Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, rejecting arguments regarding evidence and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and relatives against the lower court's liability assessment in a traffic accident case. The appellants argued that the court failed to consider specific evidence and misapplied legal concepts regarding causation and comparative negligence. The court rejected these claims, finding that the lower court had properly evaluated all submitted documents and that the issue of comparative fault was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must reject appeals where the lower court has correctly considered all evidence and where the determination of comparative fault falls outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 686 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 686/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Α. Μ., το γένος Χ. Π., 2α) Κ. Μ. του Α., 2) Χ. Μ. του Α., 3) Π. Μ. του Κ., κατοίκων ..., 3β) Τ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3γ) Μ. Π., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 3δ) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κατσάνο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ., 2) Δ. Μ., κατοίκων Ιωαννίνων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS A.E.A.Z.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/1/2010 αίτησή τους και τους από 28/1/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 23/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες 1035Β, 1036Β/7-10-2010, 1431Β, και 1432Β/1-2-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων Κ. Κ. προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης της Ε. χήρας Α. Μ. κλπ, καθώς και των από 28 Ιανουαρίου 2011 προσθέτων επ' αυτής λόγων, για αναίρεση της 244/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση για αυτή, έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο και το δεύτερο (Α. και Δ. Μ.). Οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παράγραφος 4 εδ α' και ε' του Ν 2696/1999 οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Στις 4-8-2002 και περί ώρα 18:00 ο πεζός Α. Μ. βρισκόταν στο δεξιό έρεισμα της ΕΟ Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας λίγο πριν την διασταύρωση της ΕΟ με την επαρχιακή οδό που συνδέει τα χωριά Λυγιά και Βράχο και ειδικότερα στο ύψος του 32,2 χλμ της πιο πάνω οδού σε σχέση με την κατεύθυνση από Πρέβεζα προς Ηγουμενίτσα έχοντας ορατότητα 130μ προς την Πρέβεζα.
Κατά τον ίδιο χρόνο επί της ως άνω οδού με κατεύθυνση από Πρέβεζα προς Ηγουμενίτσα κινούνταν ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγόμενου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές που θα προκαλούσε κατά την κυκλοφορία του σε τρίτους στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.
Ο πιο πάνω πεζός αφού κοιτάχθηκε με τον οδηγό του προαναφερόμενου οχήματος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την ΕΟ προκειμένου να μεταβεί στο χωριό Λυγιά Πρέβεζας. Ενώ αυτός πλησίαζε στο μέσο της οδού ο πρώτος εναγόμενος συνέχισε την πορεία του και προκειμένου να τον αποφύγει επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και τροχοπέδησε μόνον όταν έφθασε στη σημείο που βρισκόταν ο πεζός, όπως φαίνεται από τα ίχνη τροχοπέδησης των δεξιών τροχών του οχήματός του μήκους 3,30 μ., με αποτέλεσμα ο πρώτος εναγόμενος με το μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου να εκτινάξει τον πεζό στο παρμπρίζ και στη συνέχεια τον παρέσυρε σε απόσταση 11 μ, επί του οδοστρώματος εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι η ταχύτητα του οχήματος ήταν 80 χλμ την ώρα.
Από την πιο πάνω πρόσκρουση και παράσυρση ο πεζός υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του στις 16-8-2002, όπως προκύπτει ιδία από την 130-02/14-9-2002 ιατροδικαστική έκθεση του Θ. Β. επίκουρου καθηγητή ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το πιο πάνω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα τόσο του πρώτου εναγομένου όσο και του πεζού.
Συγκεκριμένα η συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός δεν έδειξε την προσοχή την οποία θα έδειχνε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν είχε εντείνει την προσοχή του στην οδήγηση ώστε να μπορεί να ακινητοποιήσει το όχημά του σε περίπτωση ανάγκης. Συγκεκριμένα αυτός δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και έτσι ενώ υπήρχε ορατότητα σε μήκος 130 μ πριν από το σημείο που βρισκόταν ο πεζός και είχε αντιληφθεί την κίνησή του επί του οδοστρώματος δεν τροχοπέδησε έγκαιρα αλλά μόνο όταν έφθασε πλησίον του πεζού ενεργώντας συγχρόνως λανθασμένο ελιγμό προς τα αριστερά, ενώ θα έπρεπε να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά δεδομένου ότι ο πεζός είχε ήδη διανύσει το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ηγουμενίτσα.
Η συνυπαιτιότητα του πεζού συνίσταται στο ότι αυτός δεν έδειξε την προσοχή την οποία θα έδειχνε ο μέσος συνετός πεζός υπό τις πιο πάνω συνθήκες. Ειδικότερα αυτός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ΕΟ χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν παρεμποδίζει την κυκλοφορία των οχημάτων ενώ προηγουμένως είχε αντιληφθεί το όχημα του πρώτου εναγόμενου.
Σημειώνεται ότι ο παραπάνω θανών γνώριζε ότι διέσχιζε την ΕΟ Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, η οποία στο σημείο εκείνο είχε υψηλό όριο ταχύτητας (80 χιλ) αυτοκινήτου. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον μεν πρώτο εναγόμενο είναι 30% τον δε πεζό 70%". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της τρίτης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και την αντέφεση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κατανείμει το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος πεζού, συγγενούς των αναιρεσειόντων αντιστρόφως, και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά παραδοχή της νομίμως υποβληθείσας ένστασης από το άρθρο 300 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, ούτε παραβίασε αυτές εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του για την κατάφαση της συνυπαιτιότητας του θύματος, ως προς την οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον να διατυπώνουν αιτιάσεις οι αναιρεσείοντες, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα αναφέροντας ότι ο θανών πεζός άρχισε να διασχίζει κάθετα την οδό παρότι αντιλήφθηκε ότι προσεγγίζει στο σημείο αυτό το ζημιογόνο αυτοκίνητο, για τον οδηγό του οποίου έχει επίσης δεχθεί υπαιτιότητα το Εφετείο, και αναπτύσσεται ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του συγγενούς των αναιρεσειόντων (είσοδος αυτού στην οδό για να τη διασχίσει), βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρει από ποια απόσταση ο υπαίτιος οδηγός αντιλήφθηκε τον πεζό, σε ποιο σημείο επήλθε η παράσυρση, ούτε η ακριβής ταχύτητα του οχήματος, και δεν ασκεί επιρροή στην υπαιτιότητα του πεζού το ύψος του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των αυτοκινήτων στο σημείο του ατυχήματος, διότι κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτή εντοπίζεται στο γεγονός της εισόδου του πεζού στην οδό κατά παράβαση των οριζομένων στον ΚΟΚ.
Τα ανωτέρω και όσα άλλα αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, καθώς και στον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων δεν ήταν αναγκαία για να κριθεί αν στην ένδικη υπόθεση έγινε ή όχι σωστή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών του συντρέχοντος πταίσματος και του αιτιώδους συνδέσμου. Οι ανωτέρω λόγοι, επομένως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα μερών είναι απαράδεκτοι, διότι η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο τόσο του δικογράφου της αναίρεσης, όσο και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία είχαν νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του α) την 361/11-2-2005 βεβαίωση της Διεύθυνσης Ελέγχου και Συντήρησης Έργων της Περιφέρειας Ηπείρου και β) την 368/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και επομένως, οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που αποδίδουν στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμοι.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση, καθώς και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Ε. χήρας Α. Μ. κλπ, καθώς και τους από 28 Ιανουαρίου 2011 πρόσθετους επ' αυτής λόγους, για αναίρεση της 244/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ