Legislator Case Law & Legislation
685/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on promotion denial, ruling abuse of power requires clear superiority over colleagues.

Case Number 685/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's rejection of an employee's promotion claim. The employee argued she was superior to promoted colleagues in performance and seniority, but the court found her general seniority and role assignment history outweighed these factors. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the employer's omission was not an abuse of power.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 & 2 of Law 3789/1957; Art. 281 of the Civil Code: Internal employment regulations acquire the force of law, and the omission of an employee's promotion is subject to judicial review only for abuse of power, which exists when an employee is overlooked despite clearly superior qualifications compared to a promoted colleague.

Keywords

AI generated
abuse of power employment regulations promotion denial judicial review internal rules seniority comparison civil code

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 and 2 of Law 3789/1957
Art. 281 of the Civil Code
Art. 297 and 298 of the Civil Code
Art. 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1567/2011 of the Athens Single District Court
Case 1235/2014 of the Athens Single Court of Appeal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 685/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Σ. Π., το γένος Ε. Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Λουκά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1567/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1235/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 3789/1957 ρυθμίσθηκε με ενιαίο τρόπο για όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή ή τον φορέα τους (Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κλπ), το ζήτημα των κανονισμών εργασίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι εσωτερικοί κανονισμοί εργασίας, οι οποίοι καταρτίζονται μέσα στα όρια της νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρέχεται από αυτές, αποκτούν κανονιστική ισχύ, δηλαδή ισχύ ουσιαστικού νόμου.

Ως εκ τούτου, σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου εφαρμόζεται κανονισμός εργασίας ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια μόνο για καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος (ΑΚ 281). Κατά τον έλεγχο αυτό, κατάχρηση υφίσταται όταν αντίθετα προς την καλή πίστη παραλείπεται η προαγωγή εργαζομένου που υπερέχει καταφανώς ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι συναδέλφου του, του οποίου προκρίνεται η προαγωγή.

Οπότε, εκείνος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει αφ' ενός μεν την αναγνώριση του δικαιώματός του να προαχθεί αναδρομικά στον ανώτερο βαθμό και αφ' ετέρου την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω της αδικαιολόγητης στέρησης των υπέρτερων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε (ΑΚ 297, 298) ή/και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του (ΑΚ 932).

Η απόφαση του δικαστηρίου, που προβαίνει στην αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής στον ανώτερο βαθμό πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα κατά τα ανωτέρω προσόντα αφ' ενός του υπαλλήλου που έχει παραλειφθεί και αφ' ετέρου των προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων αυτού, που έχουν προαχθεί.

Οι παραδοχές ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη των προσόντων αυτών αποτελούν ουσιαστική κρίση που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Η διάγνωση, όμως, περί του εάν υπό τις συγκεκριμένες παραδοχές ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερέχει καταφανώς σε σύγκριση με τους συναδέλφους του που έχουν προαχθεί, συνιστά υπαγωγική κρίση περί της συνδρομής των όρων εφαρμογής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και, εάν είναι εσφαλμένη, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι με την …/6-11-1997 απόφαση του Νομάρχη Αττικής εγκρίθηκε ο εν ισχύι εσωτερικός κανονισμός εργασίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής ανώνυμης εταιρείας, μετά τη συγχώνευσή της με την ασφαλιστική εταιρεία "...

ΑΕ" και από κοινού με τους συλλόγους υπαλλήλων των ως άνω ασφαλιστικών εταιρειών, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Ότι ο κανονισμός συντάχθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν.δ. 3789/1957 και απέκτησε ισχύ ουσιαστικού νόμου. Ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4, 10, 11, 12, 13 και 14 του κανονισμού αυτού η προαγωγή από το βαθμό του εντεταλμένου στο βαθμό του υποδιευθυντή της κατηγορίας Α, στην οποία ανήκει το διοικητικό προσωπικό της εναγομένης, διενεργείται από το υπηρεσιακό συμβούλιο κατ' απόλυτο εκλογή, έχει ως τυπική μεν προϋπόθεση την παραμονή του υπαλλήλου επί διετία στο βαθμό του εντεταλμένου, ουσιαστική δε, κυρίως, την ιδιαίτερη επίδοση και ικανότητα αυτού (άρθρο 11 παρ.2).

Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητος είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της ΑΣΟΕΕ και την 1-8-1983 προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος. Ότι προήχθη στο βαθμό του υπολογιστή Α κατ' αρχαιότητα από 1-1-1987, στο βαθμό του λογιστή Β κατ' εκλογή από 1-7-1989, στο βαθμό του λογιστή Α κατ' αρχαιότητα από 1-7-1992, στο βαθμό του τμηματάρχη Β από 1-1-1993, στο βαθμό του τμηματάρχη Α κατ' εκλογή από 1-7-1994 και στο βαθμό του εντεταλμένου κατ' απόλυτη εκλογή από 1-1-1998.

Ότι έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου, από 31-12-2001 (ευδόκιμο Α) και από 30-6-2002 (ευδόκιμο Β). Ότι άσκησε καθήκοντα προϊστάμενης του Τμήματος Λογαριασμών Εκχωρήσεων - Αναλήψεων της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών από 7-6-1994, αναπληρώτριας προϊσταμένης του Τομέα Λογαριασμών Αντασφαλίσεων και Συναλλάγματος της ίδιας Διεύθυνσης από 26-7-1997 και προϊσταμένης του ίδιου Τομέα από 13-10-1997.

Ότι κατά τα έτη 2004 και 2005 αξιολογήθηκε ως "πρότυπη". Ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις που διενεργήθηκαν από το υπηρεσιακό συμβούλιο της εναγομένης την 27-6-2005 η ενάγουσα δεν προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή, ενώ προήχθησαν οι πιο κάτω ομοιόβαθμοι συνάδελφοί της, τους οποίους αυτή προτείνει προς σύγκριση με τον ισχυρισμό ότι έναντι αυτών υπερείχε καταφανώς.

Ότι οι συγκρινόμενοι είναι : 1) ο Β. Κ., απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, που προσλήφθηκε την 1-11-1970, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2004, έχοντας αριθμό επετηρίδας 105 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Αυτός ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα προϊσταμένου του Περιφερειακού Τομέα Κεντρικής Ελλάδος από 15-1-1993, προϊσταμένου του Τμήματος Εκπαίδευσης της Περιφερειακής Υποδιεύθυνσης Κεντρικής Ελλάδας από 7-6-1994, προϊσταμένου του Περιφερειακού Τμήματος Εκπαίδευσης από 6-7-1995, υπεύθυνου τμήματος στον Περιφερειακό Τομέα Κεντρικής Ελλάδος από 18-5-2001 και αναπληρωτή προϊσταμένου του Τομέα Υποστήριξης Δικτύου Πωλήσεων από 14-7-2004.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "πρότυπη". Έναντι του εν λόγω προαχθέντος η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική αρχαιότητα (κατά 6 έτη), στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 105ος ο συγκρινόμενος), στον τίτλο σπουδών και, κυρίως, στην ανάθεση θέσης προϊσταμένου τομέα που αποδεικνύει την εμπιστοσύνη της εναγομένης στις ικανότητες της ενάγουσας για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης (από το 1997 η ενάγουσα, από το 2001 ο συγκρινόμενος), ισοδυναμούσε στην αξιολόγηση, ενώ υστερούσε αυτού μόνο στη γενική αρχαιότητα, που δεν είναι αποφασιστικό κριτήριο για την κατ' εκλογή προαγωγή σε ανώτερες θέσεις του διοικητικού προσωπικού της εναγομένης, 2) ο Φ.

Γ., απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, που προσλήφθηκε την 11-3-1974, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-2004, έχοντας αριθμό επετηρίδας 97 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Περιφερειακού Τμήματος Αναλήψεων του Υποκαταστήματος … από 20-11-1997 και προϊσταμένου της Περιφέρειας Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδος από 17-2-2005.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι του εν λόγω προαχθέντος η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική αρχαιότητα (κατά 6 έτη), στους τίτλους σπουδών, στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 97ος ο συγκρινόμενος), στους χρόνους ανάθεσης θέσεων ευθύνης (από το 1994 η ενάγουσα, από το 1997 ο συγκρινόμενος) και προϊσταμένου τομέα (από το 1997 η ενάγουσα, από το 2005 ο συγκρινόμενος), ενώ υστερούσε αυτού στη γενική αρχαιότητα και στην αξιολόγηση, 3) ο Ε.

Μ., πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, που προσλήφθηκε την 15-11-1983, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-2002, έχοντας αριθμό επετηρίδας 83 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2004 (ευδόκιμο Β). Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Ανάπτυξης Εργασιών στο Ηράκλειο Κρήτης από 7-6-1994, προϊσταμένου του Τμήματος Εκπαίδευσης - Υποστήριξης στο Ηράκλειο Κρήτης από 20-11-1997, προϊσταμένου του Τμήματος Κρήτης και Δωδεκανήσων από 18-5-2001 και προϊσταμένου της Περιφέρειας Κρήτης από 17-2-2005.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "πρότυπη" και "εξαίρετη", αντίστοιχα. Έναντι του εν λόγω προαχθέντος η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική αρχαιότητα (κατά 4 έτη), στη γενική αρχαιότητα, στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 83ος ο συγκρινόμενος), στο χρόνο ανάθεσης θέσης προϊσταμένου τομέα (το έτος 1997 η ενάγουσα, το 2005 ο συγκρινόμενος) και ισοδυναμούσε στους τίτλους σπουδών και στην αξιολόγηση του έτους 2004, 4) η Β.

Κ., πτυχιούχος Μαθηματικών, που προσλήφθηκε την 1-1-1983, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-2002, έχοντας αριθμό επετηρίδας 83 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2004 (ευδόκιμο Β). Αυτή ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένης Τμήματος του Τομέα Τεχνικής Υποστήριξης από 31-10-1997 και προϊσταμένης του Τομέα Τεχνικής Υποστήριξης από 25-5-2005.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "πρότυπη" και "εξαίρετη", αντίστοιχα. Έναντι της εν λόγω προαχθείσας η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική αρχαιότητα (κατά 4 έτη), στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 76η η συγκρινόμενη) στους χρόνους ανάθεσης θέσεων ευθύνης (κατά 3 έτη) και προϊσταμένου τομέα (κατά 7 έτη) και ισοδυναμούσε στους τίτλους σπουδών και στην αξιολόγηση για το έτος 2004, ενώ υστερούσε μόνο κατά 7 μήνες στη γενική αρχαιότητα, 5) ο Ν.

Κ., απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, που προσλήφθηκε την 16-6-1978, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-2002, έχοντας αριθμό επετηρίδας 71 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2004 (ευδόκιμο Β). Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Πωλήσεων Μεσιτών - Πρακτόρων Αττικής από 13-10-1997 και προϊστάμενος του ως άνω τομέα από 14-7-2004.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι του εν λόγω προαχθέντος η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική αρχαιότητα (κατά 4 έτη), στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 71ος ο συγκρινόμενος), στους τίτλους σπουδών, στο χρόνο ανάθεσης θέσεων ευθύνης (κατά 3 έτη) και προϊσταμένου τομέα (κατά 7 έτη) και υστερούσε μόνο στην αξιολόγηση και στη γενική αρχαιότητα, 6) η Β.

Ζ., πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, που προσλήφθηκε την 2-8-1983, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-2001, έχοντας αριθμό επετηρίδας 59 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2002 (ευδόκιμο Β). Αυτή ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένης της Υπηρεσίας Ρευστοποίησης Ανεισπράκτων του Κεντρικού Καταστήματος από 6-7-1995, προϊσταμένης του Τμήματος Υποστήριξης του Υποκαταστήματος … από 4-8-1997, προϊσταμένης του Περιφερειακού Τμήματος Λογιστηρίου του Υποκαταστήματος … από 18-3-2001 και προϊσταμένης του Τομέα Ποιότητας από 6-4-2001.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι της εν λόγω προαχθείσας η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική αρχαιότητα (κατά 3 έτη), στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 59η η συγκρινόμενη), στους χρόνους ανάθεσης θέσης ευθύνης (κατά 1 έτος) και προϊσταμένου τομέα (κατά 4 έτη), ενώ υστερούσε μόνο στην αξιολόγηση και ισοδυναμούσαν στους τίτλους σπουδών και στη γενική αρχαιότητα, 7) ο Γ.

Ν., απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, που προσλήφθηκε την 1-2-1977, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1- 2002, έχοντας αριθμό επετηρίδας 68 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2004 (ευδόκιμο Β). Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Μηχανολογίας της Διεύθυνσης Γενικών Ασφαλίσεων από 19-7-1988, προϊσταμένου του Τμήματος Μηχανολογίας της Διεύθυνσης Πυρός- Μηχανολογίας από 20-7-1990, προϊσταμένου του Τμήματος Μηχανικών Βλαβών της ως άνω Διεύθυνσης από 13-10-1997, προϊσταμένου του Τομέα Τεχνικών Ασφαλίσεων της Διεύθυνσης Μεταφορών Πλοίων από 18-2-2005.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι του εν λόγω προαχθέντος η ενάγουσα υπερείχε απλώς και όχι καταφανώς, διότι η υπεροχή της στην ειδική αρχαιότητα (κατά 4 έτη), στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 68ος ο συγκρινόμενος), στην ανάθεση θέσης προϊσταμένου τομέα (κατά 8 έτη) και στους τίτλους σπουδών αντισταθμίζεται από την υπεροχή του συγκρινόμενου στο χρόνο ανάθεσης θέσης ευθύνης (κατά 6 έτη), στην αξιολόγηση και στη γενική αρχαιότητα (κατά 6 έτη), 8) ο Σ.

Κ., απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης, που προσλήφθηκε την 3-7-1973 στην εταιρεία "... ΑΕ" που συγχωνεύθηκε με την εναγόμενη το έτος 1997, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-2001, έχοντας αριθμό επετηρίδας 52 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2002 (ευδόκιμο Α) και από 1-1-2004 (ευδόκιμο Β).

Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου της Περιφερειακής Υπηρεσίας Υποστήριξης από 13-10-1997, και προϊσταμένου του Τομέα Αναλήψεων της Διεύθυνσης Αυτοκινήτων από 28-12-2004. Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι του εν λόγω προαχθέντος η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική αρχαιότητα (κατά 3 έτη), στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 52ος ο συγκρινόμενος), στο χρόνο ανάληψης θέσης ευθύνης (κατά 3 έτη) και ευθύνης τομέα (κατά 7 έτη) και στους τίτλους σπουδών, ενώ υστερούσε μόνο στην αξιολόγηση και στη γενική αρχαιότητα και 9) ο Ε.

Γ., πτυχιούχος Νομικής, που προσλήφθηκε την 22-2-1982 από την εταιρεία "... ΑΕ", προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-1999, έχοντας αριθμό επετηρίδας 42 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2000 (ευδόκιμο Α) και από 1-1-2002 (ευδόκιμο Β). Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Δικαστικών Αποζημιώσεων από 15-2-1996, προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εκκρεμοτήτων από 13-10-1997, προϊσταμένου του Τμήματος Ζημιών Εξωτερικού από 18-5-2001 και προϊσταμένου του Τομέα Γραμματείας της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών από 18-10-2004.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι του εν λόγω προαχθέντος η ενάγουσα δεν υπερείχε καταφανώς, αλλά απλώς, διότι η υπεροχή της στην ειδική αρχαιότητα (κατά 1 έτος), στη σειρά επετηρίδας (29η η ενάγουσα, 42ος ο συγκρινόμενος) και στους χρόνους ανάθεσης θέσης ευθύνης και προϊσταμένου τομέα, αντισταθμίζεται εν μέρει από την υπεροχή του προτεινόμενου στη γενική αρχαιότητα, στην αξιολόγηση, στην γνώση ξένης γλώσσας (κάτοχος πτυχίου Αγγλικής), ενώ ισοδυναμούσαν στους τίτλους σπουδών.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 για το βαθμό του υποδιευθυντή η ενάγουσα υπερτερούσε καταφανώς των προαχθέντων και από αυτήν προταθέντων προς σύγκριση ομοιοβάθμων συναδέλφων της α) Β. Κ., β) Φ. Γ., γ) Ε. Μ., δ) Β. Κ., ε) Ν. Κ., στ) Β.

Ζ. και ζ) Σ. Κ., ενώ δεν υπερτερούσε καταφανώς έναντι των επίσης προαχθέντων και προς σύγκριση προταθέντων η) Γ. Ν. και θ) Ε. Γ.. Οπότε, έκρινε κατ' αρχήν ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να έχει προαχθεί στη θέση ενός από τους ως άνω επτά συναδέλφους της, έναντι των οποίων υπερτερούσε καταφανώς, με την επιφύλαξη της ουσιαστικής διερεύνησης της διακωλυτικής ένστασης, την οποία είχε προτείνει η εναγομένη.

Με την κρίση αυτή το εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά και με σαφήνεια παρέθεσε στην απόφασή του. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους τη αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο ως προς τις ως άνω συγκρίσεις και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Περαιτέρω, σε περίπτωση αγωγής για παράλειψη προαγωγής, ο εναγόμενος εργοδότης δύναται προς απόκρουση αυτής να προβάλει τη διακωλυτική ένσταση που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό του περί απλής υπεροχής ορισμένων άλλων συναδέλφων του ενάγοντος, οι οποίοι θα είχαν προαχθεί αντ' αυτού, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή. Η ένσταση αυτή θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων. Οι αντιπροτεινόμενοι υπάλληλοι πρέπει να είχαν παραλειφθεί κατά την ημέρα που το αρμόδιο όργανο του εργοδότη συνεδρίασε και αποφάσισε τη μη προαγωγή του ενάγοντος. Με την εν λόγω ένσταση δεν μπορεί να προταθεί προς σύγκριση συνάδελφος του ενάγοντος, ο οποίος είχε παραλειφθεί αρχικώς, αλλά προήχθη αργότερα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αφού με την αναγνώριση αυτή η προαγωγή του λογίζεται ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να έχει γίνει και, συνεπώς, ο προς σύγκριση προτεινόμενος θεωρείται ως μη παραλειφθείς. Η διακωλυτική ένσταση προβάλλεται αλυσιτελώς όταν οι προτεινόμενοι με αυτήν προς σύγκριση είναι λιγότεροι από τους προαχθέντες υπαλλήλους έναντι των οποίων ο ενάγων υπερέχει καταφανώς.

4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς την έρευνα της διακωλυτικής ένστασης, την οποία είχε προτείνει παραδεκτά εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα: Ότι ως προς τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι αντιπροτεινόμενοι από αυτήν επτά (7) ομοιόβαθμοι συνάδελφοι της ενάγουσας που δεν προήχθησαν, υπερείχαν αυτής και ότι αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή θα είχαν προαχθεί οι αντιπροτεινόμενοι και όχι η ενάγουσα την κατάλυση της ενεργητικής νομιμοποίησής της.

Ότι από τους αντιπροτεινόμενους από την εναγόμενη: 1) ο Σ. Ζ., πτυχιούχος Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής, που προσλήφθηκε την 14-2-1977 από την ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕ", προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-1992, έχοντας αριθμό επετηρίδας 2 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2000 (ευδόκιμο Β).

Αυτός ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του Κλάδου Υπηρεσίας από 2-4-1992, προϊσταμένου του Τμήματος Ακινήτων Κληρονομιαίας Περιουσίας από 2-7-1993, προϊσταμένου του Τμήματος Ακίνητης Περιουσίας Αστέρα από 13-10-1997, προϊσταμένου του Τμήματος Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδος από 18-5-2001 και αναπληρωτή προϊσταμένου του Τομέα Φόρων και Μετόχων της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών στις 25-5-2005.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "πρότυπη". Έναντι της ενάγουσας υπερείχε απλώς καθότι υπερτερούσε στην ειδική και γενική αρχαιότητα, στη σειρά επετηρίδας, στην ανάθεση θέσης ευθύνης, ισοδυναμούσε στους τίτλους σπουδών και στην αξιολόγηση και υστερούσε από αυτή μόνο στην ανάθεση θέσης προϊσταμένου τομέα, 2) ο Γ.

Φ., απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης που προσλήφθηκε την 11-12-1975 από την ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕ", προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1- 1-1993, έχοντας αριθμό επετηρίδας 8 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2001 (ευδόκιμο Β). Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Περιφερειακού Τμήματος Ρευστοποίησης από 13-10-1997 και προϊσταμένου του Περιφερειακού Τομέα Υποστήριξης της Περιφερειακής Υποδιεύθυνσης - Υποκατάστημα … από 6-4-2001.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "πρότυπη". Έναντι της ενάγουσας δεν υπερείχε καθότι η υπεροχή του στη γενική και ειδική αρχαιότητα και στη σειρά της επετηρίδας αντισταθμίζεται από την υπεροχή της ενάγουσας στους χρόνους ανάθεσης θέσεων ευθύνης (κατά 3 έτη) και προϊσταμένου τομέα (κατά 4 έτη), και στους τίτλους σπουδών, ενώ ισοδυναμούσαν στην αξιολόγηση, 3) ο Γ.

Π., πτυχιούχος Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, που προσλήφθηκε την 11-12-1975 από την ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕ", εντάχθηκε στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-1993, έχοντας αριθμό επετηρίδας 9 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-2000 (ευδόκιμο Β).

Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Έκδοσης Ζωής της Διεύθυνσης Ομαδικών Ασφαλίσεων Ζωής από 13-3-1997 και προϊσταμένου του τομέα Αναλήψεων της ως άνω Διεύθυνσης από 21-3-2005. Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι της ενάγουσας υπερείχε απλώς καθότι υπερτερούσε στη γενική και ειδική αρχαιότητα, στη σειρά επετηρίδας και στην αξιολόγηση, υστερούσε μόνο στους χρόνους ανάθεσης θέσεων ευθύνης και προϊσταμένου τομέα, ενώ ισοδυναμούσαν στους τίτλους σπουδών, 4) ο Π.

Κ., πτυχιούχος Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, που προσλήφθηκε την 11-12-1975 από την ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕ", εντάχθηκε στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-1995, έχοντας αριθμό επετηρίδας 13 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-1998 (ευδόκιμο Α) και από 1-1-2-2000 (ευδόκιμο Β).

Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Εκκρεμοτήτων Αστέρα της Διεύθυνσης Αντασφαλίσεων από 13-10-1997, προϊσταμένου του Τμήματος Τρεχουσών Συναλλαγών του Τομέα Λογαριασμών και Αντασφαλίσεων από 22-4-1998, προϊσταμένου του Τομέα Λογαριασμών Αντασφαλίσεων από 25-5-2005. Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη".

Έναντι της ενάγουσας υπερείχε απλώς καθότι υπερτερούσε στη γενική και ειδική αρχαιότητα, στη σειρά επετηρίδας και στην αξιολόγηση, υστερούσε μόνο στην ανάθεση θέσης ευθύνης και προϊσταμένου τομέα, ενώ ισοδυναμούσαν στους τίτλους σπουδών, 5) ο Α. Κ., πτυχιούχος Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής, που προσλήφθηκε την 20-4-1978 από την ασφαλιστική εταιρεία "...

ΑΕ", προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-1995, έχοντας αριθμό επετηρίδας 14 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-1998 (ευδόκιμο Α). Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Εκδόσεων του Κλάδου Υποκαταστήματος … από 13-1-1995, προϊσταμένου της Περιφερειακής Υπηρεσίας Λοιπών Κλάδων του Υποκαταστήματος Κεντρικό … από 13-10-1997, προϊσταμένου του Περιφερειακού Τμήματος Αναλήψεων από 1-4-2003 και προϊσταμένου του Περιφερειακού Τμήματος Αναλήψεων Αυτοκινήτου της Περιφερειακής Υποδιεύθυνσης από 17-2-2005.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "πρότυπη". Έναντι της ενάγουσας δεν υπερείχε, διότι η υπεροχή του στη γενική και ειδική αρχαιότητα και στη σειρά επετηρίδας αντισταθμίζεται από την υπεροχή της ενάγουσας στους χρόνους ανάθεσης ευθύνης και προϊσταμένου τομέα, ενώ ισοδυναμούσαν στους τίτλους σπουδών και στην αξιολόγηση, 6) Θ.

Κ., πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, που προσλήφθηκε την 1-8-1973, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-7-1996, έχοντας αριθμό επετηρίδας 15 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 1-1-1998 (ευδόκιμο Α) και από 1-1-2000 (ευδόκιμο Β).

Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Νομικής Προστασίας από 18-3-1994, προϊσταμένου του Ανεξάρτητου Τμήματος Νομικής Προστασίας από 13-10-1997, προϊσταμένου του Ανεξάρτητου Τομέα Νομικής Προστασίας από 29-4-2002. Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι της ενάγουσας υπερείχε απλώς, διότι υπερτερούσε στην ειδική και γενική αρχαιότητα, στη σειρά επετηρίδας και στην αξιολόγηση, υστερούσε μόνο στο χρόνο ανάθεσης θέσης προϊσταμένου τομέα, ενώ ισοδυναμούσαν στους τίτλους σπουδών και στο χρόνο ανάθεσης καθηκόντων ευθύνης, 7) ο Σ.

Π., πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, που προσλήφθηκε την 1-7-1985, προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου την 1-1-1998, έχοντας αριθμό επετηρίδας 28 κατά την ένδικη προαγωγική κρίση. Έχει λάβει επίδομα ευδόκιμης παραμονής στο βαθμό του εντεταλμένου από 31-12-2001 (ευδόκιμο Α). Αυτός ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου του Υποκαταστήματος … από 29-8-1985, προϊσταμένου Υποκαταστήματος … από 24-11-1995, αναπληρωτή προϊσταμένου Περιφέρειας Κρήτης από 17-2-2005.

Τα έτη 2004 και 2005 είχε αξιολόγηση "εξαίρετη". Έναντι της ενάγουσας αποδείχθηκε ότι δεν υπερείχε καθότι η υπεροχή του στη σειρά επετηρίδας (28ος ενώ η ενάγουσα ήταν 29η), στην αξιολόγηση και στο χρόνο ανάθεσης θέσης ευθύνης, αντισταθμίζεται από την υπεροχή της ενάγουσας στη γενική αρχαιότητα και στο χρόνο ανάθεσης θέσης προϊσταμένου τομέα, ενώ ήταν ισοδύναμοι στην ειδική αρχαιότητα και στους τίτλους σπουδών.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 για το βαθμό του υποδιευθυντή από τους αντιπροτεινόμενους από την εναγόμενη προς σύγκριση ως προακτέους αντί της ενάγουσας στο βαθμό του υποδιευθυντή υπερείχαν απλώς αυτής οι α) Σ. Ζ., β) Γ.

Π., γ) Π. Κ. και δ) Θ. Κ., ενώ ουδόλως υπερείχαν αυτής οι ε) Γ. Φ., στ) Α. Κ. και ζ) Σ. Π.. Αλλ' ότι οι ως άνω προταθέντες από την εναγομένη και παραλειφθέντες στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2005 για το βαθμό του υποδιευθυντή, τέσσερις (4) ομοιόβαθμοι με την ενάγουσα υπάλληλοι που υπερείχαν απλώς αυτής, είναι ολιγότεροι των προαναφερθέντων επτά (7) ομοιοβάθμων υπαλλήλων που προήχθηκαν και προτάθηκαν προς σύγκριση από την ενάγουσα, έναντι των οποίων αυτή υπερείχε καταδήλως.

Και ότι, ως εκ τούτου, οι αντιπροτεινόμενοι, προαγόμενοι θα καταλάμβαναν μόνο τις τέσσαρες (4) θέσεις εκ των επτά (7) στις οποίες προήχθησαν ομοιόβαθμοι συνάδελφοι της ενάγουσας, έναντι των οποίων αυτή υπερείχε καταφανώς και θα απέμεναν τρεις (3) θέσεις, μία (1) εκ των οποίων θα καταλάμβανε η ενάγουσα. Γι' αυτό και, βελτιώνοντας εν μέρει τις αιτιολογίες της τότε εκκαλουμένης 1567/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.

Με την κρίση αυτή το εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά και με σαφήνεια παρέθεσε στην απόφασή του. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους τη αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο ως προς τις ως άνω συγκρίσεις σε αναφορά προς την έρευνα της διακωλυτικής ενστάσεως και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 1235/ 2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 2α Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ