Legislator Case Law & Legislation
685/2021 AI generated

685/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 685/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

685/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την πιο πάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχαν συνεκδικαστεί η αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και η ανταγωγή της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και η μεν αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε ανταγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η αντεναγομένη να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των 836.797,50 ευρώ.

Keywords

AI generated
health care insurance coordination of insurance benefits suspension of insurance cover health coverage for cataract physiotherapy coverage health impairment in military insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 685/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI LIFE Ανώνυμος Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καραμπατζό.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Θεόδωρο Λύτρα και Μιχαήλ Φαράντο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10-11-2014 ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4366/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2958/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-8-2019 αίτησή της και τους από 16-6-2020 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 7-8-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 16-6-2020 πρόσθετους λόγους της, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στο άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21-7-2020, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συζήτηση της αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία 2958/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4366/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, εξαφανίστηκε η εν λόγω απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την ανταγωγή της αναιρεσίβλητης και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού κράτησε και δίκασε την ανταγωγή, υποχρέωσε την αντεναγομένη-αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αντενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 929.755 ευρώ.

Με την πιο πάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχαν συνεκδικαστεί η αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και η ανταγωγή της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και η μεν αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε ανταγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η αντεναγομένη να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των 836.797,50 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενη με τους πρόσθετους αυτής λόγους (άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672, 766 και 588 ΑΚ συνάγεται ως γενική αρχή του δικαίου ότι, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής ενοχική σχέση, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας. Η αρχή αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, που επιβάλλουν να ασκούνται τα δικαιώματα όπως απαιτεί η καλή πίστη, αν ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παρέχουν δε το δικαίωμα στους συμβαλλόμενους να καταγγείλουν τη διαρκή ενοχική σχέση για σπουδαίο λόγο.

Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό, το οποίο, κατά την καλή πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσης έως το χρόνο της λήξης της. Μη ανεκτή είναι και η συνέχισή της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη γίνεται υπέρμετρα δυσβάσταχτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά.

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει επίσης και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους.

Εξ άλλου, ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια και, συνεπώς, η κρίση για την ορθή υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1135/2019 - ΑΠ 1725/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ ΑΠ 7/2006 - ΑΠ 28/2010).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, έγιναν δεκτά ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 26-6-2009 σύμβασης συνεργασίας μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AAE" και του νοσηλευτηρίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", το τελευταίο ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στους ασφαλισμένους της πρώτης, που συμμετείχαν με ατομικό ασφαλιστήριο στο πρόγραμμα "MEDICAL GUARANTEE" (εφεξής "ΜG") τις ιατρικές και συναφείς με αυτές υπηρεσίες που αναφέρονταν σε αυτό, η δε "GENERALI HELLAS AAE" θα κατέβαλε ως αμοιβή στην "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" το χρηματικό ποσό των 150 ή 200 ευρώ ανά ασφαλισμένο, ανάλογα με την ηλικία του και το χρόνο ένταξής του στο πρόγραμμα (έως 55 ετών ή άνω αντίστοιχα), η οποία συμφωνήθηκε ως ετήσια αμοιβή ανά ασφαλισμένο και για ένα έτος από την έναρξη ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψής του, ανεξάρτητα εάν κάνει χρήση των υπηρεσιών ή όχι...

Η σύμβαση ορίστηκε ως αορίστου διάρκειας και προβλέφθηκε για τα συμβαλλόμενα μέρη δικαίωμα τακτικής καταγγελίας με ισχύ μετά πάροδο έξι (6) μηνών από την κοινοποίησή της και δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, ήτοι λόγω παραβίασης των όρων του συμφωνητικού. Συμφωνήθηκε επιπλέον ότι: α) στην περίπτωση που η "GENERALI HELLAS AAE" έως 30-9-2012 δεν έχει εκδώσει ασφαλιστήρια συμβόλαιο για το ασφαλιστικό πρόγραμμα "MG" για τουλάχιστον 7.000 άτομα, θα κατέβαλλε στην "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" ως ποινική ρήτρα ποσό ίσο με το σύνολο της αμοιβής που αντιστοιχεί στον αριθμό των ατόμων που υπολείπεται για τη συμπλήρωση των 7.000 ατόμων, λαμβάνοντας υπόψη την αμοιβή ανά ασφαλισμένο που ισχύει την 30-9-2012 και β) στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από την "GENERALI HELLAS AAE" για σπουδαίο λόγο, η "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" θα κατέβαλλε στην πρώτη, ποινική ρήτρα ποσού ίσου με την ήδη καταβληθείσα από την "GENΕRALI HELLAS AAE" αμοιβή έως την ημερομηνία καταγγελίας και με ανώτατο χρονικό όριο είκοσι τέσσερις (24) μήνες, εάν η καταγγελία επέλθει μετά τη συμπλήρωση δύο (2) ετών από την έναρξη του συμφωνητικού...

Και στις δύο περιπτώσεις η "GENERALI HELLAS AAE" διατηρούσε το δικαίωμα να αποφασίσει εάν η "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" θα συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του προγράμματος "MG" ισοβίως στους ασφαλισμένους που είχε ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα. Περαιτέρω, τρία χρόνια μετά την κατάρτιση της σύμβασης, στις 7-5-2012, η "GENERALI HELLAS AAE" απέστειλε στην "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" την από 7-5-2012 "Εξώδικη δήλωση - πρόταση τροποποίησης σύμβασης - καταγγελία - απαίτηση ποινικής ρήτρας - όχληση", με την οποία, αφού δήλωνε ότι στους τελευταίους 15 μήνες η εκτέλεση της σύμβασης είχε καταστεί αφόρητη για την ίδια λόγω παραβάσεών της από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", πρότεινε την τροποποίησή της και ειδικότερα την κατάργηση της υποχρέωσης καταβολής από την ίδια της ποινικής ρήτρας σε περίπτωση που δεν εντάσσονταν στο πρόγραμμα 7.000 ασφαλισμένοι έως 30-9-2012, άλλως στην περίπτωση που μέχρι 31-5-2012 δεν συμφωνούσε η "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" με την ανωτέρω τροποποίηση, κατήγγειλε για το μέλλον τη σύμβαση, απαιτώντας από την τελευταία την καταβολή της ποινικής ρήτρας του άρθρου Δ στοιχ.

β' του συμφωνητικού, ύψους 146.644,31 ευρώ και τη συνέχιση της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" στους ήδη ενταγμένους στο πρόγραμμα ασφαλισμένους. Οι παραβάσεις της σύμβασης που επικαλέστηκε η "GENERALI HELLAS ΑΑΕ" ήταν της βέλτιστης εξυπηρέτησης των πελατών, διαφανούς και συμφέρουσας τιμολόγησης των υπηρεσιών, αποχής από πράξεις ανταγωνισμού, υποχρέωσης αποστολής στατιστικών στοιχείων και γνωστοποίησης αλλαγών των συνεργασιών με Ταμεία Κοινωνικής Ασφάλισης.

Η "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" με την από 8-5-2012 εξώδικη απάντησή της προς τη "GENERALI HELLAS AAE" απέκρουσε τους ισχυρισμούς της τελευταίας ως αόριστους, τη δε καταγγελία της ως μη νόμιμη, διότι δεν έφερε υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της και πρότεινε τη διαπραγμάτευση της συνεργασίας τους. Η "GENERALI HELLAS AAE" με την από 1-6-2012 "Εξώδικη δήλωση - καταγγελία - απαίτηση ποινικής ρήτρας - όχληση", η οποία έφερε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, απάντησε στην "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" ότι, δεδομένου ότι αυτή δεν δέχθηκε τις προτεινόμενες τροποποιήσεις εντός της τεθείσας προθεσμίας, καταγγέλλει τη σύμβαση για τους ανωτέρω λόγους, απαιτώντας την καταβολή της ποινικής ρήτρας του άρθρου Δ στοιχ.

β' αυτής (σύμβασης) και περαιτέρω, άσκησε την από 20-9-2012 κρινόμενη αγωγή, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις και αιτήματα σε βάρος της αντιδίκου της, επικουρικά δε, αιτούμενη τη μείωση της οφειλόμενης από την ίδια ποινικής ρήτρας λόγω των συνεπειών της επελθούσας οικονομικής κρίσης, άλλως λόγω εφαρμογής των κανόνων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Αναφορικά με τις επικαλούμενες από τη "GENERALI HELLAS AAE" παραβάσεις της σύμβασης από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Η παράβαση της υποχρέωσης αποχής από πράξεις ανταγωνισμού από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" αφορούσε την κατάρτιση, παράλληλα με το επίμαχο πρόγραμμα, και με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, ασφαλιστικό πρόγραμμα αντίστοιχο του "MG" και την προώθησή του στους πελάτες της.

Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι η προώθηση αφορούσε "κάρτες υγείας", οι οποίες παρείχαν δικαίωμα ιατρικής εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία της "ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" και όχι σύμβαση συνεργασίας με άλλη ασφαλιστική εταιρεία στα πλαίσια παρόμοιου προγράμματος με το επίμαχο. Αυτό επιβεβαιώνει ο μάρτυρας της "ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ιατρός και πρόεδρος του επιστημονικού της συμβουλίου, Σ.

Μ. , ο οποίος είχε ορισθεί ως σύμβουλος της "GENERALI HELLAS AAE" στην κλινική και υπεύθυνος για τη λειτουργία του προγράμματος "MG". Εξάλλου, δεν προσκομίζεται από τη "GENERALI HELLAS AAE" οποιοδήποτε έγγραφο, ενημερωτικό, διαφημιστικό ή συμβατικό, που να αποδεικνύει την ύπαρξη του επικαλούμενο από την ίδια ανταγωνιστικού προγράμματος.

Όσον αφορά την παράβαση από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" της υποχρέωσης γνωστοποίησης των αλλαγών σχετικά με τη συνεργασία της με τα Ταμεία Κοινωνικής Ασφάλισης, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο λειτουργίας του επίμαχου προγράμματος, η τελευταία είχε μόνιμη και σταθερή συνεργασία με το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ και το ταμείο ασφάλισης του Δημοσίου, που καλύπτουν τον κύριο όγκο των ασφαλισμένων στη χώρα (80% - 90%).

Μετά δε, την έναρξη λειτουργίας του ΕΟΠΠΥ (1-1-2012) όλα τα επί μέρους ταμεία κοινωνικής ασφάλισης ενοποιήθηκαν σε ένα ενιαίο ταμείο, κατά συνέπεια δεν ετίθετο πλέον ζήτημα διακοπής συνεργασίας με κάποιο ταμείο. Σε κάθε περίπτωση, ούτε γι' αυτό το αποδεικτέο θέμα προσκόμισε η "GENERALI HELLAS AAE" κάποιο έγγραφο, ούτε η μάρτυράς της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ε.

Μ. , τεχνική διευθύντρια, ούτε οι μάρτυρές της στην .…./2019 ένορκη βεβαίωση (Π. Β., Α. Σ., Ι. Σ. ) κατέθεσαν συγκεκριμένα στοιχεία για συγκεκριμένο ταμείο, με ημερομηνία διακοπής της συνεργασίας κλπ, ούτε άλλωστε αναφέρεται κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο στην αγωγή. Περαιτέρω, σχετικά με τις επικαλούμενες από τη "GENERALI HELLAS AAE" παραβάσεις της συμφέρουσας τιμολόγησης των υπηρεσιών και μη αποστολής στατιστικών στοιχείων από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", αυτές δεν αποδείχθηκαν, καθόσον οι μάρτυρες της "GENERALI HELLAS AAE" δεν κατέθεσαν συγκεκριμένα στοιχεία ώστε να κριθεί κατά πόσον έλαβαν χώρα οι συγκεκριμένες παραβάσεις και το βαθμό που επηρέασαν τη λειτουργία της σύμβασης.

Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό της μη βέλτιστης εξυπηρέτησης των πελατών από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", αποδείχθηκε ότι αυτή αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το διοικητικό κομμάτι εφαρμογής του προγράμματος και ειδικότερα τη μη άμεση εξυπηρέτηση των πελατών από το τηλεφωνικό κέντρο, είτε λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης του προσωπικού, είτε λόγω εξειδικευμένων ερωτήσεων των πελατών σχετικά με το πρόγραμμα.

Σχετικά, ο ανωτέρω μάρτυρας Σ. Μ. , επιβεβαίωσε ότι υπήρχαν κατά τα έτη εφαρμογής του προγράμματος 20-30 παράπονα, που οφείλονταν, αφενός μεν στην απειρία των τηλεφωνητριών, αφετέρου δε στις εξειδικευμένες ερωτήσεις των ασφαλισμένων, οι οποίοι τις απεύθυναν σε λάθος πρόσωπο. Σε όλες τις περιπτώσεις, κατέθεσε, ότι οι ασφαλισμένοι παραπέμπονταν στον ίδιο (χορηγούνταν το κινητό του τηλέφωνο), ο οποίος επιλαμβανόταν και έλυνε το πρόβλημα, γεγονός που συνομολογείται από τη "GENERALI HELLAS AAE".

Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας και δεν αμφισβητήθηκε από τη "GENERALI HLLAS AAE", ουδέποτε, κατά τις 12.000 επισκέψεις που έγιναν στην κλινική μέσω του επίμαχου προγράμματος κατά τα έτη λειτουργίας του, έγινε ένα παράπονο εναντίον των ιατρικών υπηρεσιών, που είναι το κύριο πρόβλημα στο κομμάτι της υγείας...Εξάλλου, και η ανωτέρω μάρτυρας της "GENERALI HELLAS AAE", Ε.

Μ. , αναφορικά με τη δυσλειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου κατέθεσε ότι "δε θα μας πείραζε ιδιαίτερα αν υπήρχε εξυπηρέτηση μετά"..., αποδεχόμενη στη συνέχεια ότι οι ασφαλισμένοι παραπέμπονταν στο συνεργάτη της Σ. Μ. . Επίσης, σχετικά με όσα αορίστως η ίδια μάρτυρας καταθέτει περί της εξ αρχής μη συνεργασίας της "ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ", με ασφαλιστικά ταμεία και την έλλειψη υποδομής και θεραπειών στην τελευταία, σε κάθε περίπτωση αποτελούν στοιχεία που ευλόγως αναμένεται να είχαν ελεγχθεί από τη "GENERALI HELLAS AAE" πριν την κατάρτιση της σύμβασης και όχι να αρκέστηκε αυτής στις "ρητές διαβεβαιώσεις" των υπευθύνων της κλινικής, όπως κατέθεσε η μάρτυράς της.

Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης δεν εκφράστηκαν παράπονα από τη "GENERALI HELLAS AAE" προς την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" για τη λειτουργία του προγράμματος, παρά μόνο την παραμονή της λήξης της προθεσμίας εκπλήρωσης της συμβατικής της υποχρέωσης για την ένταξη των 7.000 ασφαλισμένων στο πρόγραμμα.

Η δε επικαλούμενη από τη μάρτυρά της όχληση, το έτος 2010... αφορούσε μόνο την τροποποίηση-κατάργηση της εν λόγω υποχρέωσής της (του όρου Δ στοιχ. α' της σύμβασης), δηλαδή της σε βάρος της ποινικής ρήτρας στην περίπτωση που δεν ενέτασσε στο πρόγραμμα 7.000 ασφαλισμένους έως 30-9-2012. Καμία άλλη μνεία περί σοβαρών παραβάσεων της σύμβασης από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" δεν αποδείχθηκε ότι έγινε κατά την τριετή λειτουργία του επίμαχου προγράμματος, ούτε προσκομίσθηκαν τα σχετικά μηνύματα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails), που κατέθεσε η ανωτέρω μάρτυρας της "GENERALI HELLAS AAE" ότι είχαν ανταλλάξει οι διάδικοι, πέρα από την προώθηση ορισμένων επιστολών διαμαρτυρίας ασφαλισμένων που αναφέρονται κατωτέρω...Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι τα παράπονα που επικαλείται και αποδεικνύει τη "GENERALI HELLAS AAE", είτε προσκομίζοντας τις σχετικές επιστολές των ασφαλισμένων, είτε με την κατάθεση της μάρτυρός της Π.

Β. στην …./2019 ένορκη βεβαίωση, δεν υπερβαίνουν τα δώδεκα..., αριθμός εύλογος επί συνόλου 1.678 ασφαλισμένων που συνολικά συμμετείχαν στο πρόγραμμα επί τριετία. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι η "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" υπέπεσε σε κάποια παράβαση των όρων της επίμαχης σύμβασης και ότι εξ αυτής συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της από την "GENERALI HELLAS AAE", όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ενόψει του ότι δέκα (10) ή είκοσι (20) περιπτώσεις δυσλειτουργίας του τηλεφωνικού κέντρου ή άλλων παραπόνων ασφαλισμένων που τελικά αποδείχθηκαν, δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας μιας σύμβασης παροχής ιατρικών υπηρεσιών, πρωτεύον κεφάλαιο της οποίας αποτελεί η παροχή σοβαρών και αξιόπιστων υπηρεσιών υγείας".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ένδικης σύμβασης η αναιρεσίβλητη προωθούσε "Κάρτες Υγείας" προς κάλυψη ιατρικών εξετάσεων ασφαλισμένων στα εξωτερικά ιατρεία της, άρα και όσων μετείχαν ή θα επιθυμούσαν να μετάσχουν στο ένδικο ασφαλιστήριο πρόγραμμα Medical Guarantee - MG, θα έπρεπε να δεχθεί περαιτέρω ότι υπήρξε εκ μέρους της ουσιώδης αντισυμβατική συμπεριφορά με την έννοια της παράβασης της υποχρέωσής της να απέχει από πράξεις ανταγωνισμού, και περαιτέρω, ότι ένεκα τούτου συντρέχει σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης.

Πλην όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι "η προώθηση αφορούσε "κάρτες υγείας" οι οποίες παρείχαν δικαίωμα ιατρικής εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" και όχι προώθηση στους ασφαλισμένους του προγράμματος της αναιρεσείουσας ή σε όσους θα εξέφραζαν την επιθυμία τους να μετάσχουν στο εν λόγω πρόγραμμα.

Επομένως, το Εφετείο δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη προωθώντας τις πιο πάνω "κάρτες υγείας" με τη συγκεκριμένη κάλυψη δεν παραβίασε την υποχρέωσή της να απέχει από πράξεις ανταγωνισμού και ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσείουσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις περί σπουδαίου λόγου, τις οποίες δεν παραβίασε παραλείποντας την εφαρμογή τους και για το λόγο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο δε περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνεται στον ίδιο πιο πάνω λόγο, ότι η "Κάρτα Υγείας" απευθύνεται με το ίδιο αντικείμενο στους ίδιους αποδέκτες που απευθύνεται το πρόγραμμα MG και μάλιστα στους ίδιους τους ήδη ασφαλισμένους στο τελευταίο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι με τη μη άμεση εξυπηρέτηση των πελατών από το τηλεφωνικό κέντρο της αναιρεσίβλητης είτε λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης του προσωπικού είτε λόγω εξειδικευμένων ερωτήσεων των ασφαλισμένων, θα έπρεπε να δεχθεί περαιτέρω ότι συντρέχει σοβαρή παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και ότι για το λόγο αυτό συγκροτείται σπουδαίος λόγος για καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσείουσα.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος για τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "... αναφορικά με τον ισχυρισμό της μη βέλτιστης εξυπηρέτησης των πελατών από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", αποδείχθηκε ότι αυτή αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το διοικητικό κομμάτι εφαρμογής του προγράμματος και ειδικότερα τη μη άμεση εξυπηρέτηση των πελατών από το τηλεφωνικό κέντρο, είτε λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης του προσωπικού, είτε λόγω εξειδικευμένων ερωτήσεων των πελατών σχετικά με το πρόγραμμα.

Σχετικά, ο ανωτέρω μάρτυρας Σ. Μ. , επιβεβαίωσε ότι υπήρχαν κατά τα έτη εφαρμογής του προγράμματος 20-30 παράπονα, που οφείλονταν, αφενός μεν στην απειρία των τηλεφωνητριών, αφετέρου δε στις εξειδικευμένες ερωτήσεις των ασφαλισμένων, οι οποίοι τις απεύθυναν σε λάθος πρόσωπο. Σε όλες τις περιπτώσεις, κατέθεσε, ότι οι ασφαλισμένοι παραπέμπονταν στον ίδιο (χορηγούνταν το κινητό του τηλέφωνο), ο οποίος επιλαμβανόταν και έλυνε το πρόβλημα, γεγονός που συνομολογείται από τη "GENERALI HELLAS AAE".

Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας και δεν αμφισβητήθηκε από τη "GENERALI HLLAS AAE", ουδέποτε, κατά τις 12.000 επισκέψεις που έγιναν στην κλινική μέσω του επίμαχου προγράμματος κατά τα έτη λειτουργίας του, έγινε ένα παράπονο εναντίον των ιατρικών υπηρεσιών, που είναι το κύριο πρόβλημα στο κομμάτι της υγείας...Εξάλλου, και η ανωτέρω μάρτυρας της "GENERALI HELLAS AAE", Ε.

Μ. , αναφορικά με τη δυσλειτουργία του τηλεφωνικού κέντρου κατέθεσε ότι "δε θα μας πείραζε ιδιαίτερα αν υπήρχε εξυπηρέτηση μετά"..., αποδεχόμενη στη συνέχεια ότι οι ασφαλισμένοι παραπέμπονταν στο συνεργάτη της Σ. Μ. ... Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι τα παράπονα που επικαλείται και αποδεικνύει η "GENERALI HELLAS AAE", είτε προσκομίζοντας τις σχετικές επιστολές των ασφαλισμένων, είτε με την κατάθεση της μάρτυρός της Π.

Β. στην 43.790/2019 ένορκη βεβαίωση, δεν υπερβαίνουν τα δώδεκα..., αριθμός εύλογος επί συνόλου 1.678 ασφαλισμένων που συνολικά συμμετείχαν στο πρόγραμμα επί τριετία. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι η "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" υπέπεσε σε κάποια παράβαση των όρων της επίμαχης σύμβασης και ότι εξ αυτής συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της από την "GENERALI HELLAS AAE", όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ενόψει του ότι δέκα (10) ή είκοσι (20) περιπτώσεις δυσλειτουργίας του τηλεφωνικού κέντρου ή άλλων παραπόνων ασφαλισμένων που τελικά αποδείχθηκαν, δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας μιας σύμβασης παροχής ιατρικών υπηρεσιών, πρωτεύον κεφάλαιο της οποίας αποτελεί η παροχή σοβαρών και αξιόπιστων υπηρεσιών υγείας".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί σπουδαίου λόγου, τις οποίες δεν παραβίασε παραλείποντας την εφαρμογή τους, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, καθώς και με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1027/2019 - ΑΠ 876/2012).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι ενώ έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της περί συμβατικών παραβάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης που στοιχειοθετούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης συνεργασίας, μεταξύ των οποίων και για παράβαση της υποχρέωσης διαφανούς και συμφέρουσας τιμολόγησης των υπηρεσιών και για υποχρέωση αποστολής στατιστικών στοιχείων, κατέληξε στην απόρριψη και αυτών με τη γενικόλογη διατύπωση ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ υπέπεσε σε κάποια παράβαση των όρων της επίμαχης σύμβασης", δίχως να εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει την εν λόγω απόδειξη σε σχέση με τις προμνησθείσες και επικληθείσες απ' αυτήν συμβατικές παραβάσεις.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, στο οποίο κατέληξε, "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στην …/…-2-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Θ.

Στεφανάκου, που προσκομίζει και επικαλείται η "GENERALI HELLAS AAE", η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της "ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ"..., την …/…-1-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Μ. Γρατσία, που επικαλείται και προσκομίζει η "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", η οποία λήφθηκε κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της "GENERALI HELLAS AAE"..., σε συνδυασμό με όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αμφότερα τα διάδικα μέρη έγγραφα".

Επί πλέον, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της και όπως προαναφέρθηκε, και τα ακόλουθα σχετικά με την επικαλούμενη με τον ως άνω αναιρετικό λόγο παράβαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης: "Περαιτέρω, σχετικά με τις επικαλούμενες από τη "GENERALI HELLAS AAE" παραβάσεις της συμφέρουσας τιμολόγησης των υπηρεσιών και μη αποστολής στατιστικών στοιχείων από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", αυτές δεν αποδείχθηκαν, καθόσον οι μάρτυρες της "GENERALI HELLAS AAE" δεν κατέθεσαν συγκεκριμένα στοιχεία ώστε να κριθεί κατά πόσον έλαβαν χώρα οι συγκεκριμένες παραβάσεις και το βαθμό που επηρέασαν τη λειτουργία της σύμβασης".

Κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον αυτή δεν έχει ακόμα εκτελεστεί, είναι:

α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθείς.

Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην ανωτέρω διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση για να αποκρουσθεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος.

Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύμβαση, πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής κατά τα άρθρα 216 παρ. 1 και 118 αρ. 4 ΚΠολΔ, να εκτίθενται με ακρίβεια σ' αυτό και να γίνεται μνεία ότι η σύμβαση στηρίχτηκε στα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αγωγή θα είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.

Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, εξαιτίας των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.

Έτσι, γενικής φύσης περιστατικά και ιδίως τυχαία, που συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση του κόστους ζωής κλπ, ούτε απρόβλεπτα ούτε έκτακτα μπορούν να χαρακτηρισθούν. Αντίθετα, απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για να στοιχειοθετηθεί όμως περίπτωση εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου δεν αρκεί μόνο η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενη κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών κλπ. (ΑΠ 155/2018 - ΑΠ 841/2017).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Η διάταξη αυτή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια και κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Περαιτέρω, μεταβολή των ειδικών συνθηκών με την έννοια που προαναφέρθηκε, μπορεί να αποτελέσει η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, όπως και άλλοι έκτακτοι λόγοι που δεν μπορούν να προβλεφθούν, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.

Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει ο ενάγων (ΑΠ 155/2018). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει:

α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κλπ, όταν πρόκειται για νομική αοριστία, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αν, αντίθετα, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, κρίνοντας αντίστοιχα νόμιμη ή μη νόμιμη την αγωγή κλπ.

Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 637/2017 - ΑΠ 496/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 20-9-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος της που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Επικουρικά: α) Η κρινόμενη σύμβαση μεταξύ της εταιρείας μας και της εναγομένης συνήφθη στις 26-6-2009, οπόταν συνομολογήθηκε μετά από την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής.

Αλλ' η ραγδαία επιδείνωση, όχι μόνο της ελληνικής οικονομίας, αλλά και της ευρωπαϊκής ζώνης και ιδιαίτερα των χωρών της νότιας Ευρώπης, των οικονομικών δεδομένων και μεγεθών, που προέκυψαν από την κρίση, η συρρίκνωση των μισθών και οι συνεχείς περικοπές αμοιβών και συντάξεων, η επαχθής φορολόγηση και η κατάργηση κάθε φορολογικής απαλλαγής, η απειλητική αύξηση της ανεργίας σε δυσθεώρητα ποσοστά για τον ενεργό αριθμό του πληθυσμού, οι απολύσεις από το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, έχουν αλλάξει τις συνθήκες που αποτέλεσαν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της επιδίκου συμβάσεως.

Στο συγκεκριμένο κλάδο ασφαλειών ζωής έχει αυξηθεί ο αριθμός ακυρώσεων των ασφαλιστικών συμβολαίων. Η μείωση του διαθεσίμου εισοδήματος περιόρισε τη ζήτηση και οδήγησε σε κατάρρευση νοικοκυριών και στην έλλειψη ρευστότητας με συνέπεια την εξαγορά συμβολαίων, συχνά ακόμα και για αποπληρωμή φόρου εισοδήματος.

Η οικονομική ύφεση βαθαίνει μέρα με την ημέρα και η αβεβαιότητα που έχει καταλάβει την ελληνική οικονομία με το επαναλαμβανόμενο ερώτημα της απειλούμενης χρεοκοπίας, άτακτης ή διαχειρίσιμης, η επάνοδος στη δραχμή και η δαμόκλειος σπάθη της εξόδου από την ευρωπαϊκή ένωση και ιδίως τη νομισματική ένωση, συνιστούν παράγοντες αρνητικούς για την προώθηση κάθε ασφαλιστικής καλύψεως από τον ιδιωτικό τομέα, όταν είναι πλέον σαφής και μονόδρομος η στροφή προς την κρατική ασφάλιση και τα ταμεία κοινωνικής ασφαλίσεως με την σχεδόν ανέξοδη συμμετοχή κάθε ασφαλισμένου.

Οι οικονομίες και των πλέον ισχυρών χωρών αδυνατούν να προβλέψουν την έκταση των συνεπειών της υφέσεως και της παγκοσμίου οικονομικής αναταραχής και κρίσεως. Και στην προκειμένη σύμβαση μεταξύ των εταιρείας μας και της εναγομένης η απρόοπτη μεταβολή των πραγμάτων οδηγεί σε ουσιώδη ανατροπή και θεμελιώδη διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ανταλασσόμενων παροχών.

Συγκεκριμένα, η παροχή από την εταιρεία μας των αμοιβών του νοσηλευτηρίου της εναγομένης εταιρείας κατά τους όρους της παραπάνω σύμβασης, ανέρχεται στο ήδη καταβληθέν ποσό των ευρώ 231.365,18 σε συνδυασμό με την υποχρέωση να έχουμε εκδώσει μέχρι 30-9-2012 το ολιγότερο επτά χιλιάδες (7.000) ασφαλιστήρια συμβόλαια για το ασφαλιστικό πρόγραμμα M.G.

και σε αντίθετη περίπτωση, η υποχρέωση καταβολής ως ποινικής ρήτρας ποσού ίσου με το σύνολο της αμοιβής που αντιστοιχεί στον αριθμό των ατόμων που υπολείπεται για τη συμπλήρωση των 7.000 ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ήτοι καταβολής ποσού 900.000 ευρώ (ανάλογα με τις ηλικίες των ασφαλισμένων) σε σχέση με την αντιπαροχή της αντισυμβαλλόμενης Κλινικής (που προσέφερε και αμείφθηκε για τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους με το ποσό που συμφωνήθηκε, ήτοι 231.365,18 ευρώ), βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία παροχών και καθιστά την ιδική μας παροχή συγκρινόμενη με την αντιπαροχή της εναγομένης υπέρμετρα επαχθή.

Η εταιρεία μας στον χρόνο συνάψεως της επίδικης συμβάσεως, βασιζόμενη στις συνθήκες της αγοράς τα έτη 2008-2009, στο μεγάλο αριθμό των ασφαλιστικών ταμείων, στην συμφωνηθείσα συμμετοχή του ασφαλισμένου με μικρό ποσοστό (15%), στο ρυθμό ανάπτυξης πωλήσεων ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής, στη συγκεκριμένη ανάληψη του κινδύνου, εθεώρησε βέβαιο τον στόχο της συνάψεως 7.000 ασφαλιστικών συμβολαίων μέχρι 30-9-2012.

Η εταιρεία μας ως ασφαλιστική εταιρεία με τεκμηριωμένες προβλέψεις για τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, είναι απολύτως βέβαιο, πώς δεν θα είχε συνάψει την επίδικη σύμβαση με το υποχρεωτικό όριο των επτά χιλιάδων (7.000) ασφαλιστηρίων συμβολαίων, αν ετέλει σε γνώση της υπέρμετρης επάχθειας της αντιπαροχής της.

Η κρίση στην ασφαλιστική αγορά καταγράφει συνεχή μείωση των εργασιών της σε όρους ασφαλίστρων ζωής. Τα στοιχεία, όπως αυτά δημοσιεύονται από την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, δείχνουν την κατ' εξακολούθηση συρρίκνωση των ασφαλίστρων. Συγκεκριμένα, ο κλάδος ζωής αποτέλεσε το μεγάλο θύμα της κρίσεως, με συνέπεια να καταγράφει το 2011 μείωση των εργασιών κατά ποσοστό 6,4% σε σχέση με το 2010 και το 2012 μείωση κατά ποσοστό 10,7% σε σχέση με το 2011.

Συγκεκριμένα, για την εταιρεία μας η μείωση παραγωγής νέων ασφαλίστρων ατομικών ζωής ανήλθε το 2011 σε ποσοστό -14,55% και η πρόβλεψη για το 2012 είναι μείωση σε ποσοστό -13,39%, ενώ καθοδική είναι και η εξαγορά ασφαλιστηρίων. Οι παραπάνω συνθήκες και προϋποθέσεις ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου της υφιστάμενης συμβάσεως, που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ουσιώδη απόκλιση από τη συμφωνηθείσα αντιπαροχή μας των 7.000 ασφ.

συμβολαίων, δικαιολογούν κατά την διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ τη διορθωτική παρέμβαση του Δικαστηρίου σας, με σκοπό την αναπροσαρμογή της συμβατικής παροχής της εταιρείας μας στο προσήκον μέτρο, ήτοι σ' εκείνο το επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, μειώνοντας την υποχρέωση της παροχής μας προς την εναγομένη στο ήδη καταβληθέν ποσό των ευρώ 231.365,18 για τα αντίστοιχα ασφ.

συμβόλαια μέχρι 30-9-2012, με αυτόθροη συνέπεια την απαλλαγή από την καταβολή οιουδήποτε ποσού ποινικής ρήτρας... β) Εάν ήθελε κριθεί ότι η μεταβολή των συνθηκών της αγοράς υπήρχε κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως και η επελθούσα επιδείνωση των συνθηκών ήταν προβλέψιμη και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προσφυγής στις διατάξεις της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών (άρθρ. 388 ΑΚ), επικουρικά και πάλι η επίδικη σύμβαση πρέπει να αναπροσαρμοσθεί σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 288).

Ειδικότερα: Όπως ανωτέρω, μετά την υπογραφή της από 26-6-2009 συμβάσεως διαρκούς συνεργασίας με την εναγομένη, τα οικονομικά δεδομένα επιδεινώθηκαν και επήλθε σημαντική συρρίκνωση των μεσαίων εισοδημάτων με ταυτόχρονα βαρύτατα φορολογικά μέτρα. Η επελθούσα οικονομική κρίση επηρέασε δυσμενώς την ρευστότητα στην πιστωτική αγορά και η δραστική μείωση των μισθών οδήγησε στον περιορισμό της ιδιωτικής οικονομίας στην εξυπηρέτηση των απαραίτητων παγίων δαπανών και συνέχιση των ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων (δανείων κ.α.), με αποτέλεσμα να αποφεύγονται νέες δαπάνες και συγκεκριμένα να μειωθούν δραστικά τα νέα συμβόλαια υγείας και ιδιαίτερα προληπτικών εξετάσεων και δη στις νέες ηλικίες.

Η αποτυχία της επίτευξης του στόχου των 7.000 ασφ. συμβολαίων δεν οφείλεται σε καμία περίπτωση σε υπαιτιότητα ή οποιαδήποτε έστω και ελαφρά αμέλεια της εταιρείας μας, γιατί όπως έχει καταδειχθεί, το σχετικό πρόγραμμα M.G. προωθήθηκε προς όλους τους ασφαλισμένους πελάτες της εταιρείας μας, που είναι μία από τις πρώτες ασφαλιστικές εταιρείες που δρουν στην Ελλάδα, με έντονη διαφημιστική προβολή, συνεχιζόμενη επί μακρό χρονικό διάστημα.

Η μειωμένη ανταπόκριση του κοινού στο πρόγραμμα M.G. θα πρέπει κυρίως και αποκλειστικά να αποδοθεί στην λόγω οικονομικής κρίσης μείωση του ενδιαφέροντος των πολιτών για τη χρήση ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας και όχι για τη χρήση ασφαλιστικών προϊόντων εν γένει. Το Δικαστήριό σας, λόγω της συνδρομής των ως άνω ειδικών συνθηκών έχει τη δυνατότητα να περιορίσει το επίπεδο της παροχής μας σε εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης και να άρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών ώστε να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη.

Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, το Δικαστήριό σας πρέπει να μειώσει την παροχή της εταιρείας μας μέχρι 30-9-2012 στο ήδη καταβληθέν ποσό των ευρώ 231.365,18 και ταυτόχρονα να κρίνει τη λύση της από 26-6-2009 συμβάσεως κατά το μη εκτελεσθέν μέρος, άλλως τη συνέχιση της συμβάσεως απαλλάσσοντας την εταιρεία μας από τη σύναψη συγκεκριμένου αριθμού ασφαλιστηρίων συμβολαίων".

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα εξ αιτίας της αοριστίας του δικογράφου της ως προς την επικουρική της βάση και μάλιστα τόσο τη στηριζόμενη κυρίως στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, όσο και τη στηριζόμενη επικουρικά στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, όπως ορθά αξιολογήθηκε, ως προς την αναγκαία για την πληρότητά της παράθεση των πραγματικών περιστατικών, από την προσβαλλόμενη 2958/2019 απόφαση του Εφετείου.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, εκτός από την επανάληψη της διατύπωσης του νόμου (άρθρ. 388 ΑΚ), δεν γίνεται μνεία σ' αυτήν των περιστατικών στα οποία, ρητά ή σιωπηρά, οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης και στη μη μεταβολή των οποίων αυτοί απέβλεψαν, υπό την έννοια ότι, αν την προέβλεπαν, δεν θα κατάρτιζαν τη σύμβαση, ούτε και περιέχονται περιστατικά αναγόμενα στην οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις αυτών προς τρίτους, ώστε να δύναται να κριθεί η επέλευση ή μη της επικαλούμενης μεταβολής και να συγκριθούν στο σύνολό τους η παροχή και η αντιπαροχή και να καταστεί έτσι δυνατή η περαιτέρω κρίση αν οι συνέπειες για την ενάγουσα-αναιρεσείουσα έγιναν πράγματι δυσβάσταχτες και υπερβαίνουν τον κίνδυνο που κατά τις συνηθισμένες συνθήκες αυτή ανέλαβε.

Όσον αφορά δε τη στηριζόμενη στο άρθρο 288 ΑΚ βάση της αγωγής, δεν αναφέρονται σ' αυτήν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία σε σχέση με την παραγωγή ασφαλιστηρίων συμβολαίων υγείας, όπως είναι και το πρόγραμμα με την ονομασία Medical Guarantee (M.G.). Πιο συγκεκριμένα, δεν αναφέρονται στην αγωγή η διακύμανση και οι μεταβολές στον αριθμό σύναψης ασφαλιστηρίων συμβολαίων υγείας κατά τη έτη πριν την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και κατά τα έτη μετά από αυτή και έως την άσκηση της αγωγής, ώστε να διαπιστωθεί, με βάση τις επικαλούμενες ειδικές συνθήκες που προέκυψαν μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή, αν η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους της αναιρεσείουσας όπως αυτή συμφωνήθηκε, είναι αντίθετη προς την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές και εντεύθεν να δικαιολογήσει την παρέμβαση του δικαστηρίου ώστε να διαμορφωθούν οι εκατέρωθεν παροχές στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Γίνεται, βέβαια, αναφορά στην αγωγή για μείωση παραγωγής νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, πλην όμως, η αναφορά αυτή αφορά ασφαλιστικές συμβάσεις ζωής γενικά και όχι ειδικά ασφαλιστικές συμβάσεις υγείας, όπως είναι και το επίδικο πρόγραμμα M.G., και μάλιστα, χωρίς άλλη ειδικότερη αναφορά για το πόσες από τις τελευταίες αυτές συμβάσεις καταρτίστηκαν πριν την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και πόσες μετά από αυτήν.

Κατά συνέπεια, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επικουρικά από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για τον οποίο όμως δεν στοιχειοθετείται τέτοια πλημμέλεια, αφού πρόκειται για ποσοτική και όχι για νομική αοριστία της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της σύμβασης ή και σε μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 1581/2007 - ΑΠ 603/2000). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς όπως υποστηρίζει, ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαπίστωσε ασάφεια ως προς την έννοια της αποχής από πράξεις ανταγωνισμού κατά την ένδικη σύμβαση, προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης χωρίς προσφυγή στα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καταλήγοντας στο ότι η σχετική συμβατική ρήτρα δεν καταλαμβάνει ανταγωνιστικές πράξεις που εκδηλώνονται από την ίδια την αναιρεσίβλητη.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, τα ακόλουθα: "Η παράβαση της υποχρέωσης αποχής από πράξεις ανταγωνισμού από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" αφορούσε την κατάρτιση, παράλληλα με το επίμαχο πρόγραμμα, και με άλλη ασφαλιστική εταιρία, ασφαλιστικό πρόγραμμα αντίστοιχο του "MG" και την προώθησή του στους πελάτες της.

Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι η προώθηση αφορούσε "κάρτες υγείας", οι οποίες παρείχαν δικαίωμα ιατρικής εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία της "ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" και όχι σύμβαση συνεργασίας με άλλη ασφαλιστική εταιρία στα πλαίσια παρόμοιου προγράμματος με το επίμαχο. Αυτό επιβεβαιώνει ο μάρτυρας της "ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ιατρός και πρόεδρος του επιστημονικού της συμβουλίου Σ.

Μ. , ο οποίος είχε ορισθεί ως σύμβουλος της "GENERALI HELLAS AAE" στην κλινική και υπεύθυνος για τη λειτουργία του προγράμματος "MG". Εξ άλλου, δεν προσκομίζεται από την "GENERALI HELLAS AAE" οποιοδήποτε έγγραφο ενημερωτικό, διαφημιστικό ή συμβατικό, που να αποδεικνύει την ύπαρξη του επικαλούμενου από την ίδια ανταγωνιστικού προγράμματος".

Από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι το Εφετείο, παρά το ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι στηρίζει την ανωτέρω κρίση του στην αναφερόμενη σε άλλο σημείο των αιτιολογιών της από 26-6-2009 σύμβαση συνεργασίας των διαδίκων, δέχεται εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας ως προς τις δηλώσεις των συμβληθέντων στη σύμβαση αυτή διαδίκων σχετικά με την παράβαση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για αποχή από πράξεις ανταγωνισμού.

Και τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι το Εφετείο προσφεύγει σε στοιχεία που βρίσκονται εκτός της ανωτέρω σύμβασης και συγκεκριμένα στην κατάθεση του ανωτέρω αναφερόμενου μάρτυρα. Έτσι, το Εφετείο, αν και δέχθηκε εμμέσως αλλά σαφώς την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας για το ανωτέρω ζήτημα, παρέλειψε να προσφύγει κατά την ερμηνευτική του προσπάθεια για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των διαδίκων στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, κατά παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Η δε αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του πρώτου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, αν υπήρξε υπαίτια συμβατική παράβαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την ανάπτυξη ανταγωνιστικής δραστηριότητας έναντι αυτής (αναιρεσείουσας), καθώς και για το αληθές νόημα του συμβατικού όρου περί μη ανταγωνισμού.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν εκτίθενται στις αιτιολογίες της, ποίο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της συμβατικής ρήτρας, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, για υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να απέχει από πράξεις ανταγωνισμού και ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο του ασφαλιστικού προγράμματος Medical Guarantee (M.G.) της αναιρεσείουσας, που αποτέλεσε κύριο αντικείμενο της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και ποιες ασφαλιστικές παροχές υγείας καλύπτει επακριβώς, ώστε να συγκριθεί με τις παροχές υγείας που παρείχαν οι κάρτες υγείας, έκδοσης της αναιρεσίβλητης, και αν εντεύθεν προέκυπτε από την προώθηση των καρτών αυτών από την τελευταία παράβαση της υποχρέωσής της για αποχή από πράξεις ανταγωνισμού έναντι της αναιρεσείουσας.

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν υπήρξε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης παράβαση της υποχρέωσής της για αποχή από πράξεις ανταγωνισμού, παραλείποντας προηγουμένως την αναφορά των ανωτέρω στοιχείων, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά τον βάσιμο περί τούτου ως άνω πρόσθετο λόγο αναίρεσης.

Ο ίδιος, όμως, λόγος, κατά το μέρος του με τον οποίον υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, παρά τα όσα αντίθετα διατείνεται η αναιρεσείουσα, δεν έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι κάρτες υγείας έκδοσης της αναιρεσίβλητης παρείχαν υπηρεσίες υγείας της αυτής μορφής με το ασφαλιστικό πρόγραμμα υγείας της αναιρεσείουσας.

O από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για να θεμελιωθεί δε ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν απλώς το έχει συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 236/2017 - ΑΠ 1032/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το ουσιαστικά αβάσιμο του ισχυρισμού της ενάγουσας-αναιρεσείουσας σχετικά με την παράβαση της υποχρέωσης αποχής από πράξεις ανταγωνισμού εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της κάρτας υγείας που είχε εκδώσει η τελευταία και την οποία προσκόμισε με νόμιμη επίκληση στο Εφετείο η αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η κάρτα υγείας της αναιρεσίβλητης παρείχε δικαίωμα ιατρικής εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, καθώς το αληθές είναι ότι η κάρτα υγείας προσέφερε στον κάτοχό της ισόβια νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση σχετικά με την αβασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η παράβαση της υποχρέωσης αποχής από πράξεις ανταγωνισμού από την "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" αφορούσε την κατάρτιση, παράλληλα με το επίμαχο πρόγραμμα, και με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, ασφαλιστικό πρόγραμμα αντίστοιχο του "MG" και την προώθησή του στους πελάτες της.

Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι η προώθηση αφορούσε "κάρτες υγείας" οι οποίες παρείχαν δικαίωμα ιατρικής εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία της "ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" και όχι σύμβαση συνεργασίας με άλλη ασφαλιστική εταιρεία στα πλαίσια παρόμοιου προγράμματος με το επίμαχο". Περαιτέρω, από την κάρτα υγείας έκδοσης της αναιρεσίβλητης, την οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις από 9-1-2019 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ενσωματώνοντάς την μάλιστα σε φωτοαντίγραφο στις προτάσεις της αυτές και την οποία προσκομίζει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς απόδειξη του ανωτέρω αναιρετικού λόγου και η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι προσφέρεται στον κάτοχό της όχι μόνο δικαίωμα ιατρικής εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία της αναιρεσίβλητης, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά επί πλέον ισόβια εξωνοσοκομειακή και νοσοκομειακή περίθαλψη.

Επομένως, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή της κάρτας υγείας της αναιρεσίβλητης, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά προς τα αναφερόμενα σ' αυτό. Εξ αιτίας δε του διαγνωστικού αυτού σφάλματος οδηγήθηκε στην κρίση ότι δεν συντρέχει περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για αποχή από πράξεις ανταγωνισμού έναντι της αναιρεσείουσας.

Ενόψει τούτων το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ και για το λόγο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι γίνονται δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στην αγωγή της αναιρεσείουσας, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των πέμπτου και έκτου πρόσθετων λόγων, οι οποίοι αναφέρονται στην ανταγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα αναιρεθεί κατά νομική αναγκαιότητα και κατά το κεφάλαιό της που δέχθηκε την ανταγωγή, διότι αυτή (ανταγωγή) θα κριθεί υποχρεωτικά εκ νέου, μετά την έρευνα της αγωγής ως προς την επικαλούμενη με αυτήν συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και στα πλαίσια του μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το οποίο αυτή αναιρείται.

Τούτο είναι συνέπεια του παρεπόμενου χαρακτήρα της ποινικής ρήτρας, υπό την έννοια ότι η απόσβεση, λύση, ακυρότητα ή ακυρωσία της κύριας σύμβασης συνεπάγεται αντίστοιχα απόσβεση, λύση, ακυρότητα ή ακυρότητα της ποινικής ρήτρας. Επομένως, η έρευνα της ανταγωγής προϋποθέτει την έρευνα του ισχυρισμού που προέβαλε κατ' αυτής η αντεναγομένη-αναιρεσείουσα, ισχυρισμό που προέβαλε άλλωστε και με την αγωγή της, για καταγγελία της επίδικης σύμβασης συνεργασίας λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της από 1-2-2018 έφεσής της.

Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2958/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται παραπάνω, καθώς και κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η ανταγωγή της αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις και σύμφωνα με το σχετικό της αίτημα (άρθρ. 173, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη. Αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια προσωρινά εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε, αλλά εξαφανίστηκε από το εφετείο, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου, δεν δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων, εφόσον η προσωρινά εκτελεστή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση του εφετείου, και αναβιώνει μετά την αναίρεση της απόφασης του εφετείου.

Σ' αυτήν την περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 ΚΠολΔ, το εφετείο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση (ΑΠ 1877/2005 - ΑΠ 291/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, σύμφωνα με τις επ' αυτών σημείωση της γραμματέα, στις 24-9-2020, ήτοι την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε σ' αυτήν με βάση την κηρυχθείσα προσωρινά εκτελεστή υπ' αριθμ. 4366/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και το ποσό των 200.000 ευρώ το οποίο επίσης κατέβαλε σ' αυτήν με βάση την υπ' αριθμ. 2958/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και συνολικά το ποσό των 400.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί.

Από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 4366/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η ανταγωγή της αντενάγουσας-αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αντεναγομένη-αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 836.797,50 ευρώ, κηρύχθηκε δε η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 200.000 ευρώ.

Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη στις 5-3-2018 το ανωτέρω ποσό των 200.000 ευρώ. Στη συνέχεια, με την αναιρούμενη υπ' αριθμ. 2958/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την ανταγωγή και το Εφετείο, αφού δίκασε την ανταγωγή, την έκανε δεκτή στο σύνολό της και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 929.755 ευρώ.

Σε εκτέλεση της αναιρούμενης ως άνω απόφασης του Εφετείου, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη στις 13-7-2020 το ποσό των 200.000 ευρώ. Επομένως, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, εφόσον έγινε εκτέλεση με βάση την πιο πάνω πρωτοβάθμια προσωρινά εκτελεστή απόφαση, η οποία όμως δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο, αλλά εξαφανίστηκε απ' αυτό, ανεξαρτήτως αν έγινε δεκτή στο σύνολό της η ανταγωγή, η εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη ως άνω απόφαση του Εφετείου, αλλά αναβιώνει μετά την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβαθμίου αυτού Δικαστηρίου.

Κατά συνέπεια, επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο τούτο μόνο όσον αφορά την εκτέλεση που έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου και όχι και με βάση την ως άνω υπ' αριθμ. 4366/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι αυτή, όπως προαναφέρθηκε, με την εξαφάνισή της δεν ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου.

Επομένως, το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον αφορά το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 4366/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει δε δεκτό το σχετικό αίτημα ως κατ' ουσίαν βάσιμο κατά τα λοιπά και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε με βάση την αναιρούμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2958/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αγωγή και κατά το μέρος της που αναφέρεται ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, καθώς και κατά το κεφάλαιό της που αφορά την ανταγωγή.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Δέχεται εν μέρει το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ