αξίωση δεν συνιστά έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα από διεθνή συναλλαγή, αλλά πρόκειται για καθ’ υποκατάσταση της ασφαλίστριας εκ του νόμου και με βάση σύμβαση εκχώρησης στη αξίωση αποζημίωσης κατά της εκναυλώτριας, λόγω μη εκπλήρωσης υπ’ αυτής της αρχικής παροχής, ήτοι της θαλάσσιας μεταφοράς του φορτίου στον τόπο προορισμού, εξαιτίας της βύθισης του πλοίου από αμέλεια των προστηθέντων της και της απώλειας του, της δικαιούχου αυτού, ως νόμιμης κομίστριας των σχετικώς εκδοθεισών για τη μεταφορά του φορτίου φορτωτικών, πωλήτριας αυτών, το μέγεθος της οποίας συγκεκριμενοποιείται με βάση την εκφραζόμενη σε αλλοδαπό νόμισμα συνήθη αξία αυτών, στον τόπο προορισμού κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσης, το οποίο παραμένει περαιτέρω αμετάβλητο και, εφόσον, όπως δεν αμφισβητείται, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και επιδιώκεται στην Ελλάδα, έστω και με αναγνωριστική αγωγή, για τη νομιμότητα της αγωγής αυτής έπρεπε να ζητηθεί το ισάξιο αυτού σε ημεδαπό νόμισμα κατά τον παραπάνω χρόνο και όχι αυτούσιο το παραπάνω αλλοδαπό νόμισμα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, κατά παράβαση των άνω διατάξεων, έκρινε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη κατά το κύριο αίτημά της, είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτή με το υπ’ αριθ. 13288633/21-11-2012 παράβολο, όπως αυτό αναφέρεται στην υπ’ αριθ. 80/2012 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτής, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (αρθ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 387/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με το υπ’ αριθ. 13288633/21-11-2012 παράβολο.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ