Supreme Court allows appeal against lower court's application of debt restructuring law due to incorrect threshold calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision to cancel a bank's payment order. The lower court incorrectly applied Article 39 of Law 3259/2004 regarding debt restructuring thresholds, failing to recognize that the loan amounts exceeded the statutory limits. Consequently, the Court of First Instance wrongly accepted the debtors' objection and cancelled the payment order. The Supreme Court found this legal error fundamental and remanded the case for retrial while awarding costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 39(1) and 39(4) of Law 3259/2004; The court must strictly apply the monetary thresholds for debt restructuring, and a failure to verify if the loan principal exceeds 400,000 euros or the total debt exceeds 2,201,000 euros constitutes a violation of law requiring the annulment of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 685 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 685/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της Τράπεζας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ" (ΕΤΒΑ Α.Ε.) η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Α.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΓΕΩΡΓΙΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Τ. Π. του Ρ., 3) Κ. Π. του Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μενέλαο Μαρτινόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28083/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1225/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/9/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 12/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1225/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 17-07-2012 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 28083/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η από 1-3-2010 ανακοπή των αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της από 8-1-2010 επιταγής προς εκτέλεση. Το Εφετείο αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχθηκε αυτή κατ' ουσία, αναγνωρίζοντας ότι η οφειλή των αναιρεσίβλητων υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 1 ν. 3259/2004 και ακύρωσε την από 10-1-2010 επιταγή προς πληρωμή της αναιρεσείουσας, ποσού 5.000.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως σε συνδυασμό με την υπαγωγή τους καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).
Εξάλλου, το άρθρο 39 ν. 3259/2004 ορίζει ότι: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών, που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επομένου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. ... 4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί υπό την ισχύν του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004, ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επομένου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών, που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. ...
Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 1 ν. 3723/2008 προστέθηκε στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 εδάφιο το οποίο ορίζει: "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31-10-1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".
Ο νομοθέτης δηλαδή, διακρίνει σαφώς στην προκειμένη διάταξη, τις έννοιες του δανείου και τις πίστωσης, από την επακολουθούσα αυτές συνέπεια της οφειλής που δημιουργείται. Η χωριστή αντιμετώπιση τούτων (δανείου ή πίστωσης) και της εντεύθεν δημιουργουμένης οφειλής εκφράσθηκε στις ανωτέρω διατάξεις και ενώ για την δημιουργηθείσα οφειλή, από το δάνειο και τις πιστώσεις, ορίζει ως ανώτερο όριο για την υπαγωγή στην διάταξη του άρθρου 39, τις 400.000 ευρώ, για κάθε ένα χωριστά, για την δημιουργούμενη εκ τούτων οφειλή σε περίπτωση μη εξυπηρετήσεώς τους, δεν έκανε όμοια ρύθμιση, δηλ.
να λαμβάνεται χωριστά υπόψη εκάστη οφειλή εκάστου δανείου, αλλά την αντιμετωπίζει ως μία οφειλή ανεξαρτήτως από που πηγάζει. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην ευνοϊκή για τους οφειλέτες ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 εδαφ. α' ν. 3259/2004 για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής των εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές δεν υπερβαίνουν τα 2.201.000 ευρώ, από το σύνολο των ληφθέντων κεφαλαίων εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.
Η διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφων 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει σαφώς ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήταν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ (βλ.
τη δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών κατά τη συζήτηση στη Βουλή του άρθρου 39 ν. 3259/2004, πρακτικά Βουλής συνεδρίαση 29-7-2004, σελ. 700: "... Στην ουσία εξαιρούμε λοιπόν από τις διατάξεις αυτές τα δάνεια που είχαν αρχικό κεφάλαιο πάνω από 400.000 ευρώ ή δάνεια που είχαν διαμορφωθεί με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις στα 2.201.000 ευρώ ...").
Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ' ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δρχ. ή 2.201.000 ευρώ (βλ. πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση της 25-1-2000, για το άρθρο 30 ν. 2789/2000, ΑΠ 117/2005).
Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικά διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 3259/2004. (ΑΠ 1549/2013).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε ότι: "...η παράγραφος 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3723/2008, ορίζει ότι το συνολικό ποσό της οφειλής με την νέα ως άνω ερμηνευτική ρύθμιση πρέπει να υπολογίζεται για κάθε δανειακή σύμβαση χωριστά.
Έτσι, αφού το αρχικό κεφάλαιο εκάστης των από 8-12-89 και 13-1291 δανειακών συμβάσεων δεν υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, ως και η συνολική οφειλή της από 11-12-90 δανειακής σύμβασης δεν υπερβαίνει την 31-12-99 τα 2.201.000 ευρώ, δεχόμενο δε τούτο, έκρινε ότι συντρέχει η μία από τις δύο διαζευκτικά τιθέμενες προϋποθέσεις για την κάθε δανειακή σύμβαση για την υπαγωγή της οφειλής της ενάγουσας στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 39 και ότι εντεύθεν ο πρώτος λόγος της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων είναι νόμιμος ...".
Με βάση τις κρίσεις και παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την από 10/01/2010 επιταγή προς πληρωμή της αναιρεσείουσας τράπεζας κατά των αναιρεσιβλήτων ποσού 5.000.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 τα δύο δάνεια δεν υπερβαίνουν τις 400.000 ευρώ, για το τρίτο δε η οφειλή δεν υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, παραβίασε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η τελευταία από τις οποίες αποκλείει την εφαρμογή της παρ. 1, αν συντρέχει έστω και μια από τις διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις, ήτοι αν το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ ή η οφειλομένη συνολική απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, εσφαλμένα έκρινε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, τυγχάνει βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλο από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτήν με το υπ' αριθ. 4185548/2013 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 195/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1225/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλο από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτήν με το υπ' αριθ. 4185548/2013 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., όπως αυτό αναφέρεται και στην υπ' αριθ. 195/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ