Legislator Case Law & Legislation
686/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding state seizure and auction proceedings.

Case Number 686/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to uphold a seizure order against the private respondent. The respondent successfully invoked a preliminary objection based on the lack of a direct contractual relationship between the state agency and the respondent, which the lower court correctly applied. The Court found the appeal inadmissible because the lower court's reasoning was clear, complete, and logically consistent with the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific procedural defects and rejects those lacking a direct legal interest or based on insufficient reasoning where the lower court's decision is logically sound.

Keywords

AI generated
preliminary objection state seizure public auction direct contractual link appeal admissibility legal interest procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 686/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που καττοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γιαννούλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Νοεμβρίου 2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1108/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4351/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6 Ιουνίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 4351/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, υπ' αριθ. 1345Γ'/25-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον. Επομένως, εφόσον το τελευταίο δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του.

2. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 4351/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1108/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ανακοπή του αναιρεσίβλητου, και ακυρώθηκε η σε βάρος του επισπευδομένη εκτέλεση, με βάση την υπ' αριθ. 4598/8-5-1987 απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Κρατικών Λαχείων και της από 8-11-2005 ατομικής ειδοποιήσεως ληξιπροθέσμων χρεών της ΙΘ Δ.Ο.Υ Αθηνών. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 559, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (577 παρ.3 ΚΠολΔ).

3. Κατά την διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιο άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού (προστηθέντος), της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεως του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) παρείχε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλον σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.

Τέλος, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ'* αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.

Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "... Με άτυπη σύμβαση, που είχε καταρτισθεί μεταξύ του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσείοντος) λαχειοπώλη και του Διευθυντή Κρατικών Λαχείων, είχε ανατεθεί από τον δεύτερο στον πρώτο η πώληση γραμματίων των κρατικών λαχείων.

Ειδικότερα, ο ανακόπτων προμηθευόταν προς πώληση κρατικά λαχεία για την προμήθεια και παραλαβή των οποίων με πίστωση απαιτείτο η προσκομιδή εγγυητικών επιστολών τραπεζών ίσης αξίας με την αξία των λαχείων που του παραδίδονταν, το δε όριο της πίστωσής του ανερχόταν στο ποσό των 3.000.000 δρχ. Τον Απρίλιο του έτους 1987 διαπιστώθηκε ότι εγγυητικές επιστολές, ύψους 149.700.000 δρχ., που είχαν κατατεθεί ως εγγύηση στην Υπηρεσία Κρατικών Λαχείων για την παραλαβή κρατικών λαχείων με πίστωση, ήταν πλαστές.

Από τις εγγυητικές αυτές επιστολές, ποσού 60.700.000 δρχ., είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό του ανακόπτοντος. Για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του Κ. Δ., του ανακόπτοντος-λαχειοπώλη, της συζύγου του Β. Β., πράκτορος Κρατικών Λαχείων και της Μ. Β., για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το περιουσιακό όφελος και για απάτη κατ' επάγγελμα από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, που τελέσθηκαν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, κατά δε των Α.

Π.-Β., για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, του Κ. Δ., για ηθική αυτουργία στην αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, του Κ. Ζ., για την αξιόποινη πράξη της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης, του Δ. Γ., για απλή συνέργεια στην αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης. Με το υπ' αρ. 2196/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο Κ.

Δ. παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης κατ' επάγγελμα από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, ενώ αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του ανακόπτοντος και των λοιπών ως άνω κατηγορουμένων.

Ο ως άνω Κ. Δ. καταδικάσθηκε τελεσίδικα με την υπ' αρ. 896/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε κάθειρξη δέκα επτά (17) ετών για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και σε αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 148.700.000 δρχ. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι ο Κ. Δ., ο οποίος δεν ήταν πράκτορας λαχείων, ούτε λαχειοπώλης, γνωρίζοντας το άνω γεγονός της προμήθειας κρατικών λαχείων με πίστωση σε λαχειοπώλες και σε πράκτορες λαχείων εκ μέρους της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων με την κατάθεση από τους πρώτους εγγυητικών επιστολών και εκμεταλλευόμενος τούτο, αλλά και την γνωριμία του με τον ανακόπτοντα και τη σύζυγο του, δια του υπαλλήλου του Κ.

Ζ. προσκόμισε στην άνω Υπηρεσία Κρατικών Λαχείων πλαστές εγγυητικές επιστολές για ποσό μάλιστα μεγαλύτερο από το όριο πίστωσης του ανακόπτοντος και παρέλαβε ίσης με τις εγγυητικές επιστολές αξίας γραμμάτια λαϊκών λαχείων. Για τις πλαστές δε εγγυητικές επιστολές , ποσού 60.700.000 δρχ. στο όνομα του ανακόπτοντος και ενώ ο τελευταίος (ανακόπτων) ουδέν γνώριζε και ουδεμία έννομη σχέση τον συνέδεε με τον ως άνω Κ.

Δ., ο τελευταίος (Κ. Δ.) παρέλαβε με πίστωση του ανακόπτοντος ίσης αξίας γραμμάτια λαϊκών λαχείων, για τα οποία είχε προστεθεί στο δοσοληπτικό του λογαριασμό ισόποση οφειλή. Τα λαχεία αυτά ο Κ. Δ. τα πώλησε σε πράκτορες κρατικών λαχείων και λαχειοπώλες, το τίμημα όμως αυτών ουδέποτε απέδωσε στην Υπηρεσία Κρατικών Λαχείων.

Περαιτέρω, με απόφαση της Επιτροπής Διοίκησης Κρατικών Λαχείων, που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της 4- 5-1987, διακόπηκε η πίστωση προς τον ανακόπτοντα, ενώ ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Κρατικών Λαχείων εξέδωσε σε βάρος του ανακόπτοντος την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 4598/8-5-1987 απόφαση του, με την οποία , και με την αιτιολογία ότι "Μ.

Β. προσκόμισε πλαστές εγγυητικές επιστολές τραπεζών ύψους 60.700.000 δρχ. και παρέλαβε με πίστωση ισόποσης αξίας γραμμάτια", καταλόγισε σε βάρος του ανακόπτοντα χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 58.772.192 δρχ. και το καταλογισθέν υπόλοιπο μετά των τόκων, συνολικού, έτσι, ποσού 66.180.419 δρχ., απεστάλη για βεβαίωση και είσπραξη στη ΙΘ ΔΟΥ Αθηνών με τα υπ' αρ. 4642/8-5-1987 και 5316/19-5-1987 έγγραφα της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων.

Στη συνέχεια η ΙΘ ΔΟΥ Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 4928/5/19-4-2004 κατασχετήριο κατέσχε αναγκαστικά στα χέρια του Ταμείου Εμπόρων (ΤΑΕ), ως τρίτου, και με βάση την άνω απόφαση περί καταλογισμού και την περαιτέρω βεβαίωση για συνολικό ποσό ήδη τότε 778.113,71 ευρώ το 1/4 της σύνταξης του ανακόπτοντος, την οποία λαμβάνει ο τελευταίος από το παραπάνω ταμείο.

Επίσης, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. .../2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Φωτίου Καρασανίδη και με βάση την ίδια ως άνω απόφαση περί καταλογισμού και για συνολικό τότε ποσό 264.874.077 δρχ. κατέσχε αναγκαστικά κινητά πράγματα κυριότητας του ανακόπτοντος, για τα οποία εκδόθηκε ακολούθως το προσβαλλόμενο επίσης υπ' αρ. 1849/42/13-22006 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού και ορίσθηκε ο πλειστηριασμός τούτων για τις 17-5-2006 ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, χωρίς να προκύπτει αν διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ούτε τούτο ισχυρίζονται οι διάδικοι, ενώ, στη συνέχεια, με την νέα, από 8-11-2005, προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών η ανωτέρω ΙΘ ΔΟΥ κάλεσε τον ανακόπτοντα να καταβάλλει το ποσό ήδη των 776.273,83 ευρώ, με βάση ομοίως την ίδια ως άνω απόφαση περί καταλογισμού.

Ήδη ο ανακόπτων, με την ένδικη ανακοπή του, και με το μοναδικό λόγο αυτής ισχυρίζεται ότι η επισπευδομένη σε βάρος του, αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της υπ' αριθ. 4598/8-5-1987 απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας των Κρατικών Λαχείων είναι άκυρη και ακύρως εκδόθηκε αυτή, όσο και οι προσβαλλόμενες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, για το λόγο ότι ο καταλογισμός του ανωτέρω ποσού σε βάρος του από τον παραπάνω Προϊστάμενο έγινε παράνομα και εσφαλμένα, αφού δράστης της πλαστογραφίας των εγγυητικών επιστολών, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι ο Κ.

Δ. και ως εκ τούτου ο τελευταίος προξένησε τη ζημιά στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ανακόπτων ουδεμία ευθύνη έχει, ούτε ο ίδιος παρέλαβε τα λαχεία και ουδεμία οφειλή του υφίσταται. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο ο ανακόπτων ως άνω, κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού του, αμφισβητεί τη νομιμότητα και το δικαίωμα του καταλογισμού και βεβαίωσης και, κατ' ακολουθίαν, την ύπαρξη της οφειλής, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, νόμιμος και παραδεκτός ως λόγος ανακοπής κατά της αρξαμένης αναγκαστικής εκτέλεσης εκ του άρθρου 73 παρ. 2 περ.

α του ΚΕΔΕ, αποδεικνύεται δε και κατ' ουσίαν βάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε και αναφέρεται και ως αιτιολογία στην προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αρ. 4598/8-5-1987 απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Κρατικών Λαχείων, το ανωτέρω ποσό καταλογίσθηκε στον ανακόπτοντα για το λόγο ότι ο τελευταίος προσκόμισε στην ανωτέρω Υπηρεσία πλαστές εγγυητικές επιστολές τραπεζών, ύψους 60.700.000 δρχ.

και παρέλαβε με πίστωση ισόποσης αξίας γραμμάτια κρατικών λαχείων. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και έγιναν δεκτά, στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας προέβη ο Κ. Δ., ο οποίος και ευθύνεται προς αποζημίωση του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1-3 ΠΚ και 914 επ.

ΑΚ. Ο τελευταίος δε, όπως προαναφέρθηκε, παρέλαβε, με βάση τις πλαστές εγγυητικές επιστολές, με πίστωση γραμμάτια ισόποσης αξίας και το τίμημα των πωληθέντων γραμματίων, αφού το εισέπραξε, δεν το απέδωσε στην Υπηρεσία Κρατικών Λαχείων. Ουδεμία δε έννομη σχέση συνέδεε τον ανακόπτοντα με τον Κ. Δ., ούτε ο τελευταίος ήταν αντιπρόσωπος του ανακόπτοντος ή προστηθείς από αυτόν.

Κατ' ακολουθίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ενδοσυμβατική ευθύνη του ανακόπτοντος από την πώληση Κρατικών λαχείων και μη εξόφλησης του τιμήματος, αφού, ως άνω, ούτε αυτός κατέθεσε τις εγγυητικές επιστολές, ούτε παρέλαβε αυτός τα αντίστοιχα γραμμάτια λαχείων, ούτε άλλη ευθύνη εκ των άρθρων 334 ΑΚ ή αδικοπρακτική εκ των άρθρων 922 ΑΚ, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, που επαναφέρονται με τους σχετικούς λόγους έφεσης, είναι αβάσιμοι ...".

Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι, ο γενόμενος ως άνω καταλογισμός σε βάρος του ανακόπτοντος του ανωτέρω ποσού, με την έκδοση της προσβαλλόμενης παραπάνω απόφασης του Προϊσταμένου, είναι μη νόμιμος και άκυρος και, συνακόλουθα, είναι άκυρες και οι με βάση την άκυρη αυτή απόφαση επακολουθήσασες και προσβαλλόμενες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (κατασχέσεις, πρόγραμμα πλειστηριασμού), όπως βάσιμα ως άνω υποστηρίζει ο ανακόπτων με το μοναδικό ως άνω λόγο νόμιμο και παραδεκτό λόγο της ανακοπής του.

Με βάση δε, τις σκέψεις του αυτές, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, Με τις άνω κρίσεις του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δεν εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 914, 922, 330 και 334 του ΑΚ. Τούτο διότι από τις ανέλεγκτες παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν επιβεβαιώνεται η αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ύπαρξη σχέσης πρόστησης, μεταξύ του αδικοπραγήσαντος σε βάρος της προαναφερόμενης Κρατικής Υπηρεσίας και του αναιρεσίβλητου.

Με τις προεκτεθείσες, δε κρίσεις του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των διατάξεων που δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους λοιπούς λόγους της κρινόμενης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Τέλος το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβληττου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4351/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ