Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding finality of partial first-instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Single Member Court of Appeals' decision. The lower court had partially ruled on the case, ordering payment for damages while suspending the claim for moral damages pending a related prior lawsuit. The Court held that the appellate court did not violate procedural law by declaring the appeal inadmissible because the suspended portion of the first-instance judgment remained subject to appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the lower court correctly determined that a part of the first-instance judgment remains subject to appeal due to a suspension of proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 685 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 685/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις ..., διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία ... Ελληνικό Υποκατάστημα στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί ως καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, (πρώην με την επωνυμία "..."), δυνάμει διασυνοριακής συγχώνευσης, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την Οδηγία 2005/56/ΕΚ της 26-10-2005 και τις σχετικές διατάξεις του ... Κώδικα Εταιριών του νόμου 3777/2009, με απορρόφηση της δεύτερης εταιρίας από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πολυξένη Μπαλτά και Ιωάννη Πίκουλα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Β. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Ρίζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-08-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1618/2017 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5134/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-09-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24-9-2020 και με αριθ. κατάθεσης 7258/856/29-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5134/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 5-10-2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου και της υπ' αριθ. 1618/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τη διαδικασία παροχής της έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 2/2001), σε αντίθεση με το λόγο του αριθμού 1 με τον οποίο ελέγχονται οι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν δηλ.
την κριθείσα έννομη συνέπεια. Περαιτέρω, από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 513 § 1β και 553 § 1β ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως συγχωρούνται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ή αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Σκοπός της ανωτέρω απαγόρευσης είναι η αποφυγή κατάτμησης της διαφοράς μεταξύ δικαστηρίων πρώτου και δευτέρου βαθμού, ως και η εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου για τον οριστικό τερματισμό της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 § 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει τη δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με τα ως άνω ένδικα μέσα (ΟλομΑΠ 1/2019).
Επομένως, δεν είναι οριστική και δεν υπόκειται σε έφεση, η απόφαση, με την οποία αναστέλλεται κατ' άρθρο 222 ΚΠολΔ η εκδίκαση της αγωγής για ένα εκ των αιτημάτων της, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί άλλης αγωγής που εκκρεμεί και αφορά το ίδιο αίτημα. Έτσι, ως μη οριστική, δεν υπόκειται σε έφεση, απόφαση με την οποία αναστέλλεται η συζήτηση αγωγής σχετικά με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λόγω του ότι εκκρεμεί και άλλη σχετική αγωγή σε άλλο δικαστήριο.
Η απόφαση δε αυτή δεν προσβάλλεται με έφεση όχι μόνον ως προς την ως άνω διάταξη, αλλά ούτε ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες αποφαίνεται οριστικά για τα λοιπά κονδύλια καταβολής αποζημίωσης από την αδικοπραξία, ως εν μέρει οριστική. Τέλος, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται και το εκκλητό της εκκαλούμενης απόφασης, το Δικαστήριο απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, με την από 5-8-2015 αγωγή, της οποίας το αίτημα μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι προσελήφθη την 2-1-1998, από την εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τα ειδικότερα αναφερόμενα καθήκοντα.
Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, την 28-7-2010 του κοινοποίησε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, λόγω υποβολής έγκλησης σε βάρος του για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Ότι μετά από την υποβολή και δεύτερης εγκλήσεως εις βάρος του εκ μέρους της εναγομένης, εν τέλει απηλλάγη και η εναγομένη του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως.
Ότι η εναγομένη υπέβαλε τις ανωτέρω εγκλήσεις εν γνώσει των εκπροσώπων της, ότι αυτές δεν ήταν αληθείς και επομένως η καταγγελία της σύμβασής του είναι άκυρη και η εναγομένη οφείλει να του καταβάλλει το αναφερόμενο ποσό μισθών υπερημερίας μέχρι τον Απρίλιο του 2016, επικουρικώς, επειδή η εναγομένη παραβίασε με τις ανωτέρω εγκλήσεις της και τη γνώση της περί του ανυπόστατου αυτών, τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δικαιούται αποζημίωση, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα εισέπραττε ως μισθούς, εργαζόμενος σε εταιρεία του εξωτερικού, στην οποία προσελήφθη, αλλά δεν μπόρεσε να μεταβεί, λόγω των περιοριστικών όρων που του επεβλήθησαν εξαιτίας των ανωτέρω μηνύσεων και τέλος ότι δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητας του λόγω των παράνομων και υπαίτιων πράξεων των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης που αφορούν την υποβολή εις βάρος του ανυπόστατων μηνύσεων και εγκλήσεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ζητεί τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά, για κάθε επιμέρους αιτία από τις ως άνω αναφερόμενες, νομιμοτόκως όπως εκθέτει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την πρώτη βάση της αγωγής, ως απαράδεκτη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη δεύτερη βάση της αγωγής, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 515.251,27 Ευρώ (771.603,82 δολ.
Αυστραλίας) με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση αυτού από την κατά τα άνω αδικοπραξία και ανέστειλε, κατ' άρθρο 222 ΚΠολΔ, την εκδίκαση της αγωγής ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως επί της από 1-8-2011 αγωγής (του ενάγοντος) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, διότι η εν λόγω αγωγή, έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφορά την ίδια εν μέρει ιστορική και νομική αιτία με την εκδικαζόμενη ενώπιόν του ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης.
Στη συνέχεια, η εναγομένη-αναιρεσείουσα άσκησε την από 5-10-2017 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και το τελευταίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την εκκαλούμενη απόφαση, ως εν μέρει οριστική κατά το σκέλος της με το οποίο ανέστειλε την εκδίκαση της υποθέσεως ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης, και μετά ταύτα ότι δεν υπόκειται σε έφεση, ούτε κατά τις οριστικές της διατάξεις και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση το Εφετείο, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δεν είναι οριστική, αλλά αντιθέτως επιφύλαξε σ' αυτό (το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) το δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιο (της ηθικής βλάβης, το οποίο συνέχεται με το προηγούμενο της αξίωσης αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας), μετά την τελεσιδικία ή με άλλο τρόπο περάτωση της δίκης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις δικονομικού δικαίου του ΚΠολΔ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου (μοναδικός) αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου (αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.
Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2020 και με αριθ. κατάθεσης 7258/856/29-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5134/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ