Supreme Court partially allows appeal against land compensation valuation, correcting lawyer fee calculation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Regional Court of the Aegean regarding land compensation valuation. The appellants argued that the lower court incorrectly calculated legal fees and failed to distinguish between residential and non-agricultural properties. The court found the lower court violated the Lawyers' Code by setting a flat fee for the first instance and omitted specific valuations for certain properties, thus overturning the decision in part and remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 109 and 111 of the Lawyers' Code; The court must calculate legal fees according to specific statutory rates for each instance and distinguish property types when determining compensation valuations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 686 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 686/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων- καλούντων : 1. Σ. Σ. του Α., κατοίκου έως και 21. Κ. Β. συζ. Ν., κατοίκου ...
Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Τσολάκo, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Της ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ, ως καθολικής διαδόχου της Πρώην ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΥΚΛΑΔΩΝ, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον Περιφερειάρχη Νοτίου Αιγαίου, κ. Ιωάννη Μαχαιρίδη, κατοικοεδρεύοντα στην Ερμούπολη Σύρου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νομικό Σύμβουλο και Πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Μπάλλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, τις αναταιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και τις κύριες παρεμβάσεις τρίτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση 12/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που καθόριζε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριωθείσες εκτάσεις. Οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 18/9/2008 αίτησή τους (αρ.καταθ. 74/16-10-2008) που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 59/2010 που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη και κατόπιν επανασυζήτησης της υπόθεσης, η 286/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2012αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 666/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν με την από 9-9-2013 κλήση τους οι ανωτέρω αναιρεσείοντες-καλούντες.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 13-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά τα εις το σκεπτικό των πρώτου, τρίτου, πέμπτου και έκτου λόγου της από 25-1-2012 αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση κατά ένα μέρος κατά τα εις το σκεπτικό της υπ' αρ. 286/2011 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 9-9-2013 κλήση εισάγεται σε νέα συζήτηση η από 25-1-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 286/2011 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 666/2013 απόφασης του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ίδιας αίτησης. Με την ίδια κλήση εισάγεται προς συζήτηση μέρος μόνο της προαναφερθείσας αίτησης που αφορά 21 συνολικά εκ των αιτούντων, όπως αναλυτικά προαναφέρονται στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας και αφορούν τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα με αριθ. (ΑΚΔ) 4, 24, 29, 37 και 38, 53, 56, 64, 73 (για 4 δικαιούχους), 74, 89 (για δύο δικαιούχους, 96, 142, 97 και 103, 99, 122 και 136, 124 (για δύο δικαιούχους).
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 17 § 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 §§ 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (§ 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Επίσης στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 13 του ν. 2882/2001 ορίζεται ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 και 2 του π.δ. 24/31.5.1985 (ΦΕΚ Δ 270), καθορίζονται οι όροι, που απαιτούνται για να είναι, κατά κανόνα η κατά παρέκκλιση, άρτια και οικοδομήσιμα τα εκτός ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών κείμενα γήπεδα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 13 § 4 του ΚΑΑΑ προκύπτει, ότι για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου αναγκαίο στοιχείο είναι και αν αυτό είχε πριν από την απαλλοτρίωση, ως δευτερεύοντα έστω προορισμό, την ανοικοδόμηση και πληρούσε τους επιτρεπομένους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση. (Ολ.ΑΠ 14/2011).
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 στοιχ.γ του ΠΔ. 31/1985 (ΦΕΚ Δ 270 1985), "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β".
Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ 1 του Ν. 2971/2001 "περί Αιγιαλού και παραλίας και άλλων διατάξεων" (ΦΕΚ 285/19-12-2001) "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".
Με τη διάταξη αυτή ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειάς του από τη διάνοιξη οδού μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειάς του να ανατρέψει το τεκμήριο για ν'αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 11/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο για την ένδικη απαλλοτρίωση σε σχέση με τις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ'αριθμ.85/2006 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κορθίου Άνδρου, και δημοσιευθεί στο με ημερομηνία 7-3-2007 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας "ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ", που εκδίδεται στο Νομό Κυκλάδων, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων και με δικές της δαπάνες, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού Σταυροπέδας - Ορμού Κορθίου και από τις δύο πλευρές της (τμήμα Απάτια - Όρμος Κορθίου μήκους 3.750 μ.) συνολικής έκτασης εμβαδού 17.736,53 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην ανωτέρω περιοχή.
Η εν λόγω οδός είχε πλάτος 4,50 μ. η οποία μετά την διαπλάτυνσή της, και από τις δύο πλευρές της οδού ανέρχεται περίπου σε 9 μέτρα. Όλη η παραπάνω έκταση αποτυπώνεται με κλίμακα 1:500 στα υπ'ριθμ.ΠΑ1, ΠΑ2, ΠΑ3, ΠΑ4, ΠΑ5, ΠΑ6 και ΠΑ7 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, τα οποία είχε συντάξει ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Χ.
Μ. και έχει νομίμως θεωρήσει ο Διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων Ι. Α. την 25η Νοεμβρίου 2005. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές στην παραπάνω τοποθεσία της Άνδρου, εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμών και εμπίπτουν στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους και χρησιμοποιούνται κυρίως για αγροτικές καλλιέργειες.
Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνονται και τα παρακάτω ακίνητα των αιτούντων, και ειδικότερα: 1) το με αύξ. αριθμ.4 του Κ.Π. φερόμενης ιδιοκτησίας του Σ. Σ., το οποίο είχε εμβαδόν 2.047,66 τ.μ., από το οποίον απαλλοτριώνεται τμήμα 159,26 τ.μ.,2) το με αύξ. αριθμ. 24 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας της Γ. Α.. Πριν από την απαλλοτρίωση το ως άνω ακίνητο που είχε έκταση 4.685,32 τ.μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις για τα εκτός σχεδίου ακίνητα.
Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα 394,17 τ.μ., εξακολουθεί να παραμείνει άρτιο και οικοδομήσιμο, 3) το με αύξ.αριθμ. 29 του ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας του Π. Δ.. Πριν από την απαλλοτρίωση το ως άνω ακίνητο που είχε έκταση 7.760,3 τ.μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 23,10 τ.μ., εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, 4α) το με αύξ. αριθμ.37 του ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας του Π. Σ.. Πριν την απαλλοτρίωση το ως άνω ακίνητο είχε έκταση 12.070,00 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 98,93 τ.μ., εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. 4β) Το με αύξ. αριθμ. 38 του ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας του Π. Σ.. Πριν την απαλλοτρίωση το ως άνω ακίνητο είχε έκταση 24.052,15 τ.μ., και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 270,85 τ.μ., εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, 5) το με αριθμ. 53 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας του Λ.
Α. και Λ. Μ. ως προς την οποία δεν εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 9.900,81 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 300 τ.μ.εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, 6) το με αριθμ. 56 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας του Κ. Γ..
Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 755 τ.μ., και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 58,69 τ.μ., εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, 7) το με αριθμ. 64 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας της Κ.
Χ., πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 510 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 67,05 τ.μ., εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, 8) το με αριθμ. 73 ΚΠ φερόμενης ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι.
Μ. και κατά την αίτηση Ε. Μ. χήρα Ι., Μ. Μ. του Ι., Θ. Μ. του Ι. και Μ. Μ. του Ι. Πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 110,67 τ.μ., εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, 9) το με αριθμ. 74 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας του Τ.
Κ. του Α. εκτάσεως 2.431,43 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 199,43 τ.μ., εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τους όρους δόμησης, 10) το με αριθμ. 89 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας Τ.
Κ. και κατά την αίτηση και της συζύγου του Μ. Β. από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα 38,62 τ.μ.. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 357,80 τ.μ. και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τους όρους δόμησης, 11) το με αριθμό 96 ΚΠ φερόμενης ιδιοκτησίας του Δ. Α. από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα 391,47 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 394,47 τ.μ., και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, 12) το με αριθμό 142 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας Δ.
Λ., από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα 264,19 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 397,47 τ.μ., και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, 13) το με αριθμ. 97 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας Π. Π., από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα 112,47 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 397,47 τ.μ., και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, 14) το με αριθμ. 122 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας Λ.
Θ. και Λ. Κ.-Τ. ως προς την οποία δεν εισήχθη προς συζήτηση η ένδικη αίτηση. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 4.859,43 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 22,69 τ.μ., εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, 15) το με αριθμ. 124 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας Κ.
Ν. και Κ. Β. από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα 151,03 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 1000 τ.μ. και από τα προσκομιζόμενα στοιχεία δεν προκύπτει αν αυτό ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, 16) το με αριθμ. 136 ΚΠ, φερόμενης ιδιοκτησίας Λ. Θ. από το οποίο απαλλοτριώνεται έκταση 68,08 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 190,90 τ.μ.
και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, 17) το με αριθμό 99 ΚΠ με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Δ. Π. του Α.. Το εν λόγω ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση είχε έκταση 423,32 τ.μ. από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα 55,49 τ.μ., Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την απαλλοτρίωση τμήματος 610,04 τ.μ.
από την υπ'αριθμ.91 ΚΠ ιδιοκτησία, του Α. Κ. η εναπομένουσα εκτός απαλλοτριώσεως έκταση από το ακίνητο αυτό 390,27 τ.μ., καθίσταται εντελώς άχρηστη καθότι η ως άνω διαπλατυνόμενη οδός διέρχεται διαγωνίως της εναπομένουσας έκτασης και δημιουργούνται δύο μικρότερα τμήματα αυτής, τα οποία λόγω της μικρής τους έκτασης δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον ως αγροί ή για ανοικοδόμηση.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του αιτούντος ιδιοκτήτη του ως άνω ακινήτου, και να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εν λόγω τμήμα, την οποία καθορίζει σε 25 ευρώ το τ.μ., όσο είναι και η αντικειμενική του αξία, δηλαδή συνολικά 9.756,75 ευρώ (390,27 Χ 25). Επίσης πρέπει να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τις υπ'αριθμ. 96 και 142 του ΚΠ ιδιοκτησίες των Α.
Δ. του Λ. και Λ. Δ. αντίστοιχα, καθότι από το πρώτο εκτάσεως 397,47 τ.μ., απαλλοτριώνεται τμήμα 391 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 6,47 τ.μ., και έτσι αυτή καθίσταται παντελώς άχρηστη για οποιαδήποτε χρήση την οποία (ιδιαίτερη αποζημίωση) καθορίζει σε 50 ευρώ το τ.μ. Ενώ από την δεύτερη ιδιοκτησία (142 ΚΠ) η οποία έχει έκταση 397,47 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση 264,19 τ.μ.
και έτσι η εναπομένουσα εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 133,28 τ.μ. η οποία είναι πολύ μικρή και ακανόνιστου σχήματος καθίσταται εντελώς άχρηστη για οποιαδήποτε χρήση, καθοριζομένης της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εν λόγω ακίνητο σε 40 ευρώ το τ.μ. Ακόμη οι ιδιοκτήτες των παραπάνω ακινήτων με α/α ΚΠ 96 και 142, ιδιοκτησίας των Α.
Δ. του Λ. και Δ. Λ. του Α., αντίστοιχα, δεν ωφελούνται ως παρόδιοι ιδιοκτήτες, αφού όπως προαναφέρθηκε τα απομένοντα τμήματα των ακινήτων τους καθίστανται άχρηστα και συνακόλουθα πρέπει να αποζημιωθούν και για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου τους, για ένα μέρος του οποίου υποχρεώθηκαν σε αυτοαποζημίωση ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες.
Περαιτέρω όμως δεν αποδείχθηκε ότι μετά την απαλλοτρίωση των προαναφερθέντων εδαφικών τμημάτων των ακινήτων των υπόλοιπων αιτούντων, τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ακινήτων τους καθίστανται άχρηστα ή υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους, αφού όπως προαναφέρθηκε, όσα ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, εξακολουθούν και μετά την απαλλοτρίωση να είναι άρτια και οικοδομήσιμα, σε κάθε δε περίπτωση λόγω του μικρού τμήματος τους που απαλλοτριώθηκε, αυτά ως αγροτικά ακίνητα, θα εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται για αγροτικές καλλιέργειες όπως και προηγουμένως.
Επομένως το αίτημα τους με το οποίο ζητούν να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ανωτέρω απαλλοτριουμένων ακινήτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Με την ανωτέρω απόφαση με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση των ακινήτων των αιτούντων, αυτοί (για τους οποίους εισάγεται προς κρίση η ένδικη αίτηση) ως παρόδιοι ιδιοκτήτες υποχρεώθηκαν ως ωφελούμενοι σε αυτοαποζημίωση εδαφικής εκτάσεως και ειδικότερα:
ο πρώτος αυτών (Σ. Σ.) 126,89 τ.μ., η 3η (Α. Γ.) 208,92 τ.μ., ο 4ος (Δ. Π.) 23,10 τ.μ., ο 5ος (Σ. Π. του Α.) για δύο ακίνητα του 54,01 τ.μ. και 134 τ.μ., αντίστοιχα, ο 10ος (Α. Λ.) 300,60 τ.μ., ο 13ος (Γ. Κ.) 53,22 τ.μ, η 19η (Χ. Κ.) 67,05 τ.μ., η 21η, 22η, 23ος και 24η (Ε. Μ., Μ. Μ., Θ. Μ. και Μ. Μ.) 110,67 τ.μ., ο 25ος (Κ. Τ.) 17,90 τ.μ., ο 27ος και 28η (Κ. Τ. και Μ. Β. ήδη συζ. Κ. Τ.) 38,62 τ.μ., ο 31ος (Α.
Δ.) 391 τ.μ., ο 32ος (Λ. Δ.) 108,10 τ.μ., η 33η (Π. Π.) για δύο ακίνητα της 57 τ.μ. και 107,47 αντίστοιχα, ο 340ς (Π. Δ.) 44,63 τ.μ., ο 35ος (Θ. Λ.) και 36η Λ. Κ. Τ. για την οποία δεν εισάγεται προς συζήτηση για δύο ακίνητα τους 22,09 τ.μ. και 44,32 τ.μ. αντίστοιχα, ο 37ος (Ν. Κ.) και 38η (Β. Κ.) 75,48 τ.μ. Επομένως το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1, 3 του Ν.653/1977 τεκμήριο ωφελείας των ακινήτων των αιτούντων, που βρίσκονται κατά μήκος της ανωτέρω οδού που διαπλατύνεται, μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν.2971/2001 είναι μαχητό.
Εν προκειμένω όμως το εν λόγω τεκμήριο δεν ανετράπη καθόσον οι αιτούντες (ως προς τους οποίους εισήχθη για συζήτηση η αίτηση) δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να αποδεικνύεται, ότι τα εν λόγω ακίνητα τους υπέστησαν συνεπεία της εκτελέσεως του παραπάνω έργου, οποιαδήποτε ζημία, ή δεν έχουν όφελος.
Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι πριν την εκτέλεση του έργου σε πολλά σημεία, υπήρχε υψομετρική διαφορά μεταξύ των απαλλοτριωθέντων τμημάτων των ακινήτων των αιτούντων, και της εφαπτόμενης αυτών επαρχιακής οδού, η οποία (υψομετρική διαφορά) εξαλείφθηκε μετά από επιχωμάτωση και έτσι η νέα διαμορφωθείσα οδός βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τα ακίνητα των αιτούντων, τα οποία έχουν όλα πρόσωπο επί της οδού και πρόσβαση σ'αυτή.
Επίσης έγινε ευθυγράμμιση της οδού επί της οποίας υπήρχαν πολλές στροφές και συνακόλουθα τούτου υπήρχε μειωμένο οπτικό πεδίο, και έτσι οι αιτούντες ως παρόδιοι ιδιοκτήτες έχουν ασφαλέστερη είσοδο και έξοδο από τα ακίνητα τους. Ακόμη επί της διαπλατυνθείσης οδού δημιουργήθηκε πεζόδρομος και δενδροφύτευση τούτου, ο οποίος εφάπτεται των ακινήτων των αιτούντων.
Και τέλος όπως προαναφέρθηκε μετά την εκτέλεση του έργου, δεν περιορίζεται η ανοικοδόμηση και αξιοποίηση των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων των αιτούντων (για τους οποίους ερευνάται η αίτηση). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κατά την κρίση του Δικαστηρίου από την εκτέλεση του παραπάνω έργου, αναβαθμίστηκε η περιοχή και η αγοραία αξία των ακινήτων αυξήθηκε και επομένως οι αιτούντες ως παρόδιοι ιδιοκτήτες είναι ωφελούμενοι και συνεπώς υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση των προαναφερθέντων τμημάτων των ακινήτων τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την διαπλάτυνση της εν λόγω οδού.
Άλλωστε και η επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001στις από 2-11-2009 επικαλούμενες και προσκομιζόμενες σχετικές εκθέσεις της, ομόφωνα αποφαίνεται ότι από την κατασκευή του προαναφερθέντος έργου, υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας για τα ανωτέρω ακινήτων των αιτούντων. Επομένως το αίτημα τους, (για όσους εισάγεται προς συζήτηση) με το οποίο ζητούν να αναγνωρισθεί ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφελείας υπέρ των ακινήτων τους και ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Η αντικειμενική αξία των υπόψη ακινήτων όπως αυτή προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έντυπα προσδιορισμού που έχουν εκδοθεί από την Κτηματική Υπηρεσία Κυκλάδων ανέρχεται ως ακολούθως: 1) Για την υπ'αριθμ. 4 του ΚΠ ιδιοκτησία ανέρχεται συνολικά σε 1449,26 ευρώ, 2) για την υπ'αριθμ. 24 ΚΠ ιδιοκτησία σε 3.586,94 ευρώ, 3) για την υπ'αριθμ. 29 ΚΠ ιδιοκτησία ανέρχεται συνολικά σε 210,21 ευρώ, 4) για την υπ'αριθμ. 37 ΚΠ ιδιοκτησία σε 900,26 ευρώ, 5) για την υπ'αριθμ. 53 ΚΠ ιδιοκτησία (που δεν εισάγεται ως προς την εμφανιζόμενη ιδιοκτήτρια Λ.
Μ. χήρα Γ. αλλά μόνο ως προς τον Λ. Α. του Γ.), σε 1768,82 ευρώ, 6) για την υπ'αριθμ. 56 ΚΠ ιδιοκτησία σε 534,07 ευρώ, 7) για την υπ'αριθμ. 64 ΚΠ ιδιοκτησία σε 610,15 ευρώ, 8) για την υπ'αριθμ. 73 ΚΠ ιδιοκτησία σε 1.398,43 ευρώ, 9) για την υπ'αριθμ. 74 ΚΠ ιδιοκτησία σε 3.038,34 ευρώ, 10) για την υπ'αριθμ. 89 ΚΠ ιδιοκτησίας Κ. Τ. και Μ. Β. ήδη συζύγου Κ.
Τ. σε 528,67 ευρώ, 11) για την υπ'αριθμ. 96 ΚΠ ιδιοκτησία συνολικά σε 7.637,11 ευρώ, 12) για την υπ'αριθμ. 142 ΚΠ ιδιοκτησία συνολικά σε 4.018,36 ευρώ, 13) για την υπ'αριθμ. 97 ΚΠ ιδιοκτησία συνολικά σε 1712,76 ευρώ, 14) για την υπ'αριθμ. 99 ΚΠ ιδιοκτησία σε 843,70 ευρώ, 15) για την υπ'αριθμ. 136 ΚΠ ιδιοκτησία του Λ. Θ. που δεν εισάγεται και για την ιδιοκτησία Λ.
Κ.-Τ. συνολικά σε 557,58 ευρώ, 16) για την υπ'αριθμ. 124 ΚΠ ιδιοκτησία συνολικά σε 708,84 ευρώ, 17) για την υπ'αριθμ. 122 ΚΠ ιδιοκτησία του Λ. Θ. που δεν εισάγεται και για την ιδιοκτησία Λ. Κ.-Τ. συνολικά 401,04 ευρώ, 18) για την υπ' αριθμ. 136 ΚΠ συνολικά 1.204,59 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου συνεκδικάζοντας την από 21-12-2007 αίτηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων και τις ανταιτήσεις των παρισταμένων στη δίκη καθών η αίτηση και τις κύριες παρεμβάσεις τρίτων εικαζομένων δικαιούχων που παρενέβησαν στη δίκη, με την υπ' αριθμ. 12/2008 απόφαση του καθόρισε μεταξύ άλλων προσωρινή τιμή μονάδος για τα υπόψη ακίνητα ως ακολούθως:1) για το υπ' αριθμ. 46 ΚΠ ακίνητο σε 28 ευρώ το τ.μ., 2) για τα υπ' αριθμ. 4 και 38 ΚΠ ακίνητα σε 35 ευρώ το τ.μ., 3) για τα υπ' αριθμ. 10, 24, 29, 45 ΚΠ ακίνητα σε 40 ευρώ το τ.μ., 4) για τα υπ'αριθμ. 122, 53, 52, 56 ΚΠ ακίνητα σε 42 ευρώ το τ.μ., 5) για το υπ'αριθμ. 74 ΚΠ ακίνητο σε 56 ευρώ το τ.μ., 6) για τα υπ'αριθμ. 89, 91, 94, 96 ΚΠ ακίνητα σε 60 ευρώ το τ.μ., 7) για τα υπ'αριθμ. 51, 61, 64, 124 ΚΠ ακίνητα σε 65 ευρώ το τ.μ., 8) για τα υπ'αριθμ. 70, 73 ΚΠ ακίνητα σε 82 ευρώ το τ.μ., 9) για το υπ'αριθμ. 87 ΚΠ ακίνητο σε 92 ευρώ το τ.μ.
Οι μάρτυρες των αιτούντων που εξετάστηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, προσπορίζουν ο μεν ένας εξ αυτών (Ι. Β.) την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε 50 ευρώ το τ.μ., ο δε άλλος (Γ. Τ.) από 100 έως 300 ευρώ το τ.μ. Οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα ο μάρτυρας των αιτούντων Γ.
Κ. προσδιορίζει την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων από 40 έως 70 ευρώ το τ.μ., ο δε μάρτυρας της καθής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων Α. Ι., που προσδιορίζει την αξία των απαλλοτριωμένων στην προαναφερθείσα αντικειμενική τους αξία. Πέραν των παραπάνω καταθέσεων οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε και προσκομίζουν κάποια άλλα συγκριτικά στοιχεία με την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων (αρθρ. 13 παρ. 1 του Ν.2882/2001) έτσι ώστε αυτά (στοιχεία) να αποτελέσουν το κριτήριο για προσδιορισμό ανάλογης αποζημίωσης και για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί των παραπάνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων υπάρχουν επικείμενα και ειδικότερα: 1) επί του υπ'αριθμ. 4 ΚΠ ακινήτου υπάρχουν δύο μεσαίες ελιές, 2) επί του υπ'αριθμ. 24 ΚΠ ακινήτου ξηρολιθιά μήκους 11 μ. πλάτους 0,70 μ. και ύψους 1,70 μ., τοίχος περίφραξης από ξηρολιθιά μήκους 100 μ. πλάτους 0,40 και ύψους 2 μ., 3) επί του υπ'αριθμ. 29 ΚΠ ακινήτου 11 κυπαρίσσια μεσαία, 2 λεύκες μεγάλες, 1 ευκάλυπτος μεγάλος, καγκελόπορτα σωληνοειδούς διατομής 4,50 μ.
και ύψους 0,15 μ. πλάκα από άοπλο σκυρόδεμα 1,20 κυβ.μ., ξηρολιθοδομή μήκους 18 μ. πλάτους 0,50 και ύψους 2,20 μ. 4) επί του υπ'αριθμ. 37 ΚΠ ακινήτου 3 μεγάλοι ευκάλυπτοι, 5) επί του υπ'αριθμ. 38 ΚΠ ακινήτου 7 μεγάλες ελιές, 6) επί του υπ'αριθμ. 53 ΚΠ ακινήτου μάντρα από τσιμεντόλιθους μήκους 3,25 μ., πλ. 0,10 μ. και ύψους 0,90 μ. συν. όγκου 0,29 κυβ.μ., μάντρα πετρόκτιστη μήκους 94,70 μ.
πλάτους 0,60 μ. και ύψους 1,10 μ. 1 μεγάλο κυπαρίσσι, 7) Επί του υπ'αριθμ. 56 ΚΠ ακινήτου μάντρα από τσιμεντόλιθους μήκους 7,00 μ. πλ. 0,10 μ. και ύψους 1,10 μ. συν.όγκου 0,77 κυβ.μ. 8) επί του υπ'αριθμ. 64 ΚΠ ακινήτου, μάντρα από τσιμεντόλιθους μήκους 6,30 μ., πλ. 0.10 μ. ύψους 1 μ. συν. όγκου 0,63 κυβ.μ., κάγκελο περίφραξης ύψ. 1 μ. 15,60 μ., καγκελόπορτα ύψ. 1 μ.
μήκους 6 μ., καγκελόπορτα ύψ. 1,10 μ., 1,15 μ. πλακόστρωτο 22,30 τ.μ., πλακόστρωση με μάρμαρο 4,15 τ.μ., 2 λεύκες μεσαίες 1 μικρή μουριά, 1 μουσμουλιά μεσαία, μάντρα πετρόκτιστη μήκους 17 μ. πλάτους 0,40 μ. και ύψους 1,50 μ. 9) επί του υπ'αριθμ. 73 ΚΠ ακινήτου, μάντρα από τσιμεντόλιθους μήκους 2,80 μ. πλ. 0,20 μ., ύψους 0,90 μ., συν. όγκου 0,50 κυβ.
μ., ,μάντρα από τσιμεντόλιθους μήκους 2,70 μ., πλ. 0,20 μ., ύψους 0,70 μ. συν.όγκου 0,38 κυβ.μ. μάντρα από τσιμεντόλιθους επιχρισμένη μήκους 2,05 μ., πλ. 0,35 μ, ύψους 1,75 μ. συν. όγκου 1,26 κυβ.μ., μάντρα από τσιμεντόλιθους επιχρισμένη μήκους 5,55 μ., πλ. 0,25 μ. ύψους 1 μ. συν. όγκου 1,39 κυβ. μ., πλάκα μπετόν 0,36 κυβ. μ., πλακόστρωτο 5,60 τ.μ., καγκελόπορτα ύψους 1,75 μ. 1,65 μ., 2 φοίνικες μεγάλοι, τοίχος από ξηρολιθοδομή μήκους 35 μ.
πλάτους 0,40 μ., και ύψους 1,20 μ., 10) επί του υπ'αριθμ. 74 ΚΠ ακινήτου περίφραξη με συρματόπλεγμα ύψους 1,20 μ.,μήκους 30,10 μ., μάντρα από τσιμεντόλιθους επιχρισμένη συν. όγκου 0,62 κυβ.μ., μάντρα από τσιμεντόλιθους επιχρισμένη μήκους 1,20 μ., πλ. 0,25 μ. ύψους 0,80 μ. συν.όγκου 0,24 κυβ,μ. κάγκελο περίφραξης ύψους 0,80 μ., μήκους 40 μ., ΡΙLAR μπετόν 0,52 κυβ.
μ. 13 κολώνες μπετόν 2,68 κυβ. μ. καγκελόπορτα ύψους 1,50 μ. μήκους 3,30 μ., στρώση μπετόν 1.00 κυβ.μ., 6 ρίζες αμπέλια, περίφραξη από τσιμεντόλιθους μήκους 83 μ., πλάτους 0,20 μ. και μέσου ύψους 0,80 μ., 11) επί του υπ'αριθμ. 89 ΚΠ ακινήτου, μάντρα από τσιμεντόλιθους επιχρισμένη, 0,43 κυβ.μ., μάντρα από τσιμεντόλιθους επιχρισμένη 0,50 κυβ.μ., κάγκελο περίφραξης 2,50 μ., καγκελόπορτα 1,20 μ, στρώση μπετόν 0,26 κυβ.
μ., στρώση μπετόν 0,30 κυβ. μ., ράμπα μπετόν 1,25 κυβ. μ., τοίχος από διακοσμητικά τούβλα 0,45 κυβ.μ., σκαλιά από μπετόν 3 μ., σκαλιά από μπετόν 3,60 μ., σκαλιά με επένδυση μαρμάρου 4,80 μ., κάγκελο περίφραξης από μασιφ σίδερο μήκους 14,35 μ., ύψους 0,70 μ.,12) επί του υπ'αριθμ. 96 ΚΠ ακινήτου, μάντρα από ξηρολιθοδομή μήκους 36 μ., πλάτους 0,40 μ., και ύψους 1,50 μ., μάντρα με επικάλυψη από μπετόν 21,60 κυβ,μ., 13) επί του υπ'αριθμ. 142 ΚΠ ακινήτου τοίχος από ξηρολιθοδομή μήκους 15,80 μ., πλάτους 0,40 μ.
και ύψους 1 μ., 25) επί του υπ'αριθμ. 97 ΚΠ ακινήτου, ξηρολιθοδομή μήκους 26,10 μ., πλάτους 0,60 μ. και ύψους 0,90 μ., 4 μεγάλες συκιές, 2 τζιτζιφιές μεγάλες, 14) επί του υπ'αριθμ. 99 ΚΠ ακινήτου 4 μεγάλες συκιές, 2 μεγάλες τσιτσιφιές, τοίχος από ξερολιθιά μήκους 15,15 μ. ύψους 1,10 μ., και πλάτους 0,40 μ., συρματόπλεγμα περίφραξης μήκους 15,15 μ.
και ύψους 1,50 μ., 15) επί του υπ'αριθμ. 122 ΚΠ ακινήτου, μάντρα 0,79 κυβ. μ., στρώση μπετόν 0,97 κυβ. μ., ΡΙLΑR μπετόν 2,50 κυβ.μ. τοίχος περίφραξης με επικάλυψη από τσιμέντο μήκους 30 μ., πλάτους 0,40 μ., και ύψους 1,10 μ, 16) επί του υπ'αριθμ. 136 ΚΠ ακινήτου ξηρολιθιά 2,16 κυβ.μ., 17) επί του υπ'αριθμ. 124 ΚΠ ακινήτου, 1 μεσαία αμυγδαλιά, τοίχος από ξερολιθιά μήκους 30 μ., πλάτους 0,40 μ, και ύψους 0,50 μ.
Για τα παραπάνω επικείμενα τα οποία δεν εμπίπτουν στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, η επιτροπή του άρθρου 15 του Ν.2882/2001 με την από 11-10-2007 έκθεση της, προσδιορίζει την αξία αυτών ως ακολούθως: 1) για πετρόκτιστο αλώνι 300 ευρώ, 2) ξερολιθιά 100 ευρώ το κ.μ., 3) ξερολιθιά επιχρισμένη 100 ευρώ το κ.μ., 4)μάντρα κτιστή επιχρισμένη 70 ευρώ το κ.μ., 5) μάντρα από τσιμεντόλιθους 70 ευρώ το κ.μ., 6) μάντρα με, επένδυση πέτρας 130 ευρώ το κ.μ., 7)μάντρα από μπετόν 100 ευρώ το κ.μ., 8) μάντρα από τούβλο 30 ευρώ το κ.μ., 9) περίφραξη με συρματόπλεγμα 2 ευρώ το τρεχ.μέτρο, 10) περίφραξη με κάγκελο 5 ευρώ το τρεχ.
μέτρο, 11) περίφραξη με πλέγμα 3 ευρώ το τρεχ.μέτρο, 12) περίφραξη με γύψινο κάγκελο 7 ευρώ το τρεχ.μέτρο, 13) περίφραξη με ξύλινο κάγκελο 5 ευρώ το τρεχ.μέτρο, 14) στρώση μπετόν 100 ευρώ το κυβ.μέτρο, 15) στρώση μωσαϊκού 130 ευρώ το τετρ.μέτρο, 16) πλακόστρωση 26 ευρώ το τετρ.μέτρο, 17) σκαλιά από μπετόν 100 ευρώ το κυβ.μέτρο, 18) σκαλιά με μαρμάρινη επένδ. 40 ευρώ το τρεχ.μέτρο, 19) καγκελόπορτα 200 ευρώ, 20) παρτέρι από μπετόν 100 ευρώ το τρεχ.μέτρο,. 21) παρτέρι από τσιμεντόλιθους 70 ευρώ το τρεχ.
μέτρο, 22) Ράμπα από μπετόν 10 ευρώ το κυβ.μέτρο, 23) κολώνα από τσιμεντόλιθους 150 ευρώ το κυβ.μ., 24) κολώνα από τσιμεντόλιθους επιχρισμένη 200 ευρώ το κυβ.μ., 25) για κάθε συκιά 25 ευρώ, 26) για κάθε λεμονιά 35 ευρώ , 27) για κάθε ρίζα αμπέλι 25 ευρώ, 28) για κάθε ελιά 50 ευρώ, 29) για κάθε αμυγδαλιά 30 ευρώ. Οι μάρτυρες των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δεν αναφέρουν κάτι σχετικό με την αξία των ανωτέρω επικειμένων.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου με την παραπάνω απόφασή του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ανωτέρω επικείμενα ως ακολούθως: 1) σε 600 ευρώ για το πετρόκτιστο αλώνι, 2) σε 100 ευρώ το κ.μ. για τη ξερολιθιά, 3) σε 130 ευρώ το κ.μ. για την επιχρισμένη ξερολιθιά,. 4) σε 140 ευρώ το κ.μ. για την επιχρισμένη κτιστή μάντρα, 5) σε 140 ευρώ το κ.μ.
για τη μάντρα από τσιμεντόλιθους, 6) σε 250 ευρώ το κ.μ.για τη μάντρα με επένδυση πέτρας, 7) σε 180 ευρώ το κ.μ., για τη μάντρα από μπετόν, 8) σε 60 ευρώ το κ.μ. για τη μάντρα από τούβλο, 9) σε 4 ευρώ το τρεχ.μέτρο για την περίφραξη με συρματόπλεγμα, 10) σε 10 ευρώ το τρεχ.μέτρο για τη περίφραξη με κάγκελο, 11) σε 6 ευρώ το τρεχ.μέτρο για την περίφραξη με πλέγμα, 12) σε 14 ευρώ το τρεχ.μέτρο για τη περίφραξη με γύψινο κάγκελο, 13) σε 10 ευρώ το τρεχ.μέτρο για τη περίφραξη με ξύλινο κάγκελο; 14) σε 200 ευρώ το κ.μ.
για τη στρώση μπετόν, 15) σε 260 ευρώ το τετρ.μέτρο για τη στρώση μωσαϊκού, 16) σε 52 ευρώ το τετρ.μέτρο για την πλακόστρωση, 17) σε 200 ευρώ το κ.μ. για τα σκαλιά από μπετόν, 18) σε 80 ευρώ το τρεχ. μέτρο για τα σκαλιά με μαρμάρινη επένδυση , 19) σε 400 ευρώ για την καγκελόπορτα, 20) σε 200 ευρώ για το παρτέρι από μπετόν, 21) σε 140 ευρώ για το παρτέρι από τσιμεντόλιθους, 22) σε 20 ευρώ το κ.μ.
για τη ράμπα από μπετόν, 23) σε 300 ευρώ για την κολώνα από τσιμεντόλιθους, 24) σε 400 ευρώ για την επιχρισμένη κολώνα από τσιμεντόλιθους, 25) σε 100 ευρώ για κάθε συκιά, 26) σε 140 ευρώ για κάθε λεμονιά, 27) σε 80 ευρώ για κάθε μία ρίζα αμπελιού, 28) σε 160 ευρώ για κάθε μία ελιά, 29) σε 120 ευρώ για κάθε μία αμυγδαλιά, 30) σε 120 ευρώ για κάθε μία βελανιδιά, 31) σε 120 ευρώ για κάθε ευκάλυπτο, 32) σε 120 ευρώ για κάθε λεύκα, 33) σε 180 ευρώ για κάθε φοίνικα, 34) σε 120 ευρώ για κάθε ροδιά.
Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, κατά το κρίσιμο ενώπιον του Εφετείου χρόνο συζήτησης (16-4-2010) - λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος αυτός διότι από τον προσωρινό προσδιορισμό (14-2-2008) μέχρι το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό παρήλθε έτος (αρθρ. 8 Ν.2985 της 31.1/4-2-2002), χωρίς να υπολογιστεί η μεταβολή που θα επέλθει μετά τη δημοσίευση της απόφασης για την κήρυξη της απαλλοτρίωση, ή την κατασκευή του έργου για το οποίο έγινε αυτή που αναφέρεται στο διατακτικό στο οποίο και πρέπει να προσδιοριστεί οριστικά η αποζημίωση.
Τέλος αποδείχθηκε από τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από κάθε αιτούντα τίτλους ιδιοκτησίας που νόμιμα μεταγράφηκαν, ότι αυτοί είναι κύριοι ή συγκύριοι των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Επομένως το σχετικό αίτημα τους για αναγνώρισή τους ως δικαιούχων ή συνδικαιούχων της αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους πρέπει να γίνει δεκτό ως κατ'ουσίαν βάσιμο.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση ως βάσιμη κατ'ουσίαν, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης και της μείωσης της αξίας του απομένοντος τμήματος των επίδικων ακινήτων, αφού λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τον καθορισμό της πλήρους αποζημίωσης, αναφέροντας τα γενικά χαρακτηριστικά της περιοχής και τα ειδικά των απαλλοτριούμενων ακινήτων ώστε ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πέμπτο μέρος του, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο μέρος του, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πέμπτο μέρος του, που αφορά γειτονικά ακίνητα, για τα οποία καθορίστηκε διαφορετική αποζημίωση υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 14/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το έκτο μέρος της, το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πέμπτο μέρος του και το τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το έκτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προσάπτει επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κτηματολογικών διαγραμμάτων, των κτηματολογικών πινάκων, των πινάκων παρακατάθεσης των προσκομισθέντων συμβολαίων και της εκθέσεως κτηματικής επιτροπής όπως και των τοπογραφικών διαγραμμάτων.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο μέρος, είναι καταρχήν αόριστος αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την ως άνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου των εν λόγω εγγράφων, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το έκτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της παραμόρφωσης μαρτυρικών καταθέσεων κρίνεται απαράδεκτος, αφού η παραμόρφωση μαρτυρικής κατάθεσης, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
ΙV. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008, 14/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ακίνητο των αναιρεσειόντων για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και την απομείωση των ακινήτων έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες σ' αυτή καταθέσεις των μαρτύρων, τις φωτογραφίες και όλα τα έγγραφα που είχαν νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση από τους διαδίκους, έτσι ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα υπ'αριθ…./1991 και …/1992 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κορθίου Άνδρου Πέτρου Κασκαμπά, αλλά και τα κτηματολογικά διαγράμματα, τους κτηματολογικούς πίνακες τους πίνακες παρακατάθεσης, τα τοπογραφικά διαγράμματα και την έκθεση της κτηματικής Επιτροπής.
Ο πρώτος και ο τέταρτος λόγοι της αναίρεσης επομένως, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
V. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο (κατ'εκτίμηση) δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς τους για τα ακίνητά τους του κτηματολογικού πίνακα με αριθμούς 37, 56, 64, 70, 73, 87 και 89 που στήριζαν το αίτημά τους για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους, από το γεγονός ότι τα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 56, 64, 73 και 89 δεν είναι αγροτικά ακίνητα (όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη) αλλά κατοικίες, το δε με αύξοντα αριθμό 37 είναι εστιατόριο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται βάσιμος γιατί τ'αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον προαναφερθέντα ισχυρισμό - αίτημα των αναιρεσειόντων δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ούτε αξιολογήθηκαν ως προσδιοριστικά στοιχεία για την αξίωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των ίδιων ακινήτων εκτός της απαλλοτρίωσης.
Αντίθετα ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης όσον αφορά τα με αύξοντα αριθμό 4 και 74 απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αλλά και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον ίδιο αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όσον αφορά την απορριπτική κρίση του Εφετείου για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας κρίνονται αβάσιμοι γιατί τ'αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς - αιτήματα των αναιρεσειόντων λήφθηκαν υπόψην από το Εφετείο και αξιολογήθηκαν.
VI.Κατά το άρθρο 17 § 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 §§ 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/ 2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (§ 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκαση της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση στο Εφετείο διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη ή κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ή διατάχθηκε η ανασυζήτηση της υπόθεσης, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο της πρώτης συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης ή της επαναληφθείσας συζήτησης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο δίκασε αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για την επιφάνεια, τα επικείμενα, δένδρα και εγκαταστάσεις, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομένοντα τμήματα των ακινήτων, των αναιρεσειόντων.
Η συζήτηση της αιτήσεως όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και ιδιαίτερα από την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 16-4-2010 μετά την οποία δεν εκδόθηκε απόφαση του Εφετείου λόγω παραιτήσεως του Εισηγητή. Στη συνέχεια η αίτηση επαναφέρθηκε με κλήση για συζήτηση που ορίστηκε για τη δικάσιμο της 7-10-2011 οπότε και δικάστηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, επίσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσειόντων - αιτούντων (έδαφος, περιφράξεις, φυτά, εγκαταστάσεις, ιδιαίτερη αποζημίωση) είναι ο χρόνος συζήτησης της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, δηλαδή η 16-4-2010 δομένου ότι έχει παρέλθει έτος από τον προσωρινό προσδιορισμό (14-2-2008) και μέχρι την πρώτη συζήτηση στις 16-4-2010 της ένδικης αιτήσεως οριστικής αποζημίωσης, είχε παρέλθει έτος.
Το Εφετείο δεχόμενο ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι η 16-4-2010 ανεξάρτητα από το ότι τότε δεν εκδόθηκε απόφαση δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτος μέρος του είναι αβάσιμος.
VII. Με τη διάταξη του άρθρου 33 του ν.2971/2001 ορίστηκαν τα ακόλουθα: "Τεκμήριο ωφέλειας ιδιοκτητών απαλλοτριούμενων ακινήτων 1. Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ 214 Α') είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, απτό το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος όρθρου. 2.Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.
Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες τις απαλλοτρίωσης. 3. Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανικό του αρμόδιου από το σκοπό της απαλλοτρίωσης φορέα, ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής και έναν εμπειρογνώμονα οριζόμενο με αναπληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 372 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με απλή πράξη, της οποίας αντίγραφο αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Επιτροπής.
Τα λοιπά μέλη της Επιτροπής και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του αρμοδίου για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης. 4. Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντας τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του. 5.
Στα μέλη της Επιτροπής μετά την ολοκλήρωση του έργου της καταβάλλεται εφάπαξ αποζημίωση, που καθορίζεται με απόφαση του αρμοδίου για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης εντός των δι' αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών καθοριζόμενων ορίων και προϋποθέσεων και βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση. 6. Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.
Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες ούτε μικρότερο από σαράντα (40) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτό, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των σχετικών με την επίδοση διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων.
Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης.Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 22 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων. 7.
Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της Επιτροπής ως προς την ωφέλεια ή μη του ακινήτου από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, εκτιμάται μεν ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, πλην όμως δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η παράλειψη της Επιτροπής να τοποθετηθεί στα ζητήματα που ορίζει η παράγραφος 4 του άρθρου 33 ν.2971/2001 δεν εμποδίζει το δικαστήριο στο να αποφανθεί για την άρση ή μη του τεκμηρίου της ωφέλειας και την αντίστοιχη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα όταν μάλιστα η αντίστοιχη αίτηση συνεισάγεται στο Εφετείο μαζί με την αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και αποζημιώσεως πρόσθετης για την απομείωση τεμαχίων απαλλοτριωθέντων που παρέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης όλα δε αυτά τα αιτήματα ενιαία συνεκδικάζονται στο Εφετείο.
Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, ενώ στο άρθρο 15 παρ. 4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, που κυρώθηκε με το ν. 2882/2001, προβλέπεται ότι, εάν δεν συντάχθηκε για οποιοδήποτε λόγο, μέσα σε σαράντα τουλάχιστον ημέρες από την υποβολή της αιτήσεως, η έκθεση της Επιτροπής για την ιδιαίτερη αποζημίωση του απομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως ακινήτου, ο Πρόεδρος αυτής υποχρεούται να χορηγεί σχετική βεβαίωση σε κάθε ενδιαφερόμενο, η βεβαίωση δε αυτή καθιστά παραδεκτό το αίτημα του ιδιοκτήτη για τον καθορισμό από το δικαστήριο ιδιαίτερης αποζημιώσεως των τμημάτων του ακινήτου του που απομένουν εκτός απαλλοτριώσεως, αντιθέτως στο άρθρο 33 ν.2971/2001 δεν περιλήφθηκε ανάλογη ρύθμιση αλλά ούτε και περιελήφθηκε ανάλογη ρύθμιση προς το άρθρο 17 παρ.3 του ν.2882/2001 με το οποίο καθιερώνεται ρητά το απαράδεκτο της συζητήσεως για την περίπτωση που επί αιτήσεως καθορισμού πρόσθετης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα εκτός της απαλλοτριώσεως δεν προσκομισθεί η κατά την παρ.3 του άρθρου 13 του ίδιου νόμου έκθεση της αρμόδιας επιτροπής ή κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου βεβαίωση.
Εν όψει αυτών, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά τ'αντίστοιχα μέρη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και αφορούν παραβίαση ευθεία και εκ πλαγίου των προαναφερθεισών διατάξεων, από το γεγονός ότι η εκτιμητική Επιτροπή δεν γνωμοδότησε για τ'απαλλοτριωθέντα ακίνητα με αριθ. 4, 64, 124, για δε τα ακίνητα με αριθμούς 56 και 73 η ίδια εκτιμητική Επιτροπή γνωμοδότησε ότι βλάπτεται η αρτιότητά τους κατά 25,5 και 10 τ.μέτρα αντίστοιχα και παρά ταύτα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη έκρινε ότι τα παραπάνω ακίνητα ωφελούνται και δεν βλάπτονται από την ένδικη απαλλοτρίωση κρίνονται αβάσιμα στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Ανεξάρτητα όμως απ' αυτά, η προσβαλλόμενη με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες (σελ.13) έκρινε ότι από την εκτέλεση του ένδικου έργου αναβαθμίστηκε η περιοχή και η αγοραία αξία των ακινήτων αυξήθηκε και επομένως οι αιτούντες ως παρόδιοι ιδιοκτήτες είναι ωφελούμενοι και υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση τμημάτων των ακινήτων τους που απαλλοτριώθηκαν.
VIIΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.772/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αίτηση των αναιρεσειόντων.
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ πρώτος κατά το τρίτο μέρος του και δεύτερος κατά το τρίτο μέρος του λόγοι της αίτησης, αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.
IΧ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστη αίτηση όσον αφορά τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης των ακόλουθων επικειμένων:
Εξ άλλου από τα ίδια έγγραφα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη χωρίς ειδική αιτιολογία παρέλειψε ν'αναφερθεί στα πιο κάτω επικείμενα επί των απαλλοτριωθέντων που αποτελούσαν περιεχόμενο της αίτησης των αναιρεσειόντων συνδυαζόμενης και με τον κτηματολογικό πίνακα αρχικά και διορθωθέντα: 1) Από το με α/α Κτ.Πιν.24 ακίνητο Α.- Μία (1) ελιά μεγάλη.
Β.- Δύο (2) συκιές μεσαίες. Γ.- Πέντε (5) ρίζες αμπελιού. 2) Από τα με α/α Κτ.Πιν. 37 και 38 ακίνητα Α Οκτώ (8) ελαιόδεντρα μεσαία. Β.- Τρεις (3) συκιές μεσαίες. Γ.- Δύο (2) αμυγδαλιές μεγάλες. Δ.- Δέκα (10) ρίζες αμπελιού ποταμίσιου. 3) Από το με α/α Κτ.Πιν.53 ακίνητο Α.- Μάντρα από μπετόν μετά λαμπάδων στερέωσης 1,73μ3. Β.- Μάντρα από τούβλα 0,25μ3.
Γ.- Καγκελόπορτα από μασίφ σίδερο μήκους 2,50μ. Δ.- Καγκελόπορτα από μασίφ σίδερο μήκους 1μ. Ε.- Δύο (2) παρτέρια από μπετόν 0,58μ3 Ζ.- Κανάλι απορροής ομβρίων υδάτων πλακοσκεπές. Η.- Μία (1) συκιά μεγάλη. Θ.- Τρεις (3) συκιές μικρές. Ι.- Επτά (7) καλλωπιστικά φυτά μεσαία. Ια.- Τρεις (3) αγγελικές μεσαίες. Ιβ.- Ράμπα από μπετόν 1,25μ3. 4) Από το με α/α Κτ.Πιν.56 ακίνητο Α.- Μάντρα πετρόκτιστη με επικάλυψη μπετόν 10,56μ3.
Β.- Μάντρα από τσιμεντόλιθους 1.92μ3. Γ.- Μία (1) καγκελόπορτα από μασίφ σίδερο. Δ.- Στρώση μπετόν επιφάνειας 8,16μ2. Ε.- Στρώση μωσαϊκού επιφάνειας 9μ2. Στ.- Δύο (2) τσιμεντοκολώνες. Ζ.- Τμήμα διαμορφωμένου διαδρόμου. Η.- Μία (1) κορομηλιά. Θ.- Μία (1) μαρόλια μεγάλη. 5) Από το με α/α Κτ.Πιν. 64 ακίνητο Α.- Δύο (2) καλλωπιστικά φυτά.
Β.- Βάση κλίμακας ανόδου μετά κολώνας στήριξης και δύο σκαλοπάτια. 6) Από το με α/α Κτ.Πιν.73 ακίνητο Α.- Μία (1) αροκάρια ύψους 12μ. Β.-Δύο (2) τζανεριές. Γ.- Είκοσι (20) καλλωπιστικά φυτά. Δ.- Τριάντα δύο (32) αγγελικές. Ε.- Ένα πρόπυλο αποτελούμενο από δύο (2) τοιχεία μήκους εκάστου 1,50μ, πλάτους 0,30μ και ύψους 2μ από μπετόν και κυκλική (τοξοειδή) στέγη από τούβλα. 7) Από το με α/α Κτ.Πιν. 74 ακίνητο Α.-Δύο (2) ρίζες αμπελιού.
Β.- Επτά (7) καλλωπιστικά δέντρα. Γ.- Πέντε (5) καλλωπιστικά φυτά. Δ.- Τέσσερα (4) γιασεμιά. Ε.-Πλάκα (στρώση) από μπετόν όγκου 1,25μ3. Ζ.- Καγκελόπορτα μήκους 1,45μ και ύψους 1,40μ. Η.-Καγκελόπορτα μήκους 3μ και ύψους 1μ. Θ.- Τέσσερις (4) αγγελικές μεσαίες. 8) Από το με α/α Κτ.Πιν.89 ακίνητο Α.- Καγκελόπορτα από μασίφ σίδερο μήκους 3,40μ ύψους 1μ. 9) Από το με α/α Κτ.Πιν .122 ακίνητο Α.- Μία (1) τζανεριά.
Β.- Ενας (1) βίκος. Γ.- Μία (1) καλλωπιστική αμπέλια. Δ.- Μία (1) διαφημιστική πινακίδα . 10) Από το με α/α Κτ.Πιν.136 ακίνητο Α.- Τοίχος από ξερολιθιά μήκους 31μ, ύψους 1,30μ και πλάτους 0,50μ, ήτοι όγκου 20,15μ3. Β.- Περίφραξη με συρματόπλεγμα επί σιδηρών πασσάλων ανά 3μ μήκους 43,50μ και ύψους 1μ. Γ.- Επτά (7) μεγάλες αμυγδαλιές. Επομένως τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.
Χ. Από τις διατάξεις του άρθρου 18 § 4 του ν.2882/2001, προκύπτει ότι: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη τίτλο εκτελεστό εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, ε) σε περίπτωση άσκησης εμπροθέσμου αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης και στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του ίδιου ως άνω νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημίωσης (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης (άρθρα 100 § 1,114 § 5 Κώδικα Δικηγόρων).
Έτσι, σε περίπτωση άσκησης εμπρόθεσμης αίτησης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης στο εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 § 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράσταση του ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, καθώς και την παράσταση του ενώπιον του εφετείου (άρθρα 109 και 111 Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα:
α) από ποσοστό 2% για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης, β) από ποσοστό 1 % για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της κύριας παρέμβασης και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης με τις προτάσεις ή κύριας παρέμβασης με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 § 1,103,107 § 1 και 110 § 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 14/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "τα δικαστικά έξοδα της δίκης θα επιβληθούν σε βάρος της υπόχρεης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων. Σ' αυτά περιλαμβάνονται: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, έξοδα που ήταν απαραίτητα (ΚΠολΔ 189 § 1), 2) η αμοιβή του δικηγόρου των εικαζόμενων δικαιούχων για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθώς και για την παράσταση τους ενώπιον του Εφετείου (άρθ. 109 και 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων) την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 150€ ενιαία για το προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό και 3) αμοιβή των δικηγόρων των εικαζόμενων δικαιούχων σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως και δη 2% για τη σύνταξη των αιτήσεων και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων επί των αιτήσεων".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά μεν ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και τις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ παραβίασε όμως τις διατάξεις των άρθρων 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων κατά το καθορισμό της αμοιβής του Δικηγόρου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου.
Επομένως, ο έκτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης κρίνεται βάσιμος. Μετά τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά ένα μέρος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα εις το σκεπτικό κεφάλαιά της που αφορούν ειδικότερα: α) ως προς τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για τα ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα με αριθ. 37, 56, 64, 73 και 89, που στήριζε το αίτημα για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ίδια ακίνητα, που δεν είναι αγροτικά, αλλά κατοικίες, ενώ το 37 είναι εστιατόριο, β) ως προς τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος τους από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για τα προαναφερθέντα ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα με αριθ. 24, 37 και 38, 53, 56, 64, 73, 74,89, 122 και 136 για τα οποία παρέλειψε η προσβαλλόμενη να προσδιορίσει τιμή μονάδας για τα επικείμενα που αναφέρονται πιο πάνω αναλυτικά και γ) ως προς τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ κατά τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης υπέρ των αιτούντων, ειδικά δε του μέρους της που αντιστοιχεί σε αμοιβή χωριστή του παραστάντος πληρεξούσιου δικηγόρου τους για το Μονομελές Πρωτοδικείο και Εφετείο και κατά δικονομική αναγκαιότητα και δ) κατά το κεφάλαιο γενικά των δικαστικών εξόδων που αντιστοιχούν στο αναιρούμενο με στοιχ.
α) κεφαλαίο. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές με κατανομή των δικαστικών εξόδων κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων μερών και ολικό εντεύθεν συμψηφισμό τους (Κ.Πολ.Δ 183,178 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 286/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κατά τα εις το σκεπτικό μέρη της και μόνο καθόσον αφορά τους αιτούντες για τους οποίους εισήχθη προς συζήτηση η από 25-1-2012 αίτηση με την από 9-9-2013 κλήση τους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ