Legislator Case Law & Legislation
685/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first plaintiff but allows it against others regarding equal pay claim.

Case Number 685/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the first plaintiff but allowed it against the remaining twenty-six plaintiffs. The lower court erred by applying public law principles to private law employment relationships, violating the principle of equal pay. Consequently, the original judgment was upheld for the first plaintiff but set aside for the others, and the main lawsuit was dismissed against them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(a) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The principle of equal pay requires identical working conditions and legal status, not merely equal quantity or quality of work, and applying public law rules to private law employment relationships constitutes a procedural error.

Keywords

AI generated
principle of equal pay public law vs private law employment relationship status procedural error in application dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 179(b) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 685/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γαβρίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α.-Ε. Δ., 2) Β. Γ., 3) … και 27) Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1071/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω και εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 6415Δ/21-10-2-2016, 6497Δ/2-11-2016, 6493Δ/2-11-2016, 6408Δ/21-10-2016, 6410Δ/21-10-2016, 6403Δ/21-10-2016, 6417Δ/21-10-2016, 6413Δ/21-10-2016, 6404Δ/21-10-2016, 6411Δ/21-10-2016, 6401Δ/21-10-2016, 6406Δ/21-10-2016, 6402Δ/21-10-2016, 6494Δ/2-11-2016, 6495Δ/2-11-2016, 6414Δ/21-10-2016, 6496Δ/2-11-2016, 6409Δ/21-10-2016, 6520Δ/3-11-2016, 6405Δ/21-10-2016, 6492Δ/2-11-2016, 7272Δ/4-10-2016, 6407Δ/21-10-2016, 6416Δ/21-10-2016, 6483Δ/1-11-2016 και 6412Δ/21-10-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.

Α., και τα 9058/11-10-2016 και 13244/11-10-2016 φύλλα των ημερησίων εφημερίδων "Ο Λόγος" και "Ηχώ των Δημοπρασιών", που επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 15-6-2016 αίτησης για αναίρεση της 1071/2010 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (10-1-2017) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη έως και εικοστό έβδομο αναιρεσιβλήτους (στην εικοστή τρίτη ως αγνώστου διαμονής με επίδοση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και δημοσίευση περίληψης του επιδοθέντος δικογράφου, με υπόδειξη αυτού, στις προαναφερθείσες ημερήσιες εφημερίδες).

Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής, δεν εμφανίσθηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Αντίθετα όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, από την 6909Δ/22-12-2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι δεν πραγματοποιήθηκε η επίδοση λόγω θανάτου αυτής. Επομένως, ενόψει και του ότι μεταξύ των αναιρεσιβλήτων υπάρχει απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.

β Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β προστέθηκε με το άρθρο 62 ν.4139 /2013). Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015).

Προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (Ολ.

Α.Π. 13/2003). Εξ άλλου κατά το άρθρο 19 παρ. 4 ν. 2470/1997: "Στο διοικητικό προσωπικό αρµοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, που συµµετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, καταβάλλεται εφάπαξ αµοιβή, το ύψος της οποίας καθορίζεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων".

Τέλος κατά το άρθρο 17 παρ. 4 ν. 3205/2003, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 ν. 3833/2010 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους εκπαιδευτικούς και λοιπό προσωπικό που συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετάσεις ιδιωτικών, Γενικών και Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων και Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Με όμοια απόφαση καθορίζεται εφάπαξ αμοιβή για το διοικητικό προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που συμμετέχει στις ανωτέρω διαδικασίες". Με βάση τις εξουσιοδοτικές αυτές διατάξεις εκδόθηκαν κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν το ύψος της αµοιβής για κάθε κατηγορία υπαλλήλων.

Στην προκείµενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] υπηρετούν στο εναγόµενο [ήδη αναιρεσείον] νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου που εποπτεύεται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, µε συμβάσεις αορίστου χρόνου ως διοικητικοί υπάλληλοι.

Οι... πρώτη έως και εικοστή τρίτη ανήκουν στον κλάδο Π.Ε. και οι λοιποί στον κλάδο Τ.Ε. και αμείβονται με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και από 1-1-2004 του ν. 3205/2003). Πέραν των άλλων καθηκόντων τους οι ενάγοντες συμμετείχαν εντός του νομίμου ωραρίου τους και στην προετοιμασία και διεξαγωγή των γενικών (εισαγωγικών) εξετάσεων για τα Α.Ε.Ι.

και Τ.Ε.Ι. ως εξής: Κάθε χρόνο, προκειμένου να εισαχθούν στο εναγόμενο οι επιτυχόντες φοιτητές, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ζητά από το εναγόμενο τη σύνταξη πρότασης σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών που μπορούν να φοιτήσουν στα διάφορα τμήματά του. Κατόπιν του ερωτήματος αυτού δίδεται εντολή στις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου να ερευνήσουν πόσοι φοιτητές οφείλουν και ποια από τα μαθήματά τους, να εκτιμήσουν το ποσοστό των ενεργών φοιτητών που θα διαγωνιστεί επιτυχώς στις εξετάσεις του με αποτέλεσμα τη δημιουργία κενών θέσεων στις διαθέσιμες αίθουσες διδασκαλίας για τους νεοεισερχόμενους φοιτητές, να εκτιμήσουν την ικανότητα και διαθεσιμότητα των υπαρχόντων εργαστηρίων, όλων αυτών των στοιχείων ερευνωμένων σε συνάρτηση και με τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών που ήδη παρακολουθούν.

Κατόπιν της έρευνας αυτής και άλλων συναφών εργασιών, που λαμβάνουν χώρα εντός του νομίμου ωραρίου και εκτελούνται από όλους ανεξαιρέτως τους διοικητικούς υπαλλήλους αναλόγως της ειδικότητάς τους, συντάσσεται πρόταση, η οποία, εγκρινόμενη από τη σύγκλητο του πανεπιστημίου, διαβιβάζεται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Στο πλαίσιο της υποστήριξης των γενικών εξετάσεων, οι διοικητικοί υπάλληλοι του πανεπιστημίου κατ' έτος εντός του νομίμου ωραρίου τους εγγράφουν τους επιτυχόντες φοιτητές στα τμήματα στα οποία έχουν επιτύχει, αφού ακολουθηθεί η καθορισμένη από το νόμο διοικητική και εκπαιδευτική διαδικασία (ιατρικός έλεγχος υγείας των φοιτητών, άνοιγμα ατομικών φακέλων, πρετοιμασία εργαστηρίων και εκπαιδευτικών ασκήσεων και άλλες συναφείς εργασίες)...

Οι ενάγοντες δηλαδή εργάζονται συμπληρωματικά σε σχέση με την προετοιμασία των γενικών εξετάσεων με τους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι λαμβάνουν το επίδικο επίδομα. Το ίδιο επίδομα λαμβάνουν... οι διοικητικοί υπάλληλοι άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εποπτευομένων από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, όπως οι υπηρετούντες στον Ο.Ε.Δ.Β.

και Σ.Δ.Σ.Τ.Ε., οι οποίοι παρέχουν ίδια και συναφή εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους ενάγοντες. Δικαιούνται επομένως οι ενάγοντες να λάβουν την επίδικη παροχή, από τη χορήγηση της οποίας αυτοί εξαιρέθηκαν κατά παράβαση της αρχής της ισότητας του Συντάγματος, καθόσον δεν συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος για την μη χορήγησή του...

Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδικο βοήθημα και για τον, πριν της κατατάξεώς τους δυνάμει του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χρόνο και δη των ετών 2003 έως και τον Ιούλιο του 2006 που απασχολούντο με συμβάσεις έργου, διότι αυτές υπέκρυπταν μία σύμβαση αορίστου χρόνου, όπως αναγνωρίστηκε μετέπειτα από το εναγόμενο κατά την κατάταξή τους σε αορίστου χρόνου και διότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα εκτελούσαν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες, όπως και μετά τον από της κατατάξεώς τους χρόνο.

Έτσι οι ενάγοντες δικαιούνται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2008, η πρώτη έως και την εικοστή τρίτη 95,42 ευρώ μηνιαίως και η εικοστή τέταρτη έως και τον εικοστό έβδομο 91,67 ευρώ μηνιαίως". Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν την παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων των ετών 2003 και 2004, το δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους πρώτη έως και εικοστή δεύτερη ενάγοντες 4.580,16 ευρώ, σε καθένα από τους εικοστή τέταρτη έως και εικοστό έβδομο ενάγοντες 4.400,16 ευρώ και σε καθεμία από τις τρίτη, έβδομη και εικοστή τρίτη ενάγουσες 2.290,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αφού κατά τα προεκτεθέντα για την εφαρμογή της ισότητας της αµοιβής δεν αρκεί η παροχή εργασίας ποιοτικώς και ποσοτικώς ίσης προς εκείνη αυτών που ευνοήθηκαν µε την παροχή αλλά απαιτείται η εργασία να παρέχεται υπό τις ίδιες συνθήκες και υπό το ίδιο νοµικό καθεστώς, περιπτώσεις που κατά τις παραδοχές της προσβαλλοµένης δεν συντρέχουν στη προκειµένη περίπτωση, αφού η επίδικη εφάπαξ παροχή χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δηµόσιο στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων τους συνδεόµενους µε αυτό µε σχέση δηµοσίου δικαίου, ενώ οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου συνδεόμενοι με αυτό µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τους λοιπούς, πλην της πρώτης, αναιρεσιβλήτους. Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί η αγωγή (με την οποία οι ενάγοντες εξέθεσαν ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που εποπτεύεται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων συνδεόμενοι με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επικαλούμενοι δε την αρχή της ισότητας, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την ένδικη παροχή του άρθρου 17 παρ. 4 ν. 3205/2003, η οποία καταβάλλεται στους υπαλλήλους του ανωτέρω υπουργείου) ως μη νόμιμη για τους προεκτεθέντες λόγους. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης μεταξύ του αναιρεσείοντος και των δεύτερης έως και εικοστού έβδομου αναιρεσιβλήτων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-6-2016 αίτησης για αναίρεση της 1071/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση ως προς τους δεύτερη έως και εικοστό έβδομο αναιρεσιβλήτους.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 7-12-2008 αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους δεύτερη έως και εικοστό έβδομο ενάγοντες.

Απορρίπτει αυτήν ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των δεύτερης έως και εικοστού έβδομου αναιρεσιβλήτων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ