Legislator Case Law & Legislation
685/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor compensation denial, upholding lower court's application of equality and unjust enrichment principles.

Case Number 685/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two female employees against the Athens Stock Exchange regarding their denial of specific labor benefits. The court found that the employees belonged to a distinct legal category distinct from other workers, meaning the differential treatment did not violate constitutional equality principles. Furthermore, the court ruled that the company's refusal to pay constituted neither an unlawful act nor unjust enrichment, as the benefits were not provided voluntarily to others. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and court costs were shared between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(1) of the Constitution; The principle of equality does not mandate identical treatment for workers in fundamentally different legal categories, and the absence of voluntary provision to others negates a claim of unjust enrichment.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle labor compensation benefits unjust enrichment requirements unlawful act elements different legal categories appeal admissibility shared court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(1) of the Constitution
Article 28(2) of Law 2324/1995
Common Ministerial Decision of 2074050/8712/0022/16-11-1995
Common Ministerial Decisions of 2048842/6017/0022/6-5-1989 and 2006402/481/0022/30-1-1995
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 179(b) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 685/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Λ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Φ. Β. του Δ., κατοίκου ..., από τις οποίες η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Βρεττό και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε." (πρώην "Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Παπασταύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του ήδη μη διαδίκου Η. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 883/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 4244/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-2-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 3-4-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χρήστου Βρυνιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Εξάλλου κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.

Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας". Από τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015).

Γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των μισθών κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, δηλαδή όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, κάθε μια από αυτές υπάγεται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς (Α.Π. 243/2008).

Περαιτέρω από τα άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι συνεπώς δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.

Η πιο πάνω αρχή (της ίσης μεταχειρίσεως) έχει εφαρμογή μόνο επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος κατά τα ήδη εκτεθέντα (Α.Π. 981/2011).

Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν παραβιάζεται όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογης ή ίσης αξίας που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη (Α.Π. 107/2006).

Στις προαναφερθείσες περιπτώσεις της δικαιολογημένης εκ μέρους του εργοδότη διαφορετικής μεταχειρίσεως των μισθωτών από την άποψη της αμοιβής, δεν μπορούν να θεμελιωθούν αξιώσεις τους κατ' αυτού ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ. περί αδικοπραξιών, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου του παρανόμου ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της αιτίας βάσει της οποίας επήλθε ο πλουτισμός του εργοδότη (Ολ. Α.Π. 22/2003, Α.Π.413/1994). Εξ άλλου με τους νόμους 2470/1997 (ΦΕΚ Α 40) και 3205/2003 (ΦΕΚ Α 297), όπως ίσχυσαν κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο (1999-2006), είχαν χορηγηθεί, αρχικά από την 1-1-1997 και στη συνέχεια από την 1-1-2004, μηνιαία οικογενειακή παροχή καθώς και μηνιαίο επίδομα πληροφορικής στο προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το οποίο (προσωπικό) εμπίπτει στο μισθολογικό καθεστώς των ανωτέρω νόμων.

Συγκεκριμένα: Η μηνιαία οικογενειακή παροχή χορηγήθηκε για την ενίσχυση της οικογένειας και ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση αυτού του προσωπικού. Το μηνιαίο επίδομα πληροφορικής χορηγήθηκε, εφ' όσον το προσωπικό αυτό είχε εργασία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, ήταν ειδικευμένο στο αντικείμενο ορισμένων ειδικοτήτων (αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί, χειριστές-χειρίστριες ηλεκτρονικών υπολογιστών, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων, κωδικογράφοι και χειριστές κοπτικών μηχανημάτων), κατείχε οργανικές θέσεις κλάδων πληροφορικής, υπηρετούσε σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και είχε τα ειδικά τυπικά προσόντα του π.δ. 194/1988 και του π.δ. 50/2001 [άρθρα 1 παρ. 1, 8 αριθμός 11, 12, 33 ν. 2470/1997, 1 π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ Α 84), 1, 8 αριθμός 8, 11, 56 v. 3205/2003, 1, 33 π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 39)].

Επίσης η οικογενειακή παροχή και το επίδομα πληροφορικής χορηγήθηκαν από τους ίδιους χρόνους (1-1-1997 και 1-1-2004) με επέκταση και ανάλογη εφαρμογή του ν. 2470/1997 (άρθρα 12, 8 αριθμός 11) καθώς και του ν. 3205/2003 (άρθρα 11, 8 αριθμός 8) και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορισμένου χρόνου που υπηρετούσε στο Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως [άρθρα 24 ν. 2470/1997, 21 ν. 3205/2003, 19 παρ. 2 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α 27), 2026439/3480/0022/30-5-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Εθνικής Άμυνας - Εξωτερικών - Εθνικής Οικονομίας - Οικονομικών - Ανάπτυξης - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων - Γεωργίας - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Υγείας και Πρόνοιας - Δικαιοσύνης - Πολιτισμού - Εμπορικής Ναυτιλίας - Δημόσιας Τάξης - Μακεδονίας, Θράκης - Αιγαίου - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΦΕΚ Β 462) και οικ. 2/7093/0022/5-2-2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εξωτερικών - Εθνικής Άμυνας - Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Ανάπτυξης - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Υγείας και Πρόνοιας - Γεωργίας - Δικαιοσύνης - Πολιτισμού - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Δημόσιας Τάξης - Εμπορικής Ναυτιλίας - Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης - Μακεδονίας, Θράκης - Αιγαίου (ΦΕΚ Β 215)].

Επί πλέον οι κοινές αποφάσεις 88555/3293/30-9-1988 των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 721), 2048842/6017/0022/6-5-1989 των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 455), καθώς και 2006402/481/0022/30-1-1995 των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 62), σχετικές με το επίδομα πληροφορικής, είχαν καταργηθεί από την 1-1-1997 [άρθρο 31 εδ.

η, 33 ν. 2470/1997, 39 ν. 1836/1989 (ΦΕΚ Α 79)]. Έτσι, από την ισχύ του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003, για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής απαιτείται να συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες ηλεκτρονικών υπολογιστών (Α.Π. 535/2014).

Περαιτέρω το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών είχε συσταθεί από τις 26-10-1928 ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου [άρθρα 1, 37 ν. 3632/1928 (ΦΕΚ Α 137)], μετετράπη από τις 17-7-1995 σε ανώνυμη εταιρεία [άρθρα 1, 62 ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α 146)] και ήδη έχει μετονομασθεί σε Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε. [άρθρα 13 παρ. 5, 41 ν. 2937/2001 (ΦΕΚ Α 169), 1, 15 ν. 3152/2003 (ΦΕΚ Α 152)].

Στο ν. 2324/1995, όπως ίσχυσε κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο (1999-2006), ορίσθηκαν ειδικότερα τα εξής: "Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε." και συνεχίζεται με τη νέα αυτή μορφή διεπόμενο από τις διατάξεις αυτού του νόμου και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες" (άρθρο 1). "Το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε.

απολαύει, ως ανώνυμη εταιρία, διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας, υπό την εποπτεία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας" (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α). "Το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε. δεν υπάγεται στις διατάξεις που προβλέπουν οποιουσδήποτε περιορισμούς για τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, εκτός από τα θέματα των προσλήψεων, τα οποία θα αντιμετωπισθούν με εφαρμογή του ν. 2190/1994" (άρθρο 4 παρ. 5). "Η σχέση εργασίας που συνδέει το υπάρχον προσωπικό με το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών διατηρείται και μεταξύ του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε.

και του υπάρχοντος αυτού προσωπικού υπό το ισχύον σήμερα καθεστώς και τους ίδιους όρους και τα εν γένει πλεονεκτήματα, όπως μονιμότητα. Για το προσωπικό που θα προσλαμβάνεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου θα απασχολείται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (άρθρο 6 παρ. 1). "Το προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε.

διέπεται από κανονισμό εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας και από γενικό κανονισμό προσωπικού, που συντάσσονται από το διοικητικό συμβούλιο του Χ.Α.Α. Α.Ε. και εγκρίνονται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας. Με τους κανονισμούς αυτούς τροποποιούνται οι υφιστάμενες διατάξεις για τον Οργανισμό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.

Οι εργασιακές σχέσεις του υφιστάμενου προσωπικού δεν μπορούν να υποστούν βλαπτική μεταβολή" [άρθρο 6 παρ. 3, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 102 παρ. 3 ν. 2533/1997 (ΦΕΚ Α 228)]. Στην εισηγητική έκθεση του ν. 2324/1995, ως προς τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 και 6, αναφέρονται: "Με σκοπό κυρίως τη δυνατότητα στελέχωσης του Χρηματιστηρίου με εξειδικευμένο προσωπικό, προβλέπεται στο άρθρο 4 ότι το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε.

δεν υπάγεται στις διατάξεις που προβλέπουν περιορισμούς για τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα" και "Με το άρθρο 6 προβλέπεται η ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού, τόσο εκείνου που απασχολείται στο χρηματιστήριο σήμερα, όσο και εκείνου που θα προσληφθεί μετά τη μετατροπή, ενώ γίνεται ρητή μνεία ότι η σχέση εργασίας του υπάρχοντος προσωπικού διατηρείται υπό το ισχύον σήμερα καθεστώς και τους ίδιους όρους και πλεονεκτήματα, όπως μονιμότητα κλπ".

Στο άρθρο 28 παρ. 2 του ίδιου ν. 2324/1995, όπως ίσχυσε κατά τα έτη 1999-2006, ορίσθηκε ότι: "Στους υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε., καθώς και τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας που υπηρετούν στην αρμόδια για την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Διεύθυνση και ασκούν ελεγκτικά και εποπτικά καθήκοντα, είναι δυνατόν να χορηγηθεί επίδομα αυξημένης ευθύνης, το οποίο δεν είναι δυνατόν να υπερβεί το τριάντα τοις εκατό (30%) των συνολικών αποδοχών τους.

Το επίδομα αυτό χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. και βαρύνει τον προϋπολογισμό του τελευταίου". Με την εισηγητική έκθεση του ν. 2324/1995 η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αιτιολογείται.

Επίσης στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 3152/2003 (ΦΕΚ Α 152), όπως ίσχυε ομοίως κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο (1999-2006), ορίσθηκαν τα εξής: "Τα χρηματιστήρια λειτουργούν μόνο με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. Σκοπός των χρηματιστηρίων είναι η οργάνωση των συναλλαγών επί κινητών αξιών, παραγώγων και χρηματοπιστωτικών μέσων εν γένει.

Συνιστώνται ύστερα από άδεια λειτουργίας που παρέχεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (παρ. 1) και "Διατάξεις που αναφέρονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή στο Χρηματιστήριο Αθηνών εφαρμόζονται και στα χρηματιστήρια που συνιστώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

Κατ' εξαίρεση, διατάξεις που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε." ή διατάξεις που αφορούν τις σχέσεις της εταιρείας αυτής με το υφιστάμενο κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού προσωπικό της, όπως οι διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 παράγραφος 1, 6, 7, 8 και 29 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), εφαρμόζονται μόνο στην εταιρεία αυτή.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα Υπουργεία ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στα οποία θα μεταφερθεί το κατά την κρίση του Δ.Σ. του Χ.Α.Α. πλεονάζον προσωπικό και θα ενταχθεί με το ίδιο καθεστώς εργασιακής σχέσης" (παρ. 2).

Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις εκδόθηκαν για το ήδη "Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε." ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού και οι τέσσερις Κανονισμοί Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας που ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση, ήτοι οι από 24-6-1999, από 7-12-2000, από 14-4-2005 και από 29-6-2006, καθώς και η 2074050/8712/0022/16-11-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας - Οικονομικών (ΦΕΚ Β 976), που επίσης ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση.

Συγκεκριμένα: Α) Κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 ν. 2324/1995 εκδόθηκε ο "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού", ο οποίος ισχύει από τις 2-7-1997 [κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Εθνικής Οικονομίας 14991/367/25-6-1997 (ΦΕΚ Β 540), πρακτικά συνεδριάσεως του διοικητικού συμβούλιου του "Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε." της 8-5-1997] και ορίζονται σε αυτόν μεταξύ άλλων και τα εξής:

Το προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατανέμεται στις εξής κατηγορίες: α. ειδικό επιστημονικό προσωπικό, β. προσωπικό πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, γ. προσωπικό τεχνολογικής εκπαίδευσης και δ. προσωπικό δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το προσωπικό αυτό προσλαμβάνεται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου διετούς διάρκειας, η οποία δύναται μετά τη λήξη της να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε.

μετά από εισήγηση του προέδρου του (άρθρα 1 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1). Οι προσλήψεις του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, λόγω των αυξημένων προσόντων του, διενεργούνται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα. Κάθε προσλαμβανόμενος αναλαμβάνει τα συγκεκριμένα καθήκοντα τα οποία προσδιορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε., με βάση τις δραστηριότητες των υπηρεσιακών μονάδων και διευθύνσεων που προβλέπονται στον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.

α και 2). Η κλίμακα βαθμολογίου του προσωπικού του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ΑΕ που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου περιλαμβάνει επτά συνολικά βαθμίδες (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α). Στις μηνιαίες αποδοχές του προσωπικού που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι κατώτερες κατά το νόμο και τις οικείες συλλογικές συμβάσεις αμοιβές, καθώς επίσης και τα κατά νόμο παρεχόμενα επιδόματα (άρθρο 5 παρ. 1).

Τα κατώτατα όρια αμοιβών των συμβασιούχων υπαλλήλων ορίζονται ανά βαθμίδα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. Με απόφαση του ιδίου οργάνου μπορούν να καταβάλλονται σε ορισμένους υπαλλήλους λόγω εξαιρετικής αποδόσεως ή υπευθυνότητας της θέσεως που κατέχουν πρόσθετες αποδοχές πέραν των προβλεπομένων κατώτατων ορίων (άρθρο 5 παρ. 2).

Το μόνιμο προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις περί μισθολογίου και βαθμολογίου των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Το προσωπικό αυτό έχει όλα τα πλεονεκτήματα των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένης της μονιμότητας (άρθρο 7 παρ. 1).

Για την υπηρεσιακή κατάσταση του μόνιμου προσωπικού και την εξέλιξή του εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθρο 7 παρ. 2). Β) Κατά την εξουσιοδότηση επίσης του άρθρου 6 παρ. 3 ν. 2324/1995 εκδόθηκαν οι τέσσερις Κανονισμοί Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας από 24-6-1999, από 7-12-2000, από 14-4-2005 και από 29-6-2006 [Εγκρίσεις Γενικών Συνελεύσεων της 24-6-1999, της 7-12-2000, της 14-4-2005 και της 29-6-2006, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 102 και 122 ν. 2533/1997 (ΦΕΚ Α 228)], στους οποίους ως προς την "οργανωτική διάρθρωση" (άρθρο 4 όλων των πιο πάνω κανονισμών) και ως προς το "καθεστώς προσωπικού-θέσεις- αριθμός" (άρθρο 7 όλων των πιο πάνω κανονισμών) προβλέπονται και τα εξής:

Για την "οργανωτική διάρθρωση" προβλέπεται ότι αυτή περιλαμβάνει: i. τη "Διεύθυνση Πληροφορικής", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Τεχνικής Υποστήριξης και Λειτουργίας Συστημάτων" και "Πληροφορικής Οργάνωσης και Σχεδιασμού" (από 24-6-1999 Κανονισμός/ Έγκριση Γενικής Συνελεύσεως της 24-6-1999], ii. τη "Διεύθυνση Διοικητικού", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Υποστήριξης Πληροφοριακών Εγκαταστάσεων" και "Υποστήριξης Τεχνικών Εγκαταστάσεων" (από 7-12-2000 Κανονισμός/Έγκριση Γενικής Συνελεύσεως της 7-1-2000), iii.

τη "Διεύθυνση Τεχνολογικών Συστημάτων και Υπηρεσιών", με τις Υποδιευθύνσεις, α. "Διαχείρισης και Λειτουργίας Τεχνολογικών Υποδομών και Υπηρεσιών", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Υποστήριξης Επιχειρησιακών Διαδικασιών και Χρηστών", "Διαχείρισης Υπολογιστικών Συστημάτων, Εφαρμογών και Δεδομένων", "Διαχείρισης Δικτύων και Κέντρων Δεδομένων" και "Διαχείρισης Πρόσβασης στα Συστήματα Ψηφιακής Πιστοποίησης" και β. "Ανάλυσης και Ανάπτυξης Τεχνολογικών Συστημάτων και Υπηρεσιών", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Ανάπτυξης Συστημάτων Εκκαθάρισης, Διακανονισμού και Καταχώρησης", "Ανάπτυξης Συστημάτων Υποστήριξης" (από 14-4-2005 Κανονισμός/Έγκριση Γενικής Συνελεύσεως της 14-4-2005 και από 29-6-2006 Κανονισμός/Έγκριση της Γενικής Συνελεύσεως της 29-6-2006).

Για το "καθεστώς προσωπικού - θέσεις - αριθμός" προβλέπεται ότι το προσωπικό του ήδη Χρηματιστηρίου Αθηνών Α.Ε. συνδέεται μετ' αυτού "με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενο από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του Κανονισμού Προσωπικού, με εξαίρεση τους Νομικούς Συμβούλους, οι οποίοι συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής", ενώ το προσωπικό που "υπηρετούσε στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατά τη δημοσίευση του ν. 2324/1995 (17-7-1995), αποτελεί μόνιμο προσωπικό κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας περί υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "το προσωπικό αυτό διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2324/1995, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει καθώς και τις ειδικές διατάξεις του (εκάστοτε) Κανονισμού Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας και του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, στο βαθμό που ο τελευταίος δεν έρχεται σε αντίθεση με το ειδικό καθεστώς των ειδικών υπαλλήλων".

Γ) Κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 28 παρ. 2 ν. 2324/1995 και μετά την από 24-8-1995 εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. στην κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας - Οικονομικών 2074050/8712/0022/16-11-1995 (ΦΕΚ Β 976) αναφέρεται ότι: "Χορηγούμε, από 1ης Αυγούστου 1995, επίδομα αυξημένης ευθύνης ανερχόμενο σε ποσοστό 30% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών τους που καταβάλλονται σταθερά και τακτικά κάθε μήνα και συντελούνται με τις μισθοδοτικές τους καταστάσεις, στους:

α. υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ΑΕ (Χ.Α.Α. Α.Ε.) που υπηρετούν σε αυτό, β. απεσπασμένους στο Χ.Α.Α. Α.Ε. υπαλλήλους, γ. υπαλλήλους του Τμήματος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών της Διεύθυνσης Πιστωτικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων του ΥΠΕΘΟ, στον προϊστάμενο της Διεύθυνσης αυτής και στον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του ΥΠΕΘΟ.

Το προβλεπόμενο από την απόφαση αυτή επίδομα καταβάλλεται στους ανωτέρω υπαλλήλους του ΥΠΕΘΟ με την προϋπόθεση ότι δεν χορηγείται σ' αυτούς το επίδομα παραγωγικότητας του άρθρου 57 του ν. 2324/1995. Το επίδομα της απόφασης αυτής καταβάλλεται στους υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. (Χ.Α.Α. Α.Ε.) και στους αποσπασμένους σ' αυτό υπαλλήλους, εφ' όσον δεν χορηγείται σ' αυτούς έτερον επίδομα παραγωγικότητας".

Η χορήγηση του επιδόματος "αυξημένης ευθύνης" αποφασίσθηκε, όπως προκύπτει από το στοιχείο 3 του προοιμίου της συγκεκριμένης κοινής υπουργικής αποφάσεως, από "Το γεγονός ότι η φύση των εργασιών του Χρηματιστηρίου απαιτεί μεγάλη υπευθυνότητα εκ μέρους των υπαλλήλων του Χρηματιστηρίου, λόγω του εξειδικευμένου αντικειμένου και των μεγάλων χρηματικών ποσών που διακινούνται καθημερινά μέσω του Χρηματιστηρίου".

Με το άρθρο 57 ν. 2324/1995, στο οποίο παραπέμπει η ίδια κοινή υπουργική απόφαση, προστέθηκαν στο άρθρο 25 ν. 2008/1992 (με την παράγραφο 1 του οποίου επιβαλλόταν κράτηση 2 ο/οο επί καταβαλλομένων επιχορηγήσεων για την κάλυψη αποζημιώσεων γνωμοδοτικών επιτροπών εν γένει) παράγραφοι 5 και 6, στις οποίες ορίζεται ότι: "5.

Παρακρατείται ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5 ο/οο) στο σύνολο του προϋπολογισμού εκάστου έτους των επιχορηγήσεων επενδύσεων των νόμων 1116/1981, 1262/1982, 1682/1987, 1892/1990 και 2234/1994 και των εκάστοτε αναπτυξιακών νόμων, το οποίο διατίθεται ως κίνητρο παραγωγικότητας στους μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, καθώς και στους αποσπασμένους σ' αυτό υπαλλήλους. 6.

Το τυχόν αδιάθετο ποσό του δύο τοις χιλίοις (2 ο/οο) της παραγράφου 1 του άρθρου 25 ν. 2008/1992 διατίθεται σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος. Προς τον σκοπό αυτόν εγγράφεται στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ειδικό έργο που αντιστοιχεί στα ποσά των παραγράφων 5 και 6. Η διοίκηση, διάθεση και κατανομή των πόρων του ανωτέρω ποσού καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών".

Περαιτέρω στο ν. 2470/1997 (ΦΕΚ Α 40), που ίσχυσε από 1-1-1997 (άρθρο 33) και αφορούσε το μισθολόγιο του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (άρθρο 24), ορίζονταν τα εξής: "Για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης, οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων ως εξής..." (άρθρο 13 παρ. 1). "Τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται από 1-1-1997 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης των Υπουργών Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου ή με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών.

Μέχρι την έκδοση των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή των κοινών υπουργικών αποφάσεων, εξακολουθούν να καταβάλλονται ως διαφορά σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένα κατά το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού" (άρθρο 13 παρ. 7 εδ. α και β). "Στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου εμπίπτουν τα ποσά που προβλέπονται τις διατάξεις...

του άρθρου 57 του ν. 2324/1995..." (άρθρο 13 παρ. 8). "Πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρα προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος" (άρθρο 10 παρ. 4).

Ομοίως στο μεταγενέστερο ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) που ίσχυσε από 1-1-2004 (άρθρο 56) και αφορούσε το μισθολόγιο του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (άρθρο 21) ορίζονται τα εξής: "Για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την προσαρμογή των υπηρεσιών και του προσωπικού στις απαιτήσεις των νέων τεχνολογιών και τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων ως εξής..." (άρθρο 12 παρ. 1). "Τα καταβαλλόμενα ποσά ή παροχές υπέρ των δικαιούχων από λογαριασμούς ή διατάξεις της παραγράφου 9, μετά την αφαίρεση των ποσών της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού, ρυθμίζονται από 1-1-2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.

Μέχρι την έκδοση των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται στο ίδιο ύψος που έχουν διαμορφωθεί μέχρι την 31-12-2003, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις" (άρθρο 12 παρ. 8 εδ. α και β). "Στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου εμπίπτουν τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις...

του άρθρου 57 του ν. 2324/1995..." (άρθρο 12 παρ. 9). Τέλος κατά το άρθρο 28 του ίδιου πιο πάνω ν. 3205/2003 από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) καταργείται μεταξύ άλλων και το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 που αναφέρεται στο κίνητρο απόδοσης. Περαιτέρω στο ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α 27), που αφορούσε τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και ίσχυσε και κατά τα έτη 1999-2006 (άρθρο 35), ορίζονται και τα εξής: "1.

Ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι. 2.

Εφαρμόζεται επίσης και σε φυσικά πρόσωπα τα οποία αν και δεν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν εργασία υπό συνθήκες εξάρτησης και εμφανίζουν ανάγκη προστασίας αντίστοιχη με αυτή των εργαζομένων" (άρθρο 1). "Για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ισχύουν οι διατάξεις αυτού του νόμου, εφ' όσον δεν αποκλείονται από τη φύση τους και με την επιφύλαξη των παρακάτω ρυθμίσεων: 1.

Όπου στο νόμο αυτόν αναφέρονται εργοδοτικές οργανώσεις ή εργοδότης, νοούνται ο Υπουργός Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο. Ειδικά για τους εργαζόμενους στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης συμμετέχει και ο υπουργός που ασκεί σ' αυτούς την εποπτεία.

Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να οριστεί κοινός εκπρόσωπος με κοινή απόφαση των δύο υπουργών. Από πλευράς των εργαζομένων οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας της κατηγορίας αυτής υπογράφονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων ανάλογης βαθμίδας. 2. Σε περίπτωση αδυναμίας υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, οι όροι εργασίας καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου υπουργού, εφόσον πρόκειται για εργαζόμενους στο Δημόσιο και του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος υπουργού για εργαζόμενους στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης" (άρθρο 19).

Κατά την εξουσιοδότηση του ν. 2470/1997 (άρθρο 24), του ν. 3205/2003 (άρθρο 21) και του ν. 1876/1990 (άρθρο 19 παρ. 2), που ίσχυσαν και κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο (1999-2006), εκδόθηκαν οι αναφερθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, α) 2026439/3480/0022/30-5-1997 (ΦΕΚ Β 462) που ίσχυσε από 1-1-1997 και αφορούσε την επέκταση και ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 13 ν. 2470/1997 ("κίνητρο απόδοσης") στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και β) οικ. 2/7093/0022/5-2-2004 (ΦΕΚ Β 215) που ίσχυσε από 1-1-2004 και αφορούσε την επέκταση και ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 12 ν. 3205/2003 ("κίνητρο απόδοσης") στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η επέκταση και ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 13 ν. 2470/1997 και 12 ν. 3205/2003 αποφασίσθηκε, όπως προκύπτει από το στοιχείο 6 του προοιμίου και των δύο αυτών κοινών υπουργικών αποφάσεων (2026439/3480/022/30-5-1997 και οικ. 2/7093/0022/5-2-2004), από "το γεγονός ότι συντρέχει περίπτωση αδυναμίας υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας" για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτει ότι το προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αθηνών Α.Ε. διέπεται, εκείνο μεν που είναι μόνιμο από τις ισχύουσες διατάξεις περί μισθολογίου των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003), εκείνο δε που είναι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις που καταρτίζονται ύστερα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις [άρθρα 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 και 2 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α 27)].

Η ποσοστιαία προσαύξηση (30%) επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών κατά την 2074050/8712/0022/16-11-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας - Οικονομικών, εκδοθείσα ύστερα από νομοθετική εξουσιοδότηση, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, ορίσθηκε μόνο για το μόνιμο προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αθηνών Α.Ε.

ως "αντιστάθμισμα" της διατηρήσεως σε αυτό το προσωπικό (μόνιμο) του μισθολογίου των υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το οποίο δεν διαμορφώνεται με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις (πρβλ. Α.Π. 587/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-5-2008 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση οι ήδη αναιρεσείουσες εξέθεσαν ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.", στις 6-5-1999 η πρώτη και στις 14-4-1999 η δεύτερη, ως υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αρχικώς ορισμένου χρόνου (διετούς διάρκειας), οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη μέχρι τις 9-2-2004 η πρώτη και μέχρι τις 13-6-2006 η δεύτερη.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για την καθεμία ποσά για επίδομα πληροφορικής, επίδομα αυξημένης ευθύνης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην πρώτη και για επίδομα πληροφορικής, επίδομα αυξημένης ευθύνης, επίδομα οικογενειακών βαρών και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στη δεύτερη, τα οποία κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

β του Συντάγματος κατέβαλε σε άλλους εργαζομένους της και τα οποία τους οφείλει κατά τις αναφερόμενες διατάξεις (ήτοι τις 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας για το επίδομα πληροφορικής, το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος για το οικογενειακό επίδομα και την 2074050/8712/0022/16-11-1995 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών για το επίδομα αυξημένης ευθύνης) και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα αφού, αν θεωρηθεί ότι είναι αληθή τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, οι αποδοχές των εναγουσών (οι οποίες προσελήφθησαν από την εναγομένη στις 6-5-1999 η πρώτη και στις 14-4-1999 η δεύτερη, δηλαδή μετά τις 17-7-1995, αφότου η εναγομένη μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία) καθορίζονταν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά τη διαδικασία του ν. 1876/1990.

Έτσι δεν δικαιούνταν τα ανωτέρω επιδόματα που καταβάλλονταν στους αμειβόμενους κατά το σύστημα του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003 μονίμους υπαλλήλους της εναγομένης, διότι τελούσαν υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς από εκείνους. Ειδικώς δε όσον αφορά το επίδομα αυξημένης ευθύνης, το οποίο χορηγήθηκε με την 2074050/8712/0022/16-11-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι ενάγουσες δεν το δικαιούνται διότι, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, το επίδομα αυτό χορηγήθηκε μόνο στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης ως αντιστάθμισμα της διατηρήσεως στο προσωπικό αυτό (μόνιμο) του μισθολογίου των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003), το οποίο δεν διαμορφώνεται με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις κατά τη διαδικασία του ν. 1876/1990.

Εφόσον δε οι ενάγουσες αποτελούσαν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων που τελούσε υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς, η μη χορήγηση σ' αυτές των ζητούμενων με την αγωγή επιδομάτων δεν συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Εξάλλου εφόσον η χορήγηση των ανωτέρω επιδομάτων στους λοιπούς εργαζομένους της εναγομένης δεν έγινε υπό τη μορφή οικειοθελούς παροχής, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρο 22 του Συντάγματος) συντρέχει εν προκειμένω.

Τέλος η μη καταβολή των ανωτέρω επιδομάτων προς τις ενάγουσες δεν συνιστά αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω το στοιχείο του παρανόμου, ούτε συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης αφού δεν συντρέχει το στοιχείο της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της αιτίας βάσει της οποίας επήλθε ο πλουτισμός της τελευταίας.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28 παρ.2 ν.2324/1995, της 2074050/8712/ 0022/16-11-1995 κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος και των 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινών υπουργικών αποφάσεων των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας. Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως διότι απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα στην περίπτωση απορρίψεως της αγωγής ως μη νόμιμης δεν παρέχεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

Κατόπιν αυτών πρέπει απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2014 αίτηση για αναίρεση της 4244/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ