Supreme Court dismisses appeal on civil law grounds regarding property rights and evidence admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the appellate court erred in applying substantive civil law rules and failed to consider specific evidence, including a prior judgment declaring witnesses perjurers. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and its consideration of all presented evidence legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on substantive law violation or failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision is logically derived from the facts and all submitted proofs were duly examined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 686 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 686/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γιαννόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντος στην ..., 2) Ψ2, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ... και 4) Ψ4, κατοίκου ..., για τον εαυτό τους και ως κληρονόμων του αρχικώς ομοδίκου τους ΨΨ. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ψωμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου ΨΨ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/1999 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας λόγω αρμοδιότητας, 113/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και 143/2002 μη οριστική, 298/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου (Μεταβατική έδρα Καλαμάτας). Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν οι από 19-9-2003 και 30-7-2003 αντίστοιχα αιτήσεις αναιρέσεως, επί τον οποίων εκδόθηκαν οι 277/2005 και 280/2005 αντίστοιχα αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν την ως άνω 298/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψαν την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου (Μεταβατική έδρα Καλαμάτας). Το Εφετείο Καλαμάτας εξέδωσε την 231/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης διάβασε την από 10-9-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 231/2005 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε γενικά υπάγεται στις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι, αν με την αναίρεση προσβάλλεται απόφαση του Εφετείου, δεν αρκεί ο ισχυρισμός που στηρίζει το σχετικό λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να έχει επαναφερθεί κατά τρόπο νόμιμο και παραδεκτό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Για τη νόμιμη επαναφορά του στο Εφετείο αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών.
Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η επαναφορά του ισχυρισμού, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου ενσωματώνονται προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης, με τις οποίες είχε προβληθεί ο ισχυρισμός πρωτοδίκως, και περιέχεται γενική μόνο αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, με παραπομπή στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με αυτές.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη, περί διεκδικήσεως ακινήτου, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, λόγω αοριστίας του δικογράφου της αναφορικά με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης από αυτούς της κυριότητας του επιδίκου, από κληρονομική διαδοχή.
Όπως, όμως, προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των ενώπιον του Εφετείου από 27-10-2005 προτάσεων του αναιρεσείοντος, αυτός δεν επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής, δηλαδή με επανυποβολή αυτού με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεών της που τον περιείχαν.
Επομένως, ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται, δεν προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα. Επειδή, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ., για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος, για τη συμπλήρωση της οποίας ο χρησιδεσπόζων μπορεί να συνυπολογίσει και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 14.832 τ.μ., που είναι αγρός ξηρικός, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και εικονίζεται στα από μηνός Αυγούστου 1991 και από μηνός Ιουλίου 1994 τοπογραφικά διαγράμματα του τοπογράφου μηχανικού ...
με περιμετρικά στοιχεία Α1-Α2-Α3- Α4-Α5-Α6-Α7-Α8-Α9-ΑΙ0-Α11-Α12-Β1-ΑI3-ΑI4-ΑI5-ΑI6-Β2-ΑI7-ΑI8-ΑI9-Α1, ανήκε στην ΓΓ, σύζυγο του δευτέρου και μητέρα των λοιπών εναγόντων, που αποβίωσε το έτος 1989, στην οποία είχε περιέλθει κατά κυριότητα με μεταβίβαση, λόγω αγοράς, από τον προηγούμενο κύριό του και πατέρα αυτής ΔΔ, δυνάμει του ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύλου Αδάμ Στασινοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο συμβόλαιο αυτό το επίδικο περιγράφεται ως ξηρικός αγρός, εκτάσεως δέκα περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με αγρό ΑΑ, δυτικά και νότια με αγρό ΒΒ (πατέρα του πρώτου εναγομένου) και βόρεια με χάνδακα.
Ο αρχικός ιδιοκτήτης ΔΔ, στον οποίο είχε περιέλθει ο ως άνω αγρός από κληρονομία του προ πεντηκονταετίας αποβιώσαντος πατέρα του, νεμόταν αυτόν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το έτος 1941, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα τον επέβλεπε και τον επιτηρούσε, δεδομένου ότι λόγω της φύσης του ως ξηρικού αγρού δεν προσφερόταν για καλλιέργεια.
Από της κατά το έτος 1941 αγοράς του επίδικου ακινήτου η ΓΓ νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς μέχρι το έτος 1989 που πέθανε, ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που ασκούσε και ο δικαιοπάροχος πατέρας της, και επιπλέον αυτή, κατά το έτος 1945 κατασκεύασε εντός του επιδίκου πέτρινες μάνδρες για να το οριοθετήσει από την όμορη ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου πατέρα του πρώτου εναγόμενου ΒΒ.
Kατά τα έτη 1961 και 1982 διαπραγματεύθηκε την πώληση του επιδίκου προς την εργατική εστία και προς διαφόρους κτηματομεσίτες, κατά το διάστημα των ετών 1960-1964 επέτρεψε στον κτηνοτρόφο ΕΕ να χρησιμοποιεί ένα μέρος στο δυτικό τμήμα αυτού ως χώρο σταυλισμού του ποιμνίου του ("γαλάρι") και ακόμη ανέθεσε σε τρίτους τον καθαρισμό του επιδίκου και τη σποραδική φύτευσή του με ελαιόδεντρα.
Η ΓΓ, που αποβίωσε κατά το έτος 1989, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον αρχικό δεύτερο ενάγοντα σύζυγό της ΨΨ, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, και από τα τέσσερα τέκνα της, ήτοι τους υπόλοιπους ενάγοντες, κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία εκείνης με την ... πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Πύλου Άγγελου Σκουφάκη, που μετεγράφηκε νόμιμα, και έτσι έγιναν, με τον παράγωγο αυτό τρόπο, συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Οι ενάγοντες από της περιελεύσεως σ' αυτούς του επιδίκου ασκούσαν επ' αυτού συνεχώς τη νομή, με διάνοια κυρίων. Ειδικότερα αυτοί επισκέπτονταν σποραδικά το επίδικο, το επέβλεπαν, το προστάτευαν έναντι των τρίτων και το έτος 1992 ανέθεσαν στο γεωπόνο ... να ελέγξει την καταλληλότητα του εδάφους. Εξάλλου, στο νοτίως του επιδίκου κείμενο όμορο ακίνητο, που ανήκε στο δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου ΒΒ, υπάρχει γαλάρι και στάνη, τα οποία αυτός χρησιμοποιούσε για το σταυλισμό των προβάτων του, ενώ αργότερα, μετά την πώληση των προβάτων του, εκμίσθωνε το χώρο αυτό, καθώς και τον υπόλοιπο χώρο της ιδιοκτησίας του που περιέβαλε το γαλάρι, σε τρίτους ποιμένες, οι οποίοι διέρχονταν με τα ποίμνιά τους και μέσα από το επίδικο.
Αυτό γινόταν, γιατί το επίδικο, που ήταν ξηρικός αγρός με βραχώδη μορφή και ελάχιστα τμήματα γαιώδους εδάφους, εντός των οποίων υπήρχαν μέχρι το έτος 1985 δύο αγριελιές και δεκατρείς ήμερες ελιές, ηλικίας 10-15 ετών, σε κακή κατάσταση, δεν προσφερόταν για σπορά και συστηματική καλλιέργεια. Τα περιστατικά αυτά δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο των προσκομιζομένων από τους εναγομένους τριών ενόρκων βεβαιώσεων των ποιμένων ..., ...
και ...., οι οποίοι βεβαιώνουν σ' αυτές ότι για τη βοσκή των ποιμνίων τους μίσθωναν κατά τα έτη 1947-1948, 1971-1972 και 1950-1953, αντίστοιχα, από το δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου ΒΒ ένα ακίνητο στη θέση ..., μέσα στο οποίο υπήρχε γαλάρι, χωρίς να προσδιορίζουν επακριβώς τα όρια του ακινήτου που μίσθωναν σε σχέση με το επίδικο, πράγμα που μπορεί να εξηγηθεί λογικά, αφού το επίδικο, ως έκταση συνεχόμενη του ακινήτου που αυτοί μίσθωναν, ήταν ελεύθερο, ακαλλιέργητο και μη ευχερώς διακρινόμενο από αυτό.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκαν οι θεμελιωτικοί της ενστάσεως ιδίας κυριότητας ισχυρισμοί των εναγομένων ότι το επίδικο περιήλθε κατά το έτος 1942 στο δικαιοπάροχο πατέρα του πρώτου τούτων ΒΒ, λόγω άτυπης αγοράς από τη δικαιοπάροχο των εναγόντων ΓΓ, και ότι αυτός ασκούσε σ' αυτό έκτοτε με διάνοια κυρίου και μέχρι το έτος 1989, που, με το νομίμως μεταγραφέν ...
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πύλου Άγγελου Σκουφάκη, το μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο γιο του, τη νομή και ειδικότερα τις διαλαμβανόμενες στις προτάσεις των εναγομένων εμφανείς υλικές πράξεις νομής, αφού οι διακατοχικές πράξεις που, σύμφωνα με τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, άσκησε ο δικαιοπάροχος αυτός του πρώτου εναγομένου έλαβαν χώρα όχι στο συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο, αλλά στην όμορη προς αυτό ιδιοκτησία του.
Και ναι μεν τα υπάρχοντα εντός του επιδίκου κατά την άσκηση της αγωγής ελαιόδεντρα, πέραν των ανωτέρω δύο αγριελιών και δεκατριών ήμερων ελιών, φυτεύθηκαν από τον δικαιοπάροχο αυτό του πρώτου εναγομένου, πλην όμως τούτο έγινε οπωσδήποτε μετά το έτος 1985 με πρόθεση αυτού να δημιουργήσει εμφανείς διακατοχικές πράξεις στο επίδικο.
Και τούτο, διότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων ΓΓ κατά την εποχή εκείνη ήταν υπερήλικας και δεν ήταν σε θέση να ασχοληθεί με το επίδικο, όπως άλλωστε και ο δεύτερος ενάγων σύζυγός της, λόγω των συχνών υπηρεσιακών μεταθέσεών του ως κελευστή του ναυτικού, ενώ ο γιος της (πρώτος ενάγων) που από πολλών ετών διέμενε στην ...
και οι θυγατέρες της (λοιπές ενάγουσες), και όσες από αυτές διέμεναν στην περιοχή ..., δεν είχαν ιδιαίτερο λόγο να επιτηρούν το επίδικο, αφού αυτό ήταν άγονος ξηρικός αγρός και δεν παρουσίαζε καλλιεργητικό ενδιαφέρον. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα αποδεικνύεται ότι πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο ασκούσαν, με διάνοια κυρίων και με καλή πίστη, οι ενάγοντες και πριν από αυτούς η άμεση δικαιοπάροχός τους ΓΓ, καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τους αναφερόμενους στην αγωγή τρόπους, δηλαδή τόσο με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, όσο και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ότι ο δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΒΒ δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς ούτε αυτός (αναιρεσείων) ούτε η συνεναγόμενή του ΣΤ απέκτησαν με αγορά ή με έκτακτη χρησικτησία κυριότητα στο τμήμα του επιδίκου που ο καθένας κατέχει και ότι επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας αντιθέτως, είχε δεχθεί ως βάσιμες τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος και της άνω συνεναγομένης του περί ιδίας αυτών κυριότητας και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί διεκδικήσεως του επιδίκου, έσφαλε.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τόσο της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και έκτακτη χρησικτησίας, όσο και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας στο επίδικο από τον αναιρεσείοντα και το δικαιοπάροχό του ΒΒ με έκτακτη χρησικτησία, στην οποία στηρίζονταν οι ενστάσεις αυτού και της συνεναγομένης του για απόκτηση δικής τους κυριότητας.
Ειδικότερα σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου για τη συνεχή άσκηση συγκεκριμένων πράξεων φυσικής εξουσίασης στο επίδικο ακίνητο από την άμεση δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ΓΓ, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1942 μέχρι το έτος 1989, δηλαδή επί μία τουλάχιστο εικοσαετία από τις 23-2-1946 που άρχισε να ισχύει ο ΑΚ, με την κατασκευή εντός του επιδίκου πέτρινων μανδρών προς οριοθέτησή του, τη χρησιμοποίηση με άδειά της μέρους του δυτικού τμήματος αυτού από τον κτηνοτρόφο ΕΕ, τη διαπραγμάτευση της πώλησής του με τρίτους, την ανάθεση σε τρίτους του καθαρισμού και της σποραδικής ελαιοφύτευσής του και την εν γένει επίβλεψη και επιτήρηση αυτού, οι πράξεις δε αυτές φυσικής εξουσίασης του επιδίκου απέκλειαν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, την ύπαρξη κατά το ίδιο χρονικό διάστημα νομής στο επίδικο ακίνητο του άμεσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος ΒΒ.
Εξάλλου αντίφαση προς την παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι- ενάγοντες μετά τον κατά το έτος 1989 θάνατο της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους ασκούσαν τη νομή στο επίδικο και ειδικότερα το επισκέπτονταν σποραδικά, το επέβλεπαν και το προστάτευαν έναντι των τρίτων δεν υπάρχει από την περαιτέρω παραδοχή ότι η φύτευση ελαιοδέντρων στο επίδικο από το δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος ΒΒ, η οποία έλαβε χώρα μετά το έτος 1985, κατέστη δυνατή, γιατί κατά την εποχή εκείνη η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων ΓΓ ήταν υπερήλικας και δεν ήταν σε θέση να ασχοληθεί με το επίδικο, ούτε, άλλωστε, και ο δεύτερος ενάγων σύζυγός της, λόγω των συχνών υπηρεσιακών μεταθέσεών του ως κελευστή τον ναυτικού, ενώ τα τέκνα αυτών (λοιποί ενάγοντες) δεν είχαν ιδιαίτερο λόγο να επιτηρούν το επίδικο, το οποίο ήταν άγονος ξηρικός αγρός και δεν παρουσίαζε καλλιεργητικό ενδιαφέρον, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, και με τη φύτευση αυτή των ελαιοδέντρων, στην οποία προέβη μετά το έτος 1985 ο ρηθείς δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος δεν απέκτησε τη νομή του επιδίκου, την οποία εξακολούθησε να έχει μέχρι το θάνατό της, κατά το έτος 1989, η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1041, 1045, 1094 και 1192 του ΑΚ, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα την 2751/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας, με την οποία οι αναφερόμενοι μάρτυρες απόδειξης καταδικάσθηκαν για ψευδορκία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω αναφερόμενο έγγραφο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 231/2005 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ