Legislator Case Law & Legislation
685/2023 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on commercial agency contract termination timing and non-renewal declaration validity.

Case Number 685/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a commercial agency contract dispute. The lower court incorrectly ruled that a late termination notice did not end the fixed-term contract, failing to recognize it merely as a non-renewal declaration. The Court found the lower court violated statutory provisions on termination timelines and failed to examine the plaintiff's claim for commission damages, ordering a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 9(3)(a), 8(4) and 8 of Presidential Decree 219/1991; A declaration of non-renewal made within the statutory period for a fixed-term commercial agency contract does not terminate the contract but merely prevents its renewal, leaving the contract valid until its natural expiration.

Keywords

AI generated
commercial agency contract termination notice timing non-renewal declaration fixed term contract commission damages claim presidential decree 219/1991 remand for further trial

Cited Legislation

AI generated
Article 9(3)(a) of Presidential Decree 219/1991
Article 8(4) of Presidential Decree 219/1991
Article 8 of Presidential Decree 219/1991
Article 9(1) of Presidential Decree 219/1991
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 685/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "Π.. Μ. Ι.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Β. Γ. - Μ. Α..Ε..", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11958/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2520/2019 του Πολυμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος, 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ορίζεται ότι, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, κατά δε την παρ. 2, σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Επίσης, κατά την παράγρ. 4, του ίδιου άρθρου, η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Δεν είναι δυνατόν να ορισθούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων. Τέλος, κατά την παράγρ. 8 του ίδιου άρθρου η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην εμπορική αντιπροσωπεία προβλέπεται τακτική και έκτακτη καταγγελία, δηλαδή η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, όταν είναι αόριστης διάρκειας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της προθεσμίας, που αναφέρθηκε (τακτική καταγγελία),όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία).Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας.

Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (καταγγελίας). Κατά συνέπεια, στην ορισμένου χρόνου σύμβαση δεν νοείται τακτική καταγγελία, ώστε να επέρχεται μονομερώς η λήξη της σύμβασης πριν την πάροδο του συμβατικού χρόνου, σε περίπτωση δε που στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων συμφωνήθηκε τέτοια δυνατότητα, η εν λόγω συμφωνία συνιστά διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου, οπότε η σύμβαση λύνεται, κατά τον τρόπο που συμφωνήθηκε, χωρίς την υποχρέωση του καταγγέλλοντος να αιτιολογήσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού.

Επομένως, κατά μείζονα λόγο, δεν νοείται τακτική καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασης επιφέρουσα τη λύση της ταυτόχρονα με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου αυτής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των πιο πάνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση συνδρομής έκτακτων περιστάσεων.

Η έννοια της διάταξης είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, επιτρέπεται η καταγγελία της σύμβασης και χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών. Εξάλλου, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βούλησης, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας.

Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ' ου απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 1457/2021, ΑΠ 984/2019, ΑΠ 964/2015).

Περαιτέρω, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι στην ορισμένου χρόνου σύμβαση, η οποία έχει λήξει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, η άρνηση ανανέωσης της σύμβασης είναι κατ` αρχήν δικαίωμα του αντισυμβαλλομένου.

Συνεπώς, αφού η ημερομηνία λήξης της σύμβασης είναι γνωστή στα μέρη δεν χρειάζεται να προηγηθεί ειδοποίηση του αντισυμβαλλομένου ότι δεν θα συνεχισθεί η σύμβαση. Μπορεί, όμως, να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης της σύμβασης, οπότε κάθε συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται, πριν αυτή λήξει, να παρατείνει την ισχύ της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο μπορεί να ταυτίζεται με την αρχικώς συμφωνηθείσα διάρκεια ή να διαφέρει. Συνήθως, στην περίπτωση αυτή, προς αποφυγή αιφνιδιασμού του έτερου συμβαλλομένου, ορίζεται ότι το δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης ασκείται εγγράφως και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας πριν τη λήξη της σύμβασης. Μπορούν, επίσης, τα μέρη να συμφωνήσουν ότι η σύμβαση ανανεώνεται αυτομάτως για συγκεκριμένη προσυμφωνημένη χρονική περίοδο, εκτός εάν το ένα μέρος, εντός συγκεκριμένης και πάλι προθεσμίας προ της λήξεως, δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση. Μετά την πάροδο της σχετικής προθεσμίας το δικαίωμα μονομερούς παράτασης ή άρνησης της ανανεώσεως απόλλυται.

Συνεπώς, εφόσον τηρηθεί η ανωτέρω προθεσμία προμήνυσης, η σύμβαση λήγει με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, χωρίς να υφίσταται, εάν δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, υποχρέωση αιτιολόγησης της μη ανανέωσης, αφού αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από τη δήλωση ενός από τα μέρη ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση, δηλαδή τελεί η συμφωνία υπό τη διαλυτική εξουσιαστική αίρεση των συμβαλλομένων μερών, οπότε, εφόσον συντελεστεί το εν λόγω μέλλον και αβέβαιο γεγονός, ανατρέπεται η συμφωνία ανανέωσης και επανέρχεται η προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή η λήξη της ορισμένου χρόνου σύμβασης με την πάροδο της διάρκειας αυτής.

Κατά συνέπεια, η ως άνω δήλωση, με την οποία απλώς ανακοινώνεται (εξωτερικεύεται) η επιθυμία του συμβαλλόμενου μέρους για μη ανανέωση της σύμβασης, ακόμη και αν διατυπώνεται ως καταγγελία, δεν έχει την έννοια της τακτικής καταγγελίας, και, ως εκ τούτου, ουδεμία έννομη συνέπεια επιφέρει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από την κανονική λειτουργία της σύμβασης μέχρι τον συμφωνημένο χρόνο λήξη της, αφού, όπως εκτέθηκε, η έννομη συνέπειά της περιορίζεται και αφορά αποκλειστικά στην μη ανανέωση αυτής.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αγωγή της, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι με το από 3-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ανέθεσε στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) την αποκλειστική διανομή και διάθεση των παραγομένων από αυτή προϊόντων στην περιοχή των ... (ήτοι στους ...).

Ότι με το συμφωνητικό αυτό η εναγομένη υποχρέωνε την ενάγουσα να μεταπωλεί τα προϊόντα της στις τιμές που αυτή καθόριζε, ενώ παράλληλα της παρέδωσε κατάλογο πελατών, τον οποίο η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να τον αυξήσει με την εισφορά νέων πελατών ή άλλως να αυξήσει το ποσό των εμπορικών συναλλαγών με τους υφιστάμενους πελάτες.

Ότι η διάρκεια της σύμβασης αποκλειστικής διανομής συμφωνήθηκε για πέντε έτη (μέχρι τις 31-12-2011), ενώ με το 14ο όρο της σύμβασης ορίσθηκε ότι η σύμβαση θα ανανεώνεται κάθε έτος, για ένα ακόμη έτος, "εάν κάθε φορά (3) τρεις μήνες πριν τη λήξη της ένας των συμβαλλομένων δεν την καταγγείλει γραπτώς". Ότι στις 29.9.2011 η εναγόμενη επέδωσε στην ενάγουσα τη με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της, με το εξής περιεχόμενο "Με το από 03.01.2007 Ιδιωτικό Συμφωνητικό περί συστάσεως Εμπορικής Συμβάσεως Διανομής, που υπεγράφη μεταξύ των εταιρειών μας, ανέλαβε η εταιρεία σας, υπό τους όρους του εν λόγω συμφωνητικού, την ευθύνη της διανομής (πώλησης) των προϊόντων μας με δικά της μεταφορικά μέσα, στην περιοχή που αποτελείται από τους εξής Δήμους και Κοινότητες: ...

με όριο την ... (αρχόμενης από ... έως ...) συμπεριλαμβανομένων των επ' αυτής καταστημάτων. Όπως αναγράφεται στο παραπάνω Ιδιωτικό Συμφωνητικό, η εταιρεία μας απέβλεψε με την υπογραφή του στην αύξηση του κύκλου εργασιών της, εσείς δε αναλάβατε τη ρητή υποχρέωση να πράττετε ό,τι είναι δυνατόν για να αυξήσετε τις πωλήσεις των προϊόντων της εταιρείας μας και να τα προωθήσετε σε όλα τα σημεία πώλησης (Καταστήματα) που θα σας υπεδείκνυε η εταιρεία μας, εντός της περιοχής σας.

Ατυχώς, αντί της προσδοκώμενης αύξησης των πωλήσεων προϊόντων μας στην περιοχή ευθύνης σας, διαπιστώσαμε αντιθέτως μία αυξανόμενη κατ' έτος μείωση των πωλήσεων με τη συνακόλουθη δημιουργία καταστάσεων που θα δυσκολευθούμε να αναστρέψουμε. Ως ένα ελάχιστο μέτρο προστασίας των συμφερόντων μας, σας Δηλώνουμε:

α) ότι δεν επιθυμούμε την ανανέωση για ένα ακόμη έτος μετά την 31.12.2011 της μεταξύ μας υφιστάμενης Σύμβασης Διανομής, που συνήψαμε με το ως άνω από 03.01.2007 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, και β) ότι Καταγγέλλουμε την εν λόγω Σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδίου ως άνω από 03.01.2007 Ιδιωτικού Συμφωνητικού". Ότι η σύμβαση αυτή περιελάμβανε όρους καταχρηστικούς και περιοριστικούς του ανταγωνισμού, και οι οποίοι μεταξύ άλλων προέβλεπαν ότι η εναγομένη καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης των εμπορευμάτων από τους ενάγοντες προς τους λιανοπωλητές, ότι η ενάγουσα ηδύνατο να μεταπωλεί τα εμπορεύματα της εναγομένης σε συγκεκριμένη περιοχή και απαγορευόταν να πραγματοποιεί ακόμα και παθητικές πωλήσεις σε άλλη περιοχή.

Ότι η εν λόγω καταγγελία τυγχάνει άκυρη και καταχρηστική, αντίκειται δε στα χρηστά ήθη, καθόσον η εναγόμενη προέβη σε αυτή από λόγους εκδίκησης, λόγω της παρέμβασης που αυτή (ενάγουσα) άσκησε ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αιτούμενη τη μη έγκριση της συγχώνευσης της εναγομένης με την εταιρία με την επωνυμία "...", αλλά και προκειμένου να υφαρπάξει την πελατεία της.

Ότι με αυτό τον τρόπο ζημιώθηκε από τη μη συνέχιση λειτουργίας της σύμβασης για τον χρόνο μετά τη λήξη της και για πέντε (5) ακόμα έτη, όπως αναμενόταν, αφού απώλεσε κέρδη κατ' έτος 263.727,00 ευρώ και για το σύνολο της πενταετίας κέρδη συνολικού ύψους 1.318.635,00 ευρώ, από τα οποία με την κρινόμενη αγωγή αιτήθηκε μόνο το ποσό των 50.000,00 ευρώ.

Ότι επίσης δικαιούται για τον λόγο της μη ανανέωσης της σύμβασης, ένεκα της καταχρηστικής καταγγελίας της εναγομένης, και επικουρικά λόγω παρέλευσης του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της, αποζημίωση πελατείας, καθότι ήταν απόλυτα εξαρτημένη από την εναγόμενη, ανερχόμενη στον μέσο όρο των αμοιβών που αυτή έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2007 έως 31.12.2011, ήτοι στο ποσό των 298.100,00 ευρώ.

Ότι από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη, με την προσβολή της φήμης και της εμπορικής της πίστης, δικαιούμενη προς τούτο χρηματική ικανοποίηση ποσού 50.000,00 ευρώ. Με βάση τα ως άνω περιστατικά η αναιρεσείουσα-ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 398.100,00 ευρώ, Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί σε ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, εξ αιτίας της μη ανανέωσης της ένδικης σύμβασης ορισμένου χρόνου, και συγκεκριμένα, κατά διαδοχική σειρά, στις διατάξεις των άρθρων α) 281, 288 και 914 ΑΚ, β) 1 και 18ατου ν. 146/1914, γ) 919 ΑΚ και δ) 1, 2, 7γ του ν. 3959/2011 (πρώην 1, 2, 4γ ν. 703/1977) και 914 ΑΚ, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα α) η ένδικη σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου, λήγουσα την 31-12-2011, και συμφωνήθηκε, κατά το άρθρο 14 της σύμβασης, ότι "θα ανανεώνεται κάθε έτος, για ακόμη ένα έτος, εάν κάθε φορά τρεις (3) μήνες πριν τη λήξη της ένας των συμβαλλομένων δεν την καταγγείλει γραπτώς", και β) η αναιρεσίβλητη με την από 29-9-2011 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε τη σύμβαση "σύμφωνα με το άρθρο 14" αυτής, τηρώντας στην προβλεπόμενη αυτό προθεσμία των τριών μηνών και δηλώνοντας ρητά "δεν επιθυμούμε την ανανέωση για ένα ακόμη έτος μετά την 31-12-2011 της μεταξύ μας υφισταμένης σύμβασης διανομής", η εν λόγω συμφωνία ανανέωσης τελούσε υπό διαλυτική καθαρή εξουσιαστική αίρεση υπέρ και των δύο συμβαλλομένων, εξαρτώμενη έτσι από μέλλον και αβέβαιο γεγονός και, συνεπώς, με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, στην οποία αυτή προέβη ασκώντας την προβλεπόμενη από το άρθρο 14 της σύμβασης δυνατότητα, και με την οποία δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της σύμβασης, πληρώθηκε η πιο πάνω τεθείσα εξουσιαστική αίρεση, με αποτέλεσμα τη λήξη της σύμβασης με την παρέλευση της συμβατικής διάρκειας αυτής στις 31-12-2011, η συμπεριφορά δε αυτή της αναιρεσίβλητης, ενόψει του χαρακτήρα της τεθείσας αίρεσης, δεν ήταν αντισυμβατική, αφού αυτή άσκησε προβλεπόμενο από τη σύμβαση δικαίωμά της, ούτε και αδικοπρακτική, αφού η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ ούτε και αντίκειται στα χρηστά ήθη, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, καθόσον εντασσόταν στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες της αναιρεσίβλητης και δεν ήταν άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά της συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν καθιστά τη μη ανανέωση καταχρηστική, ενόψει του ότι η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσίβλητης εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από τον νόμο (άρθρ. 288 ΑΚ) καλόπιστης απ` αυτήν εκπλήρωσης της παροχής της.

Επίσης, η καταγγελία - δήλωση μη ανανέωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε από την αναιρεσίβλητη με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού για την υφαρπαγή της πελατείας που η αναιρεσείουσα δημιούργησε κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης και την εκτόπισή της από την αγορά ή με σκοπό την καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρισκόταν προς αυτήν η αναιρεσείουσα ούτε και ότι οφείλεται στην υλοποίηση παράνομης συγκέντρωσης της εξαγοράς αναιρεσίβλητης από τη ..., ενόψει μάλιστα του ότι, όπως εκτίθεται στην αγωγή, η Επιτροπή Ανταγωνισμού έκρινε τη συγκέντρωση αυτή συμβατή προς το άρθρο 4γ παρ. 1 του ν. 703/1977.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το αίτημα των διαφυγόντων κερδών, έστω και με πιο συνεπτυγμένη και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 578 ΚΠολΔ), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, και συνεπώς ο δεύτερος, ως προς όλα τα σκέλη, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, για τους ίδιους ως άνω λόγους η αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς το αίτημα της αναιρεσίβλητης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της μη ανανέωσης της ένδικης σύμβασης ορισμένου χρόνου, αφού η αναιρεσίβλητη άσκησε νόμιμο δικαίωμά της παρεχόμενο από το άρθρο 14 της σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο η συμφωνία ανανέωσης είχε εξαρτηθεί από τη θέληση των συμβληθέντων διαδίκων και ως εκ τούτου τελούσε υπό την ως άνω αναφερόμενη διαλυτική εξουσιαστική αίρεση, με αποτέλεσμα η εν λόγω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ανανέωσή της, να μη συνιστά παραβίαση των προρρηθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθώς και αυτών των άρθρων 932, 57, 59 ΑΚ και 101 ΣΛΕΕ.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το παραπάνω αίτημα της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμο, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, και, συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται δυσμενές από την αντικατάσταση αυτή δεδικασμένο, πρέπει κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ, ο πρώτος, κατά το υπό στοιχ.

Β1 σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 724, 725 ΑΚ, σε συνδ. με το άρθρο 281 ΑΚ, 8 παρ. 4 και 8 του π.δ/τος 2191991, καθώς και των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 703/1977 (ήδη ν. 3959/2011), είναι αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, (κατά ποσό) δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 9 παρ. 1 του πιο πάνω Π.Δ. 219/1991, συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ενός είδους εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί, με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται, α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό, από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν, από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική, δε, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας, ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 455/2015).

Το ύψος της αποζημίωσης αυτής, δεν μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχ. β' της παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991, να υπερβεί το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της σύμβασης ή αν αυτή διήρκεσε λιγότερο χρόνο, τον μέσο όρο του χρόνου αυτού.

Όπως, δε, προκύπτει από τον συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 Π.Δ. 219/1991, με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 έως 8 και 9 παρ. 3 του ίδιου Π.Δ., τυπική προϋπόθεση της αποζημιώσεως πελατείας, είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Η αξίωση αυτή αποζημίωσης πελατείας γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν, ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης, ρυθμίζεται από το Π.Δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο.

Επομένως, παρέχεται η αξίωση αποζημίωσης πελατείας και σε περίπτωση λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με τον χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία (AΠ 885/2020, ΑΠ 28/2020, ΑΠ 523/2017, ΑΠ 592/2008).Σύμφωνα δε με όσα ήδη εκτέθηκαν, και στην περίπτωση λήξης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας, με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής, και μη ανανέωσης αυτής, λόγω δήλωσης, εντός της συμφωνημένης προθεσμίας προμήνυσης, του εντολέα (παραγωγού) ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση, παρέχεται στον αντιπρόσωπο η προαναφερόμενη αξίωση αποζημίωσης πελατείας, εφόσον συντρέχουν όλες προς τούτο όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αναλαμβάνει την υποχρέωση με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή(Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018, ΑΠ 191/2016).

Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στον διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.

Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει τον χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής.

Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.

Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ. 4 Ν. 3577/2007, είναι δυνατή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικώς στον νόμο, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).

Έτσι, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.

Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιό του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013). (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).

Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης, διαρκώς και αποκλειστικώς, των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013).

Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος.

Δηλαδή, με βάση τα στοιχεία αυτά, επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια.

Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης, από την παρ. 1 εδ. α' αυτού, αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΑΠ 532, 533/2022, ΑΠ 1369/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:: Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Π..Μ. Κ. Σ. Ο..Ε..", ήδη εταιρεία με την επωνυμία "Π..Μ. Ι." (αναιρεσείουσα), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, συνήψε με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ.

Β. Γ. Μ. Α..Ε.." (αναιρεσίβλητη), που εδρεύει στα ... νόμιμα εκπροσωπούμενη και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα των γαλακτομικών προϊόντων το με ημερομηνία 3.1.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η δεύτερη ανέθεσε στην πρώτη την αποκλειστική διανομή και διάθεση των προϊόντων της στην περιοχή του Νομού Αττικής, που αποτελείτο από τους εξής Δήμους και Κοινότητες : ..., με όριο την οδό ..., με εξαίρεση συγκεκριμένους κατονομαζόμενους σε αυτή πελάτες της κατηγορίας "...", και κάποιους μεμονωμένους πελάτες της εναγομένης, που εξυπηρετούνταν από άλλο διανομέα.

Η διάρκεια της συμφωνίας αυτής ορίστηκε, με το άρθρο 14 της σύμβασης, για πέντε χρόνια, με έναρξη την 3-1-2007 και λήξη την 31.12.2011, και με συμφωνία ανανέωσης αυτής κάθε έτος, εάν κάθε φορά (3) τρεις μήνες πριν από τη λήξη της ένας εκ των συμβαλλομένων δεν την κατήγγειλε γραπτώς. Η ενάγουσα είχε απόλυτα την ευθύνη της διανομής (πώλησης) των προϊόντων της "..." (εναγομένης) με δικά της μεταφορικά μέσα (αυτοκίνητα - ψυγεία), και ήταν υποχρεωμένη να δείχνει τον απαραίτητο ζήλο και δραστηριότητα για την προώθηση και βαθμιαία άνοδο των πωλήσεων (άρθρο 3 σύμβασης), ανέλαβε την υποχρέωση να παραλαμβάνει από το υποκατάστημα της εναγομένης στα Άνω ...

τα προϊόντα που θα παράγγελνε, με την προϋπόθεση ότι η παραγγελία θα δινόταν τουλάχιστον μία ημέρα ενωρίτερα πριν την εκτέλεσή της τηλεφωνικά ή γραπτά και εφ' όσον υπάρχουν οι διαθέσιμες ποσότητες και να παραδίδει καθημερινά τις επιστροφές της ενώ οι παραγγελίες της θα ήταν υποκείμενες στις συνθήκες πώλησης και στις τιμές που θα ίσχυαν κατά το χρόνο αποστολής των εμπορευμάτων, με τον καθορισμό και την γενική πολιτική των τιμών των προϊόντων να ανήκει αποκλειστικά στην εναγομένη (άρθρο 4).

Η εναγομένη για κάθε αποστολή εμπορευμάτων θα εξέδιδε το ανάλογο κατά τον Κ.Β.Σ. τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, ενώ οι τιμές χρέωσης των εμπορευμάτων που θα αναφέρονταν στο τιμολόγιο θα ήταν αυτές που θα προέκυπταν, μετά την αφαίρεση του συμφωνηθέντος προς την ενάγουσα ποσοστού έκπτωσης επί του ισχύοντος εκάστοτε τιμοκαταλόγου της εναγομένης, το δε ποσοστό έκπτωσης συμφωνήθηκε να είναι 9,3% επί των τιμών πώλησης προς το κατάστημα, όπως αυτές καθορίζονταν από τους εκάστοτε τιμοκαταλόγους της εναγομένης (άρθρο 5 σύμβασης).

Ειδικά συμφωνήθηκε ότι οι αγορές των εμπορευμάτων θα εξοφλούνταν ανά 15νθήμερο με επιταγή 40 ημερών (άρθρο 6), και προσέτι η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να πράττει ό,τι της είναι δυνατόν για να αυξήσει τις πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης όπως και την προώθηση των προϊόντων της σε όλα τα σημεία πώλησης (Καταστήματα) που θα της υπεδείκνυε αυτή και τα οποία θα ευρίσκονταν εντός της συμβατικής περιοχής (άρθρο 8).

Επίσης συμφωνήθηκε, ότι θα υποχρεούνταν να συνεργάζεται και να πληροφορεί την εναγόμενη για τις συνθήκες της αγοράς, για τις τυχόν ενέργειες του ανταγωνισμού, για τα ποιοτικά προβλήματα των προϊόντων και γενικά να παρέχει κάθε πληροφορία που θα βοηθούσε στην σωστή προώθηση των προϊόντων της ... (άρθρο 9).

Τέλος όλοι οι όροι θεωρήθηκαν και από τους δύο συμβαλλόμενους ουσιώδεις, επιτρεπόμενης μόνο της εγγράφου τροποποιήσεως τους, η δε υπαίτια παράβαση οιουδήποτε όρου, παρείχε στον αναίτιο το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως και της υπαναχώρησης εξ αυτής, οπότε θα κατέπιπτε σε βάρος ταυ υπαιτίου και ποσό 6.000 € λόγω ποινικής ρήτρας.

Προσθετικά και επιπλέον προς την ποινή, ο αναίτιος θα δικαιούταν να απαιτήσει και την αποδεικνυόμενη θετική και αποθετική ζημία του (άρθρο 16). Εξάλλου στο ανωτέρω συμφωνητικό προσαρτήθηκε πίνακας, στον οποίο αναγράφονταν τα στοιχεία 218 πελατών της εναγομένης, που προσφέρθηκαν στην ενάγουσα, ο συνολικός τζίρος των οποίων κατά τη χρονική εκείνη στιγμή ανερχόταν στο ποσό των 2.570.000,00 ευρώ, όπως ακριβώς αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού.

Για το πρώτο έτος της συνεργασίας τους, (2007) υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων και επιμέρους συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα δικαιούταν έκπτωση 9,3% σε όλα τα προϊόντα που αγόραζε, επιπλέον έκπτωση 1,5% επί του συνολικού τζίρου, επιπλέον έκπτωση 2,7% επί των καθαρών πωλήσεων, επιδότηση μεταφορικών ποσού 2.000,00 ευρώ, επιδότηση παγίων ποσού 10.000,00 ευρώ, καθώς και ελεύθερες επιστροφές προϊόντων.

Οι ίδιοι ως άνω όροι επαναλήφθηκαν και στις επιμέρους συμφωνίες των ετών 2008 και 2009, ενώ για τα έτη 2010 και 2011, δεν υπεγράφησαν άλλα επιμέρους συμφωνητικά με αποτέλεσμα να ισχύουν οι όροι αυτού του έτους 2009, κατά τα προαναφερόμενα. Για την εξυπηρέτηση της εκτέλεσης της σύμβασης, όπως εξάλλου προέβλεπε και το 5° άρθρο αυτής, εκδίδονταν από την εναγομένη σχετικά τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής στο όνομα της ενάγουσας, από τα οποία αφαιρείτο η βασική της προμήθεια του 9,3%.

Δηλαδή η ενάγουσα με την αγορά των προϊόντων έπαιρνε την ανωτέρω βασική της προμήθεια. Τα τιμολόγια αυτά ήταν πληρωτέα με πίστωση 40 ημερών, ενώ για το σκοπό αυτό η ενάγουσα εξέδιδε και παρέδιδε στην εναγομένη, χάριν καταβολής, αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές. Η διανομέας (ενάγουσα) δεσμευόταν από την εναγομένη, ως προς την ανώτατη καθορισθείσα από την ίδια τιμή μεταπώλησης των προϊόντων της, η οποία καθόριζε συγχρόνως και τις παροχές προς τα σημεία πώλησης που συνήπτε κεντρικές συμφωνίες, καθώς και την αναλογία συμμετοχής στη δαπάνη παροχών, που βάρυνε την ενάγουσα.

Για τη διανομή των προϊόντων της εναγομένης, η ενάγουσα εκτελούσε, μέσω του απασχολούμενου προσωπικού της, καθημερινά δρομολόγια με τα οχήματα, που διέθετε, προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου μεταπωλούσε αυτά στην πραγματική τους αξία, εκδίδοντας προς τους πελάτες τα αντίστοιχα τιμολόγια - δελτία αποστολής.

Σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να διακινεί τα εμπορεύματα της εναγομένης αποκλειστικά και μόνο εντός των εδαφικών περιοχών που είχαν συμφωνήσει, με ελεύθερες επιστροφές για αυτήν, επίσης να μην συνεργάζεται με ανταγωνιστές αυτής, να μην διακινεί δικά τους εμπορεύματα, να πληροφορεί την εναγομένη για τις συνθήκες της αγοράς, για τις τυχόν ενέργειες του ανταγωνισμού και για τα ποιοτικά προβλήματα των προϊόντων της, να της αποστέλλει μηνιαία αναλυτικά στοιχεία σχετικά με την πελατεία και τον τζίρο της, και εν γένει να προωθεί τα συμφέροντα αυτής.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από τον τρόπο, που λειτούργησε στην πράξη η επίδικη εμπορική συνεργασία των διαδίκων, πληρούν τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά για να θεμελιώσουν την ένταξη της ενάγουσας στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης στις ανωτέρω συμβατικές περιοχές, στις οποίες περιοχές είχε τη δυνατότητα να διαθέτει η ενάγουσα και να πωλεί αποκλειστικά και μόνο τα προϊόντα της εναγομένης, με την απαγόρευση της διάθεσης, ιδίων ή παρόμοιων προϊόντων, ανταγωνιστών αυτής (εναγομένης), ως προς τις ενέργειες των οποίων είχε υποχρέωση να την ενημερώνει, με την τελευταία να καθορίζει αποκλειστικά και τις τιμές των προς μεταπώληση προϊόντων.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύεται, ότι η επιχείρηση της ενάγουσας ενεργούσε, ουσιαστικά, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής της με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, προσδίδοντας στη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που επιβάλλει και επί αυτής την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 περί καταγγελίας και αποζημίωσης πελατείας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 § 4 ν.3557/2007 (ΟλΑΠ 16/2013).

Περαιτέρω, και ενώ συνεχίστηκε η συνεργασία των διαδίκων κατά τον ανωτέρω τρόπο, στις 15-2-2011, η εναγομένη με την με ίδια ημερομηνία επιστολή της, που κοινοποίησε στην ενάγουσα, της εφιστούσε την προσοχή, ότι υπήρχε μείωση του συνόλου των εμπορικών συναλλαγών (τζίρου), ήτοι των πωλήσεων, κατά το προηγούμενο έτος 2010, κατά ποσοστό 6,1%, σε σύγκριση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα (δωδεκάμηνο) του προηγούμενου έτους 2009, αποδίδοντας τη μείωση αυτή, στην τρόπο που οργάνωνε την δουλειά της η ενάγουσα.

Στην ανωτέρω από 15-2-2011 επιστολή της εναγομένης, η ενάγουσα απάντησε με τη με ημερομηνία 17.3.2011 επιστολή της, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, στην οποία χωρίς να αρνείται ότι υπήρχε όντως μείωση των πωλήσεων (τζίρου) ή μη αύξηση στον επιθυμητό βαθμό ή και μείωση του συνόλου των συναλλαγών, ωστόσο απέδιδε αυτές στην γενικότερη αρνητική συγκυρία και στην εφαρμογή από την εναγομένη ενός καταχρηστικού και περιοριστικού συστήματος, σε κάθε περίπτωση ότι δεν οφειλόταν η μείωση σε δική της ευθύνη.

Τελικά η εναγομένη, επειδή η μείωση των πωλήσεων συνεχιζόταν, με την με ημερομηνία 29.9.2011 επιστολή της, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, πριν το συμβατικό πέρας αυτής, τρεις μήνες πριν τη λήξη αυτής (λήξη κατά τη σύμβαση 31-12-2011), τηρώντας έτσι τη προθεσμία που είχε τεθεί με το άρθρο 14 αυτής, επικαλούμενη κλιμακούμενη κατ' έτος μείωση των πωλήσεων, και δηλώνοντας τη βούλησή της να μην ανανεωθεί η διάρκεια της υπάρχουσας μεταξύ τους επίδικης σύμβασης για το χρονικό διάστημα μετά το τέλος του τρέχοντος έτους ήτοι μετά τις 31.12.2011.

Στην ανωτέρω, από 29.9.2011 καταγγελία, η ενάγουσα απάντησε με τη με ημερομηνία 4.10.2011 επιστολή της, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, με την οποία αρνούταν ότι είχε αναλάβει με την σύμβαση υποχρέωση για αύξηση του κύκλου εργασιών, αλλά ότι είχε αναλάβει την υποχρέωση μόνο της προώθησης των συμφερόντων της εναγομένης, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια και με κάθε δυνατή επιμέλεια, αποδίδοντας εκ νέου τη μείωση του συνόλου των συναλλαγών, τις οποίες δεν αρνιόταν, στις αντισυμβατικές ενέργειές της εναγομένης και στη υπάρχουσα κρίση στην εν λόγω αγορά.

Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με το ανωτέρω με αριθμό 14 άρθρο της σύμβασης τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής, δηλαδή η λύση της επίδικης σύμβασης, επήλθαν μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας, που οριζόταν στον ανωτέρω συμβατικό όρο, ανεξαρτήτου της συνδρομής σπουδαίου λόγου ή του καταχρηστικού χαρακτήρα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 724, 725 ΑΚ, 8 ΠΔ 219/1991, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλόμενους σε αυτήν (σύμβαση).

Η ενάγουσα, ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ισχυρισμούς που επαναφέρει και με λόγους έφεσης, ότι οι λόγοι για τους οποίους η εναγόμενη προέβη στην ως άνω καταγγελία της σύμβασης, α) ήταν αβάσιμοι και όχι σπουδαίοι, και σε κάθε περίπτωση δεν ευθυνόταν αυτή για τη μείωση του τζίρου αφού εκπλήρωσε τους συμβατικούς τους όρους για αύξηση πελατών, αλλά ότι η ευθύνη ήταν της ίδιας της εναγόμενης, β) ότι η μη ανανέωση της υπάρχουσας μεταξύ τους σύμβασης έλαβε χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος, και σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, με σκοπό την εκτόπιση της από τη σχετική αγορά, την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας της και με την πρόθεση να υποστεί αυτή οικονομική καταστροφή, γ) ότι, επειδή η εναγομένη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής έναντι της ενάγουσας, με πρακτικές και ενέργειες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό, και ότι προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, κατά καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και τέλος δ) για λόγους εκδίκησης, επειδή αυτή είχε παρέμβει ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού προκειμένου να μην εγκριθεί η συγχώνευση της εναγομένης με την εταιρία με την επωνυμία " ...".

Σχετικά με τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεσμεύτηκε συμβατικά (όρος 8) και ανέλαβε την υποχρέωση να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αυξήσει τις πωλήσεις των προϊόντων της εναγόμενης, όπως και να προωθήσει τα προϊόντα σε όλα τα σημεία πώλησης εντός της συμβατικής περιοχής όλοι δε οι όροι της σύμβασης θεωρήθηκαν ουσιώδεις και από τα δύο μέρη και υπαίτια παράβαση έστω και ενός όρου θα έδινε το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης (άρθρο 16 της σύμβασης).

Όπως αποδείχθηκε όντως κατά τη διάρκεια της πενταετίας που ίσχυσε η επίδικη σύμβαση, το σύνολο των πωλήσεων μειώθηκε εφόσον όπως συνομολογείται το ετήσιο ποσό των πωλήσεων στις αρχές του 2007 αντιστοιχούσε στο ποσό των 2.300.000,00 ευρώ, ενώ στις 31-12-2011 (τέλος σύμβασης) ανήλθε τελικά στο συνολικό ποσό των 9.564.828,16 αντί στο ελάχιστο ποσό των 11.500.000,00 ευρώ (2.300.000,00 X 5) που θα έπρεπε να ανερχόταν.

Ενδεικτικό αυτού είναι το γεγονός ότι στις συμβατικές περιοχές, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, (3.1.2007 έως 31.12.2011) το σύνολο των πωλήσεων της ενάγουσας μειωνόταν συνέχεια, αφού όπως προελέχθη, η εναγομένη είχε παραδώσει στην ενάγουσα πελατολόγιο, του οποίου ο τζίρος κατά το έτος 2006 ανερχόταν στο ποσό των 2.570.000,00 ευρώ (άρθρο 1 της σύμβασης), εν τούτοις το έτος 2007 συνολικά οι πωλήσεις αυτής ανήλθαν σε 2.057.293,01 ευρώ, το έτος 2008 σε 2.100.681,57 ευρώ, το έτος 2009 σε 1.933.090,00 ευρώ, το έτος 2010 σε 1.740.976,59 ευρώ και το έτος 2011 ανήλθαν σε 1.732.786,99 ευρώ (συνολικά 9.564.828,16 ευρώ).

Τα ανωτέρω ενισχύει και το γεγονός ότι οι επιστροφές των προς πώληση προϊόντων από την ενάγουσα στην εναγόμενη, αυξήθηκαν στην πενταετία και συγκεκριμένα από 4,80% το έτος 2006, σε 14,00% το έτος 2007, σε 15,60% το έτος 2008, σε 13,60% το έτος 2009 και το 10μηνο του 2010 σε 11,50%, γεγονός που είχε επισημάνει η εναγομένη στην ενάγουσα με την με ημερομηνία 29.11.2010 επιστολή της.

Εάν ευθυνόταν για την αύξηση στην συγκεκριμένη περιοχή των επιστροφών η εναγομένη και όχι η ενάγουσα, τα προϊόντα της, τα οποία τυγχάνουν επώνυμα στον τομέα των γαλακτοκομικών, θα παρουσίαζαν και σε άλλες περιοχές της Αττικής μείωση και όχι αύξηση, όπως και τελικά παρουσίασαν. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο αριθμός των 218 πελατών που της παραδόθηκε το 2006 από την εναγομένη με κύκλο συναλλαγών ύψους 2.570.000 ευρώ, δεν ανερχόταν στο αναφερόμενο στη σύμβαση ποσό αλλά υπολειπόταν αυτού, δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθόσον δεν προσδιορίζει κατά πόσο δεν ανταποκρίνονταν τα ανωτέρω στοιχεία στην πραγματικότητα, ενώ θα ήταν αναμενόμενο, εάν υπήρχε επιφύλαξη της ενάγουσας ως προς τα στοιχεία αυτά να μην συμπεριληφθεί το παραπάνω νούμερο του τζίρου στη σύμβαση πλέον του ότι καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, δεν υπήρξε κανένα παράπονο αυτής προς την ενάγουσα (ορθό εναγομένη) ως προς τα ανωτέρω στοιχεία.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εισέφερε κατά τη διάρκεια της σύμβασης και νέους πελάτες στο δίκτυο διανομής προϊόντων της εναγομένης όχι όμως παραπάνω από 203. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εισέφερε 260 νέους πελάτες, από τον κατάλογο όμως αυτών, δεκατρείς (13) από αυτούς και συγκεκριμένα οι 1) ... 2) ..., 3) ..., 4, 5) ... 7) ... 8,9) ..., ..., 10) ..., 12,13) ..., περιοχή ..., συνιστούν αλυσίδες υπεραγορών, οι οποίες ήταν ήδη πελάτες της εναγομένης κατά την έναρξη ισχύος της επίδικης σύμβασης και κατά τη διάρκεια αυτής άνοιξαν νέα υποκαταστήματα, λόγω της έντονης οικιστικής ανάπτυξης που παρατηρήθηκε στις ανωτέρω περιοχές.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι με την επιμελή της εργασία μπόρεσε να κρατήσει τους πελάτες αυτούς ώστε να ανοίξουν και νέα υποκαταστήματα δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν είναι νέοι πελάτες. Επίσης στους ανωτέρω πρέπει να προστεθούν και σαράντα τέσσερις (44) πελάτες αυτούς που η ενάγουσα επικαλείται ως νέους πελάτες, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον κατάλογο πελατών, που είχε εγχειρίσει σε αυτή η εναγομένη κατά την έναρξη ισχύος της υπόψη σύμβασης, ώστε δεν μπορούν να νοηθούν ως εισφερθέντες το πρώτον από αυτή (ενάγουσα), και ειδικότερα οι 1) ..., 2) ..., 3) ..., περιοχή ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., περιοχή ..., 9) ...2) 24) ..., 16) ... 18) ... 19) ..., 20) ..., 21)... 22) ... 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ... 35) ..., 37) ... 38) ..., 39) ... 40) ..., 41) ..., 42) ..., 43) ... 44) ....

Προσέτι, στο τέλος της επίδικης σύμβασης (2011), από αυτούς τους νέους πελάτες, απέμειναν στο δίκτυο διανομής της εναγομένης, μόνο 89, αφού σύμφωνα πάντα με το αγωγικό δικόγραφο, από τους αναφερόμενους ως νέους πελάτες, οι οποίοι είναι ενεργοί το έτος 2011, από τους 112 που επισημαίνονται από την ίδια την ενάγουσα στην ανάλυση πελατείας (σελ. 41 της αγωγής) με το σημείο (+) ως νέοι πελάτες, πρέπει να αφαιρεθούν 23 που περιλαμβάνονται στον κατάλογο πελατών, που της είχε εγχειρίσει η εναγομένη κατά την έναρξη ισχύος της επίδικης σύμβασης, ώστε δεν μπορούν να νοηθούν ως νέοι πελάτες που εισφέρθηκαν το πρώτον από την ενάγουσα και συγκεκριμένα οι 1) ..., 2) ... ..., 3) ..., 4)..., 5) ... ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ... 10) ..., 11) ..., 12) ..., περιοχή ... 13) Δ... 14) ... 1 5)..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., ... 20, ..., 21 ) ... 22) ..., 23) ..., ενώ από ...

και υπεραγορές δεν προκύπτει, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, ότι υπάρχουν νέοι πελάτες ενεργοί το έτος 2011.

Συνεπώς, εφόσον η εναγομένη, παρέδωσε στην ενάγουσα κατά την έναρξη της σύμβασης κατάλογο με 218 πελάτες, και αυτή συνεισέφερε συνολικά 203 νέους πελάτες κατά την πενταετία, από τους οποίους παρέμειναν ενεργοί το τελευταίο έτος της σύμβασης 89, και με δεδομένο ότι απωλέσθησαν συνολικά κατά τη διάρκεια της πενταετίας 292 πελάτες, γίνεται φανερό, από τα ως άνω δεδομένα, ότι δεν υπήρξε αύξηση του αριθμού των πελατών, αντιθέτως, υπήρξε μείωση αυτών.

Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι δεν είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης, για μη αύξηση του τζίρου των προϊόντων της στις συμβατικές περιοχές κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Περαιτέρω, η ενάγουσα, ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρει με λόγο έφεσης, ότι η μη εκπλήρωση της συμβατικής της υποχρέωσης για αύξηση του κύκλου εργασιών της, δεν οφειλόταν σε δική της υπαιτιότητα, αλλά σε υπαιτιότητα και μάλιστα σε ενέργειες της εναγομένης.

Ειδικότερα ισχυρίζεται: α) ότι η εναγομένη, καθόριζε αυτή τις τιμές μεταπώλησης των προς διανομή, προϊόντων, προσφέροντας και εκπτώσεις που δεν ήταν συμφέρουσες. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τον Απρίλιο του 2009 και μετά, και προς αντιμετώπιση του ανταγωνισμού πρόσφερε έκπτωση υπό μορφή εκπτωτικού "Sticker" και ότι πωλούσε τρία προϊόντα στην τιμή των δύο με αποτέλεσμα να υπάρχει μείωση του τζίρου της.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε ουσία βάσιμος, καθόσον, σε άλλες περιοχές στις οποίες επίσης εφαρμόστηκε η ανωτέρω εκπτωτική προσφορά, πλην των επίδικων περιοχών διανομής, υπήρξε αύξηση του κύκλου εργασιών της εναγομένης, β) ότι η εναγομένη έπαυσε τη διάθεση ορισμένων προϊόντων σε συγκεκριμένες αλυσίδες υπεραγορών (supermarkets), με αποτέλεσμα η παύση αυτή να της προξενήσει απώλεια κερδών ύψους 150.912,00 ευρώ Ως προς την παύση της διάθεσης ορισμένων προϊόντων, εκτός από την αοριστία του ανωτέρω ισχυρισμού αφού δεν μνημονεύονται ποιά ήταν αυτά τα προϊόντα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί και η αντίδικος της, και το δικαστήριο να κρίνει την ουσιαστική αυτού βασιμότητα, δεν αποδείχθηκε και ουσία βάσιμος, αφού όπως αποδείχθηκε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η εναγομένη διακίνησε είκοσι έξι (26) νέα προϊόντα, που απέφεραν συνολικό τζίρο 833.000,00 ευρώ, έναντι του τζίρου των 150.912,00 ευρώ που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι απώλεσε από τη μη διάθεση των προϊόντων αυτών, γ) ότι η εναγόμενη της αφαίρεσε μονομερώς, σημαντικούς πελάτες όπως ήταν η "... ..." και "...", (πελάτες που βρίσκονταν εντός του διεθνούς αεροδρομίου των ...) τα οποία πλέον εφοδίαζε η ίδια η εναγομένη, με συνέπεια σημαντική μείωση του τζίρου της κατά το ποσό των 180.000,00 ευρώ ετησίως.

Ως προς τον ισχυρισμό αυτό της ενάγουσας, όπως αποδείχθηκε, με την κατάθεση του μάρτυρα της ιδίας της ενάγουσας, η μη τροφοδότηση αυτών από την ενάγουσα με προϊόντα της εναγομένης δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της τελευταίας, αλλά στην επιλογή των ιδίων των ως άνω υπεραγορών, άλλης εταιρείας γαλακτοκομικών και όχι της εναγομένης, στην οποία όμως επέστρεψαν μετά από ενάμιση χρόνο.

Ακόμα όμως και εάν ήθελε θεωρηθεί ως αληθής ο ισχυρισμός αυτός, η συμβολή των εταιριών αυτών στο συνολικό τζίρο υπολογίζεται από την ενάγουσα στο ποσό των 180.000,00 ευρώ ετησίως, ώστε και εάν αφαιρεθεί από την ετήσια απώλεια τζίρου σε σχέση με τον αρχικά ορισθέντα στην επίμαχη σύμβαση, ύψους 2.570.000,00 ευρώ, πάλι δεν θα καλυπτόταν η προκύπτουσα διαφορά, αφού κατά το έτος 2007 η απώλεια αυτή ανερχόταν σε 301.609,00 ευρώ, κατά το έτος 2008 σε 253.767,00 ευρώ, κατά το έτος 2009 σε 438.694,00 ευρώ, κατά το έτος 2010 σε 650.512,00 ευρώ και κατά το έτος 2011 σε 659.515,00 ευρώ, δ)ότι λόγω της διακοπής της συνεργασίας με τους μεγάλους πελάτες του αεροδρομίου, χάθηκαν και μικρότεροι πελάτες που εξυπηρετούνταν με το ίδιο δρομολόγιο (5° δρομολόγιο).

Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και δεν προκύπτει εκ του λόγου αυτού υπαιτιότητα της εναγομένης, εφόσον ήταν θέμα της ενάγουσας, να μπορέσει να διατηρήσει τους ανωτέρω πελάτες και ε) ότι η εναγομένη έκανε ειδικές συμφωνίες με τις μεγάλες υπεραγορές, στις οποίες χορηγούσε έκπτωση 15%-30% στα προϊόντα της, με αποτέλεσμα, άλλοι μικρότεροι πελάτες, να προμηθεύονται από αυτές τις αγορές προϊόντα και όχι από την ίδια, έτσι ώστε οι ειδικές αυτές συμφωνίες να καταλήγουν ζημιογόνες γι αυτήν.

Ως προς αυτό, πέραν της αοριστίας του ισχυρισμού αφού δεν προσδιορίζεται κατά ποιό τρόπο ήταν ζημιογόνες οι συμφωνίες αυτές, πρέπει να σημειωθεί ότι την τακτική αυτή ακολουθούν όλες οι εταιρίες, που δραστηριοποιούνται στον ίδιο με τους διαδίκους επιχειρηματικό τομέα, ενώ η εναγομένη, εφάρμοζε τις ανωτέρω ειδικές συμφωνίες και σε άλλες περιοχές πλην των επιδίκων περιοχών διανομής, όπου εκεί δεν παρουσιάστηκε πρόβλημα στο κύκλο εργασιών (της εναγομένης), τέλος στ) ότι μία ομάδα πελατών, που της είχε παραδοθεί από την εναγόμενη, απωλέσθηκε από υπαιτιότητα αυτής με συνολικό τζίρο ύψους 417.331,74 ευρώ.

Ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι πέραν της αοριστίας του αφού δεν προσδιορίζεται και δεν αποδεικνύεται σε τι συνίστατο η υπαιτιότητα της εναγόμενης, ειδικά γι αυτή τη γκάμα των πελατών, δεν προσδιορίζεται και δεν αποδεικνύεται και το ύψος του απολεσθέντος τζίρου των 417.331,74 ευρώ.

Εξάλλου, όπως η ενάγουσα, συνομολογεί με την αγωγή της συνολικά είχαν σταματήσει τη συνεργασία μαζί της κατά την πενταετία πελάτες, ο τζίρος των οποίων αντιστοιχούσε σε 1.377.195,93 ευρώ, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ως άνω απολεσθέντες πελάτες, που, πάντα κατ αυτήν, πραγματοποιούσαν συνολικό τζίρο ποσού 417.331,74 ευρώ.

Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι για την απώλεια του τζίρου κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης, και για τη μη εκπλήρωση των συμβατικών όρων από πλευράς της ενάγουσας, δεν ενέχει ευθύνη η εναγομένη, γι αυτό και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο εφήρμοσε και σωστά τις αποδείξεις έκρινε γι αυτό και ο δεύτερος λόγος έφεσης περίπτωση 3, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η εναγομένη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση για λόγους εκδίκησης, πρέπει να λεχθεί ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, ανακοινώθηκε η εξαγορά της εναγομένης από την εταιρεία .... Για το λόγο αυτό υπέβαλλε σχετική, αίτηση η ως άνω εταιρεία προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία ορίστηκε να συζητηθεί στις 17-1-2011.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η ενάγουσα, άσκησε παρέμβαση, αιτούμενη, τη μη έγκριση της "συγκέντρωσης" αυτής, διότι κατ' αυτήν, περιόριζε τον ανταγωνισμό, αλλά και τα έννομα συμφέροντά της, διότι η εξαγοράστρια εταιρεία είχε ήδη διανομείς στα ... και ήταν αναμενόμενο ότι με την έγκριση αυτής της συγκέντρωσης, θα καταγγελλόταν η συνεργασία με την ενάγουσα και δεν θα ανανεωνόταν.

Επί της ανωτέρω αιτήσεως, εκδόθηκε η με αριθμό 515/ΥΙ/14-02-201 1 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία εγκρίθηκε η εξαγορά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου .... Τελικά η ως άνω εξαγορά, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε αλλά ματαιώθηκε πλήρως.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη προέβη στην επίδικη καταγγελία από λόγους εκδίκησης, επειδή αυτή είχε παρέμβει ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού προκειμένου να μην εγκριθεί η συγχώνευση της με την εταιρία "...". Οι ισχυρισμοί αυτοί, δεν αποδείχθηκαν εκτός του ότι η εξαγορά ουδέποτε πραγματοποιήθηκε παρά τις αρχικά εξαγγελθείσες προθέσεις των μερών, αλλά και διότι την μείωση του τζίρου την είχε επισημάνει η εναγομένη πριν από την αίτηση περί εξαγοράς, ήδη με τη με ημερομηνία 29.11.2010 επιστολή της, σε απάντηση προηγούμενης επιστολής της ενάγουσας, με την οποία παραπονιόταν για την έναντι αυτής συμπεριφορά της εναγόμενης, ενώ η ίδια επισήμανση επαναλήφθηκε αργότερα με τη με ημερομηνία 15.2.2011 επιστολή της τελευταίας (προς την ενάγουσα), αρκετούς μήνες πριν από την κοινοποίηση της δήλωση - καταγγελίας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι δεν υπήρχε εκδικητικότητα από πλευράς της εναγομένης, σωστά τις αποδείξεις έκρινε γι αυτό και ο δεύτερος λόγος έφεσης, στοιχείο εννέα, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εν λόγω καταγγελία της ενδίκου συμβάσεως είναι καταχρηστική και παράνομη, καθόσον τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ενήργησαν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη διότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα ισχύος της επίδικης σύμβασης της δημιούργησαν σκοπίμως με τη συμπεριφορά και τις υποσχέσεις τους, την εύλογη πεποίθηση ότι θα συνεχιστεί η συνεργασία τους και μετά την 31-12-2011, με συνέπεια εν όψει αυτής της προσδοκίας να υποβληθεί σε δαπάνες και να υποστεί αντίστοιχη ζημία, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.

Τούτο δε διότι, η καταγγελία της ενδίκου συμβάσεως εμπορικής διανομής δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 281 ΑΚ και δεν δημιουργείται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης από το λόγο της μη ανανέωσης της επίδικης σύμβασης. Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου στο σχετικό τομέα συναλλαγών, και τούτο διότι η εναγομένη, ήταν η μόνη αρμόδια να κρίνει τις μεθόδους που θα ακολουθούσε για την πλέον κατάλληλη τακτική βελτιώσεως του συστήματος διανομής των προϊόντων της, και προωθήσεως των πωλήσεων, ώστε να ενισχύεται η θέση της έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων.

Ούτε η τυχόν επιλογή άλλου προσώπου ως αποκλειστικού διανομέα της περιοχής μετά την καταγγελία της συμβάσεως αντίκειται στα χρηστά ήθη, ανεξάρτητα του ότι τέτοια επιλογή δεν αποδείχθηκε, αφού ήταν εύλογο το συμφέρον της, στα πλαίσια αναδιοργάνωσης του δικτύου της, να εξεύρει άλλον διανομέα που κατά την κρίση της εξυπηρετούσε καλύτερα τα οικονομικά της συμφέροντα στο σύστημα πωλήσεως των προϊόντων της, ώστε να μην αποδυναμωθεί η ανταγωνιστική της θέση στην αγορά (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1258/2003).

Προσέτι, δεν αποδείχθηκε ότι η μη ανανέωση από την εναγομένη της επίδικης σύμβασης ορισμένου χρόνου έλαβε χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος (281 ΑΚ) από αυτήν και σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, (919 ΑΚ) με σκοπό την εκτόπιση της ενάγουσας από τη σχετική αγορά και την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας της και με την πρόθεση να υποστεί αυτή οικονομική καταστροφή, αλλά αντίθετα η καταγγέλλουσα θέλησε να προασπίσει τα επιχειρηματικά της συμφέροντα, ενόψει του ότι υφίστατο μείωση του κύκλου εργασιών της στις παραπάνω περιοχές, που είχαν καθοριστεί συμβατικά.

Εξ αυτού του λόγου, ήτοι της μείωσης του κύκλου εργασιών της στην συγκεκριμένη περιοχή η εναγομένη, με την λύση της επίδικης σύμβασης, θέλησε να αναδιοργανώσει το δίκτυο της, γεγονός που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της με σκοπό την ενίσχυση της θέσης στη σχετική αγορά εργασίας. Όπως γίνεται φανερό, μόνο το γεγονός ότι η εναγομένη θέλησε να προασπίσει τα επιχειρηματικά της συμφέροντα, δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστού και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, έστω και αν η ενάγουσα τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από την εναγομένη, λόγω της προμήθειας από αυτήν αποκλειστικά των ειδών που εμπορευόταν.

Τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης αυτής (οικονομικής εξάρτησης), δεδομένου ότι η διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων δεν συνοδεύτηκε από δυσφημιστικές διαδόσεις σε τρίτους από πλευράς της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας, έτσι ώστε να εκτίθεται σε κίνδυνο η φήμη και η αξιοπιστία αυτής, ούτε επέδειξε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 919 ΑΚ., ούτε εξάλλου η εναγομένη χρησιμοποίησε μεθοδεύσεις για απόσπαση της πελατείας της ενάγουσας, προσπάθειες οικονομικής αποσταθεροποίησής της, με σκοπό να αναλάβει τις πωλήσεις στην περιοχή άλλος διανομέας, με τις ίδιες προϋποθέσεις, ή ότι διέκοψε αιφνίδια και αδικαιολόγητα μία εμπορική σχέση με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση κατά παράβαση του άρθρου 18 του Ν. 146/1914 (άρθρο 2α ν. 703/1977).

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις και συγκεκριμένα είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει, αντίστοιχα, τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρία από αυτές, που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο, με παρόμοιο (με την εναγομένη), σύστημα διανομής, όπως έπραξε μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης, συνάπτοντας σχετική εμπορική συνεργασία με την εταιρία γαλακτοκομικών προϊόντων, με την επωνυμία "...".

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως δεν έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος έφεσης, στοιχείο 8, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Προσέτι, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά και ότι προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης της αυτής, έναντι της ενάγουσας, με πρακτικές και ενέργειες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό.

Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη, συνεργάστηκε με άλλη εταιρεία (...) με αποτέλεσμα τον άμεσο καθορισμό τιμών προϊόντων στην αγορά ή τον περιορισμό της παραγωγής αυτών, ή την κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού ή ότι με κάποιο τρόπο δυσχέρανε τη λειτουργία του ανταγωνισμού με άνισους όρους για ισοδύναμες παροχές και γενικώς ότι ενέργησε κατά παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (άρθρο 82 ΣΕΚ) και 2 ν. 703/1977.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως δεν έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γι αυτό και ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως, η ενάγουσα αν και είχε συμβατική υποχρέωση (άρθρο 8 της σύμβασης) να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αυξήσει τις πωλήσεις των προϊόντων αυτής, από υπαιτιότητά της και χωρίς ευθύνη της εναγομένης, δεν εκπλήρωσε την ως άνω συμβατική της υποχρέωση, ως εκ τούτου υφίστατο σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε την μη ανανέωση της επίδικης σύμβασης από την εναγομένη, αφού κατά τα προεκτεθέντα η ανωτέρω αθέτηση ήταν τόσο ουσιώδης ώστε να μη καθίσταται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, ανεκτή γι αυτήν, η περαιτέρω ανανέωση.

Οι ανωτέρω λόγοι για τους οποίους δεν ανανεώθηκε η επίδικη σύμβαση διανομής από την εναγομένη, οφείλονταν πρωτίστως στην αδυναμία της ενάγουσας να είναι συνεπής ως προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις, οφείλονταν δηλαδή σε σπουδαίο λόγο σε βάρος της ενάγουσας, ο οποίος δικαιολογούσε ακόμα και την καταγγελία της σύμβασης χωρίς τήρηση προθεσμίας, κατά πάντα χρόνο (άρθρο 9 παρ. 3 περίπτωση α του Ν. 919/1991 (ορθό 219/1991) κατά το οποίο δικαιολογείται η μη καταβολή αποζημίωσης πελατείας στον διανομέα (ΑΠ 165/2015).

Συνεπεία των ανωτέρω, η αγωγική αξίωση περί αποζημίωσης πελατείας του ενάγοντος κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγόμενης, που πρόβαλε νομίμως κατά τον πρώτο βαθμό, που στηρίζεται στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 9 § 3 περ. α', σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 § § 4 και 8 του ΠΔ 219/1991.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως δεν έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γι αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συμπερασματικά, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, η εναγομένη, τηρώντας τη διαδικασία που της επέβαλε ο με αριθμό 14 όρος της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, τρεις μήνες πριν από τη λήξη αυτής, την κατήγγειλε, με αποτέλεσμα τη μη ανανέωσή της και τη λύση αυτής μετά την πάροδο των τριών μηνών, ήτοι στις 31-12-2011,λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των συμβαλλομένων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 724, 725 ΑΚ, 8 ΠΔ 219/1991.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή της ως προς το αίτημα της αποζημίωσης πελατείας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, ενώ δέχθηκε ότι καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να επιβάλλεται η ανάλογη εφαρμογή σ' αυτή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 περί αποζημίωσης πελατείας, παρ' όλα αυτά, στη συνέχεια, απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για καταβολή αποζημίωσης πελατείας λόγω λήξης της σύμβασης, με την αιτιολογία ότι η προβλεπόμενη στον υπ' αριθ. 14 συμβατικό όρο από 29-9-2011 καταγγελία, στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη, τηρώντας τη συμφωνημένη με τον ανωτέρω όρο τρίμηνη προθεσμία πριν τη λήξη της σύμβασης, οφειλόταν σε σπουδαίο λόγο, λόγω αδυναμίας της αναιρεσείουσας να είναι συνεπής ως προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις, με συνέπεια τη μη ανανέωση και τη λύση της σύμβασης στις 31-12-2011, κάνοντας έτσι δεκτή την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη σχετική ένσταση, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 3 περ.

α', 8 παρ. 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991, 724 και 725 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ως άνω π.δ/τος, την οποία δεν εφάρμοσε, καίτοι ήταν κατ' αρχάς εφαρμοστέα, δεδομένου ότι, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε με τον όρο 14 για πέντε έτη, από 3-1-2007 έως 31-12-2011, με συμφωνία ανανέωσης αυτής, εκτός εάν τρεις μήνες πριν από τη λήξη της ένας εκ των συμβαλλομένων την κατήγγειλε γραπτώς, β) η σύμβαση πράγματι διήρκεσε μέχρι 31-12-2011, όση δηλαδή ήταν η συμφωνημένη διάρκειά της και γ) η γενομένη από 29-9-2011 καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έγινε σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο 14 της σύμβασης, με τήρηση της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας προμήνυσης, η καταγγελία αυτή, δεν συνιστά, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τακτική καταγγελία της σύμβασης και δεν επέφερε αυτή τη λήξη της, αφού δεν προβλέπεται τέτοια καταγγελία επιφέρουσα τη λήξη της ορισμένου χρόνου σύμβασης ταυτόχρονα με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, αλλά αποτελεί απλή δήλωση της αναιρεσίβλητης περί μη ανανέωσης της σύμβασης μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας διάρκειάς της, κατ' ενάσκηση της προβλεπόμενης από τον όρο 14 δυνατότητας και της συμφωνηθείσας με αυτό διαλυτικής εξουσιαστικής αίρεσης, και, ως εκ τούτου, η έννομη συνέπεια της εν λόγω δήλωσης - καταγγελίας περιορίστηκε αποκλειστικά στη μη ανανέωση της σύμβασης, χωρίς να μεταβάλει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από την κανονική λειτουργία της σύμβασης μέχρι τη λήξη της στις 31-12-2011, η οποία επήλθε με τη λήξη του χρόνου διάρκειάς της, με αποτέλεσμα να παρέχεται, κατ' αρχάς, στην αναιρεσείουσα αξίωση αποζημίωσης πελατείας, συντρεχουσών και των λοιπών προς τούτο προϋποθέσεων, τις οποίες ωστόσο το δικαστήριο της ουσίας, αν και όφειλε, δεν ερεύνησε.

Επομένως, ο πρώτος, ως προς τα υπό στοιχ. Α1, 2β και 3 σκέλη, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον αναφερόμενο ως άνω λόγο που κρίθηκε βάσιμος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3ΚΠολΔ), το οποίο θα συντεθεί από δικαστές άλλους πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να αποδοθεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 2520/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήτοι κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ