Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, rejecting argument that tenant never lived in the property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision ordering her to pay 19,215 euros for unjust enrichment. The appellant argued she never lived in the disputed apartment, but the court found her evidence insufficient to disprove her actual use of the property. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law regarding the tenant's obligation to compensate the owner for the value of the property used without permission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1096 and 1098 of the Civil Code; The Supreme Court may not re-evaluate factual circumstances regarding the actual use of property by a tenant, limiting its review to the correct application of law based on established facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 686 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δικαίωμα αποζημίωσης από δικαιοπραξία έχει και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Εσφαλμένη εφαρμογή άρθρου 79 ν. 5960/1932, 914, 297, 298 ΑΚ. Αναιρεί απόφαση Εφετείου.
Αριθμός 686/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαδόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Ασημακόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39183/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1558/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005) .Με το πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ενόψει του ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ίδια ουδέποτε νεμήθηκε ή χρησιμοποίησε το επίδικο διαμέρισμα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον υπό την επίφαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας που όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/1995). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π.478/2009). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, περί του ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε ως κατοικία το εις την αγωγή αναφερόμενο διαμέρισμα, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, απλώς συνεκτίμησε και τα έγγραφα ( από 24-9-2001 έφεση της και την 5859/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από 18-9-2002 προτάσεις αυτής στο Εφετείο Θεσσαλονίκης επί της με αριθ. 441/3-2-2004 κλήσης ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου και από 14-10- 2004 προτάσεις ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και την με αριθ. 5773/29-12-2003 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ) και δεν προσέδωσε σ'αυτά πλήρη αποδεικτική δύναμη για το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος.
Ειδικότερα ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή.
Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος ( άρθρο 962 Α.Κ.). Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα.
Εξετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) Ολ.
ΑΠ 1/1999. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκείμενη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Με το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίου Ψωμά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών τον Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ..., ο ενάγων κατέστη κύριος και νομέας ενός διαμερίσματος εμβαδού 124 τμ, που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο της κείμενης στην ...
επί της διασταυρώσεως των οδών ... πολυώροφης οικοδομής και αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο και αποχωρητήριο. Το διαμέρισμα αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος κατά τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, κατά την διάρκεια του γάμου του με την εναγομένη, που τελέσθηκε στην ...
στις 19/1/1969 και χρησιμοποιούσαν οι διάδικοι ως οικογενειακή στέγη αυτών και των δύο τέκνων τους. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε οριστικά κατά μήνα Μάϊο του έτους 1992, οπότε ο ενάγων αποχώρησε από την συζυγική οικία και έκτοτε σ' αυτήν διέμεναν η εναγομένη και τα δύο τέκνα τους. Η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης ολόκληρου του ως άνω διαμερίσματος από τον κύριο αυτού ενάγοντα, στην εναγομένη για να χρησιμεύσει ως κυρία κατοικία αυτής και των τεκνών τους , έγινε κατόπιν σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1393 ΑΚ.
Μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν. Ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την αριθμ. εκθ. καταθέσεως ... αγωγή του, με την οποία ζήτησε, να αναγνωρισθεί η κυριότητα του στο ανωτέρω διαμέρισμα και να υποχρεωθεί η εναγομένη στην απόδοση του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αριθ. 5859/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) με την οποία έγινε δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη στην απόδοση του διαμερίσματος.
Μετά την άσκηση έφεσης κατ' αυτής από μέρους της εναγομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2995/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση, ότι αυτή είχε δικαίωμα, να κατέχει το επίδικο διαμέρισμα (αρθρ. 1095 ΑΚ), δυνάμει της προαναφερομένης συμφωνίας, περί ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής στέγης (ΑΚ 1393), εφόσον ο γάμος των διαδίκων δεν είχε ακόμη λυθεί αμετάκλητα.
Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετάκλητα με την αριθ. 629/20-4-1999 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τότε έπαυσε να ισχύει η συμφωνία αυτή περί ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής στέγης οπότε η εναγομένη γνώριζε ότι δεν δικαιούται σε νομή του επιδίκου διαμερίσματος. Παρά ταύτα, αυτή, ενεργώντας ατομικά, εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το διαμέρισμα ως κατοικία, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα πλέον δικαίωμα, εναντίον της βούλησης του ενάγοντος.
Επομένως, ενέχεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, στην απόδοση των ωφελημάτων, τα οποία συνίστανται, στη δαπάνη που εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν μίσθωνε άλλο παρόμοιο με τοεπίδικο διαμέρισμα για να το χρησιμοποιήσειως κατοικία της, ανεξάρτητα από το ότι δεν έχειασκηθεί διεκδικητική της κυριότητας αγωγή απόμέρους του ενάγοντος κυρίου.
Το ότι όντως ηεναγομένη χρησιμοποίησε το άνω διαμέρισμα ως κατοικίατης, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αποδεικνύεταιαπό το γεγονός, ότι η ίδια σε σειρά δικογράφων πουαπηύθυνε σε δικαστικές αρχές, δήλωνε ως κατοικία τηςτο εν λόγω διαμέρισμα και δη: Στην από 24/9/2001 έφεση της κατά της αριθ. 5859/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις από 18/9/2002 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στηναριθ.
έκθ. κατάθεσης ... κλήση τηςενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις από 14-10-2004 προτάσεις της ενώπιον τουΕφετείου Θεσσαλονίκης. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από την αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, η ίδια η εναγομένη παρέλαβε στην επίδικη οικία , στις ..., αντίγραφο έκθεσης εισήγησης της Ειρηνοδίκη Κομοτηνής.
Γι' αυτό και η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ζ, κατά την οποία, η εναγόμενη αποχώρησε από το επίδικο διαμέρισμα κατά τον μήνα Απρίλιο 1997 και οι ένορκες βεβαιώσεις των ... και ..., κατά τις οποίες η εναγόμενη από τον μήνα Μάϊο 2002 αποχώρησε από το εν λόγω διαμέρισμα, δεν κρίνονται πειστικές. Αποδείχθηκε ακόμη, ότι από την προεκτεθείσα χρήση η εναγομένη εξοικονόμησε τη σχετική δαπάνη, στην οποία ασφαλώς και θα υποβαλλόταν αυτή από την μίσθωση όμοιου διαμερίσματος, για την ικανοποίηση των στεγαστικών της αναγκών.
Η μισθωτική αξία του επιδίκου, ενόψει της παλαιότητας του (κατασκευάστηκε πριν από τριάντα τουλάχιστον χρόνια) του εμβαδού και της θέσης του, ανερχόταν, για το χρονικό διάστημα 1/12/2001 έως 30/11/2003, σε 450 ευρώ τον μήνα και από 1/12/2003 έως 30/4/2005 σε 495 ευρώ τον μήνα.
Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται ως ωφελήματα, το ποσό των (450 ευρώ, χ 24 μήνες + 495 ευρώ χ 17 μήνες=) 19.215 ευρώ. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης- αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε υποχρεώσει αυτή να καταβάλλει στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.215 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα με τις ανωτέρω παραδοχές ότι η εναγομένη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-12-2001 έως 30-4-2005 ενεργώντας ατομικά χρησιμοποίησε το επίδικο διαμέρισμα ως κατοικία, εν γνώσει της, ήδη από το έτος 1999, ότι δεν είχε σχετικώς κανένα δικαίωμα νομής ή κατοχής και εναντίον της βούλησης του ενάγοντος και ότι κατά το χρόνο αυτό εξοικονόμησε τη σχετική δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν από τη μίσθωση όμοιου διαμερίσματος για την κάλυψη των στεγαστικών της αναγκών, καθώς και ότι η μισθωτική αξία του επιδίκου ανερχόταν κατά το από 1-12-2001έως 30-11-2003 χρονικό διάστημα σε 450 ευρώ τον κάθε μήνα και από 1-12-2003 έως 30-4-2005 σε 495 ευρώ τον κάθε μήνα, καταφάσκεται η ευθύνη αυτής για την καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 19.215 ευρώ με βάση τις ανωτέρω διατάξεις που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς οι, τρίτος ,τέταρτος ,πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό μέρος τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1558/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ