Legislator Case Law & Legislation
685/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract interpretation due to vague grounds and procedural defects.

Case Number 685/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by twenty individuals against a labor court decision regarding the true employer in anonymous company contracts. The appellants argued for a different legal outcome based on the actual employer's identity but failed to provide specific factual grounds or legal errors in their brief. The court rejected the appeal because the arguments were too vague, relied on provisions the lower court already applied, and lacked the necessary details required by law to establish a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 138, 559, 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the factual basis and legal error, and vague or repetitive arguments without identifying specific grounds for review are inadmissible and must be rejected.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague grounds labor contract interpretation true employer anonymous companies procedural defects costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 62, paragraph a of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 138, paragraph 2 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 19 and 10 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 685/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ι. Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Γ. του Α., 2)Χ. Λ. του Ι., 3)Σ. Σ. του Σ., 4)Γ. Δ. του Σ., 5)Α. Κ. του Δ., 6)Ι.. Κ. του Σ., 7)Κ. Τ. του Δ., 8)Φ. - Ν. Κ. του Ο., 9)Δ.. Κ. του Σ., 10)Μ. Λ. του Ι., 11)Α. Π. του Γ., 12)Γ. Κ. του Δ., 13)Γ. Μ. του Γ., 14)Γ. Φ. του Γ., 15)Σ. Ρ. - Α. του Σ., 16)Γ. Δ. του Δ., 17)Α. Σ. του Δ., 18) Χ. Ά. του Ι., 19)Κ. Κ. του Σ. και 20)Σ.. Μ., απάντων κατοίκων Κ.. Οι 8ος (Φ. - Ν. Κ.) και 18ος (Χ. Ά.) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Π., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Σεπτεμβρίου 2021, οι 6ος (Ι. Κ.), 8ος (Φ. - Ν. Κ.) και 18ος (Χ. Ά.) δεν είχαν παρασταθεί και οι λοιποί είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Π., ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις 17-9-2021. Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ι. Περλίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 10-9-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1275/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κ.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από ...-2017 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Σεπτεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 379/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, ήτοι κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής στη γραμματεία του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 68...2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 45/2018, ΑΠ 161...2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 168...2007).Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από το απόσπασμα της υπ' αριθμ. .../2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξίαρχου Δ.Ε.

Π. Κ.., προκύπτει ότι ο όγδοος αναιρεσείων Φ.-Ν. Κ. του Ο. αποβίωσε στις 5-6-2015 ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης από 17 Ιανουαρίου 2017 και με αριθμό κατάθ. ...2017 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 2017. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά τον πιο πάνω όγδοο αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης του υποκειμένου στην άσκησή της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1380/2023, ΑΠ 70...2023, ΑΠ 936/2018, 869/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι η πληρεξουσιότητα προς αυτόν, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ειδικά δε για τις εργατικές διαφορές, η εν λόγω πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και του παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται (ΑΠ 1997/2022, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 159...2018).

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 350/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 165/2020).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολιπόμενου ή μη παριστάμενου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, ή η επίσπευση γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα ή τη γραμματεία του Δικαστηρίου και σε καταφατική περίπτωση το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς που δεν έχουν νομίμως κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 42/2019 ΑΠ 159...2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η υπό κρίση από ...-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/12-1-2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κ., κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Ι. από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων (είκοσι τον αριθμό) δικηγόρο Αθηνών Δ.

Π. και ορίσθηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμος η 23-2-2021, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού. Στη συνέχεια, με την από 10-5-2021 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου επανήλθε αυτεπάγγελτα προς συζήτηση η υπόθεση για τη δικάσιμο 14-9-2021 και έγινε εγγραφή αυτής στο πινάκιο, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα.

του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, προς ενημέρωση των διαδίκων. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε η αναίρεση συζητήθηκε, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 14-9-2021 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου: οι έκτος και δέκατος όγδοος αναιρεσείοντες Ι.

Κ. του Σ. και Χ. Ά. του Ι., αντίστοιχα, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παρασταθούν κατά την εκφώνηση. Στη συνέχεια, με τη με αριθμό 379/22-11-2023 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως και στον ως άνω δέκατο όγδοο αναιρεσείοντα Χ.

Ά. του Ι. (βλ. το από 5-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κ.. Ι. Κ. στον ίδιο) ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, για την ανασυζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο στις 14-9-2021, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη -Μπονάτου που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου ως Εισηγήτρια.

Κατά τη νέα αυτή δικάσιμο(27-2-2024) και κατά τη σειρά του οικείου πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης: ο έκτος αναιρεσείων Ι. Κ. του Σ. εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Περπατάρη, ενώ ο δέκατος όγδοος αναιρεσείων Χ. Ά. του Ι. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε την από το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο έκτος αναιρεσείων, ο οποίος ναι μεν δεν είχε παρασταθεί κατά την αρχική δικάσιμο (14-9-2021), παραστάθηκε όμως νόμιμα στην παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση, θα δικαστεί αντιμωλία, ενώ, όσον αφορά τον δέκατο όγδοο αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε την από το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση, ούτε κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε και κατά την αρχική δικάσιμο, πλην όμως κλητεύθηκε νόμιμα, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Ακολούθως, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος και του εν λόγω 18ου αναιρεσείοντος Δημήτριος Περπατάρης, που κατέθεσε και υπέγραψε και για λογαριασμό του την αίτηση αναίρεσης, ήταν εφοδιασμένος με ρητή πληρεξουσιότητα από αυτόν για την άσκησή της, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση ο ως άνω διάδικος Χ. Ά. του Ι. (19ος ενάγων) δεν μετείχε στη δευτεροβάθμια δίκη, καθότι δεν ήταν εκκαλών στις από 1-3-2014 και 23-7-2014 εφέσεις των ηττηθέντων εναγόντων, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αρ. 5/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ι. και ως τούτου δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά (αρθ. 556 παρ.1 ΚΠολΔ) στην άσκηση της ένδικης αίτησης.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5/12-1-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κ., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Αναφορικά με το εμπρόθεσμο ή μη, κατ' άρθρ. 564 ΚΠολΔ, της εν λόγω αίτησης, που ως στοιχείο του παραδεκτού (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), ερευνάται αυτεπαγγέλτως, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, από τον Άρειο Πάγο, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του παρόντος δικαστηρίου, επί αιτήσεων αναιρέσεων που έχουν κατατεθεί μετά την 1-1-2016 (όπως η ένδικη αίτηση αναίρεσης) και απευθύνονται κατά αποφάσεων, που δημοσιεύτηκαν πριν από την 1-1-2016 (όπως η προσβαλλόμενη απόφαση) εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, κατά το οποίο από 1-1-2016 η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης είναι πλέον διετής.

Επομένως, ενόψει του ότι στην παρούσα περίπτωση, από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 12-1-2015 μέχρι την κατάθεση της αναίρεσης στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Κ. στις 13-2-2017 δεν είχε παρέλθει τριετία, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΟλΑΠ 32/1996). Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 16/2023), ούτε η ανάλυση της έννοιας που αποδίδει ο αναιρεσείων στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου (ΑΠ 212...2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ ...2022, ΟλΑΠ ...2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Προκειμένου να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται: α) η συγκεκριμένη, φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα καθώς και το περιεχόμενό της, β) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έννοια της διάταξης αυτής, γ)το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, εάν απορρίφθηκε η αγωγή ή η ανακοπή ή γενικά συγκεκριμένος ισχυρισμός ως μη νόμιμος, η οικεία ιστορική βάση (ΟλΑΠ ...2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005,ΟλΑΠ 32/1996 ΑΠ 887/2019).

Για το ορισμένο, επίσης, του ως άνω λόγου της αναίρεσης, σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 2007/2009). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποκλειστικά τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 1...1996 ΑΠ 784/2023, ΑΠ 1795/2022).

Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι η αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 784/2023, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 950/2019).

Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά τον νόμο λήψη υπόψη ισχυρισμού που δεν προτάθηκε, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρότι δεν προτάθηκαν, έλαβε υπόψη του και να αναφέρεται ποιά επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης αν δεν λαμβανόταν υπόψη ο μη προβληθείς ισχυρισμός (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 159...2008).

Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού που προτάθηκε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 42...2009).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία.

Συνεπώς δεν ιδρύεται , αν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 376/2008, ΑΠ 208...2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων σε αυτή διατάξεων του εθνικού και κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 669, 281,173, 200 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 21 του Ν. 2190/1994, 6 παρ.1 του Ν.2527/1997, 103 του Σ., 11 του Π.Δ. 164/2004, Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ρήτρας 5 της Συμφωνίας πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που αφορούν τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και την αποφυγή καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των εργαζόμενων, μέσω του καταχρηστικού χαρακτηρισμού τους από τον εργοδότη ως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, καθώς επίσης (προσάπτουν σε αυτήν) και τις από τους αριθμούς 19,8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες Ειδικότερα, αφού προβαίνουν στην κατά την άποψή τους, νομική ανάλυση και ερμηνεία των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθώς επίσης σε νομική ανάλυση των λόγων αναίρεσης από τους πιο πάνω αριθμούς 1,19,8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, στη συνέχεια ισχυρίζονται ότι το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, η οποία είναι σύμφωνη με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και να μην εφαρμόσει τις ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004 και ιδίως του άρθρου 11 αυτού, οι οποίες αντίκεινται στο σκοπό εν λόγω Οδηγίας και ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες παρά το νόμο τις εφάρμοσε.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι και κατά τα δύο σκέλη του απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος γιατί: Όσον αφορά την εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο ερεύνησε τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής και έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να εφαρμόσει την εν λόγω διάταξη με την ειδικότερη αιτιολογία ότι α) οι διαλαμβανόμενες στην αγωγή επί μέρους συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι αναιρεσείοντες απασχολήθηκαν στο Καζίνο Κ.

και στο Μουσείο Α. Κ. κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα (τα οποία αναφέρονται στην αγωγή και στην προσβαλλόμενη απόφαση), δεν χαρακτηρίζονται από την απαιτουμένη κατά νόμο συνοχή, ενόψει του ότι απέχουν μεταξύ τους κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν διαδοχικές, καθόσον, όπως καταφαίνεται από αυτές, οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κάλυπταν περιόδους θέρους και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, δηλαδή περιόδους που ήταν αυξημένες οι ανάγκες της εργοδότριας αυτών λόγω τουριστικής αιχμής και επομένως κάλυπταν προσωρινές και εποχικές ανάγκες αυτής, με συνέπεια κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος, να μην έχουν προσλάβει τον ενιαίο χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε να τον διατηρήσουν και μετά την έναρξη της ισχύος των εν λόγω συνταγματικών ρυθμίσεων και β) αναφορικά με τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που κατά την αγωγή οι αναιρεσείοντες είχαν καταρτίσει με τρίτες ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες ΕΛΛΑΣ ΓΚΑΡΝΤ ΑΕ" και "ΜΑΡΓΕΛΛΗΣ SECURITY ΑΕ" πλην όμως εξακολούθησαν κατά τη διάρκεια αυτών να παρέχουν την εργασία τους στις ως άνω επιχειρήσεις της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον δεν διαλαμβανόταν για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού ότι υπήρξε σύμπτωση της βούλησης των δικαιοπρακτούντων (εργαζομένων και εργοδοτριών τρίτων ανωνύμων εταιρειών) και της (πραγματικής) εργοδότριας για την παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος, διαφόρου του δηλωθέντος και δη ότι τα αποτελέσματα των εν λόγω συμβάσεων θα επέρχονταν όχι υπέρ των φαινομενικά συμβαλλομένων ως εργοδοτριών τρίτων ανωνύμων εταιρειών, αλλά υπέρ της καλυπτομένης αληθινής εργοδότριας εταιρείας Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω αναιρετικός λόγος πάσχει αοριστίας, αφού δεν αναφέρει το αποδιδόμενο, σε σχέση με την πιο πάνω διάταξη [και εκείνη του άρθρου 138 παρ.2 του Α.Κ.] στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αναφορικά με τις εν λόγω αιτιολογίες αυτής.

Όσον δε αφορά τη μη εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004 ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, γιατί οι ίδιοι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες για τη νομική θεμελίωση της αγωγής τους επικαλούνται τις διατάξεις του εν λόγω Π.Δ. (σελ. 17 και 29 της αγωγής). Οι από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δεν ιδρύονται και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν, γιατί το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και, επομένως, δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση, δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία όπως, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτείται για την ίδρυσή τους.

Τέλος, απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι και ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης γιατί, ανεξάρτητα από το ότι οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στο αναιρετήριο σε απλή μνεία του ως άνω αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το λόγο αυτό και στην επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, δεν προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτή, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα, δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο: α) ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρότι δεν προτάθηκαν, έλαβε υπόψη του, ούτε αναφέρεται ποιά επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, αν δεν λαμβανόταν υπόψη ο μη προβληθείς ισχυρισμός, β) ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας ούτε καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός που παρότι προτάθηκε δεν λήφθηκε υπόψη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε προσηκόντως και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2017 με αριθμό καταθ. ...13-2-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ 5/12-1-2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κ. .

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, εκτός από τον όγδοο, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ