Legislator Case Law & Legislation
685/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to procedural compliance and lack of evidence errors.

Case Number 685/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a traffic accident. The appellant argued the lower court failed to consider a judicial confession and admitted facts without proof, but the court found these claims baseless. The court ruled that the confession was not cited by the appellant at the appellate level and the appellate court properly evaluated evidence based on witness testimonies and documents.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a judicial confession not cited by the appellant or an appellate court's proper evaluation of evidence is inadmissible.

Keywords

AI generated
judicial confession admissibility appellate review standards traffic accident liability evidence evaluation error procedural compliance dismissal of appeal court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 685/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βροντάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1 Χ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ.κατ.3338/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την με αρ.κατ.7290/2008 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32035/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2378/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-1-2010 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1707/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 973/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 29-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθ. .../4-12-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης … που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα παρά την απουσία του πιο πάνω πρώτου αναιρεσίβλητου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠοΛΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που.

απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.973/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Τη 1-2-2007 και περί ώρα 9.25 ο ενάγων Σ. Λ. εκινείτο με την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA, ιδιοκτησίας του, επί της Ε.Ο Θεσσαλονίκης- Πολυγύρου (12° χλμ) με κατεύθυνση από τα Πράσινα Φανάρια προς την αερογέφυρα Θέρμης.

Ο δρόμος, στο σημείο εκείνο αποτελείται από δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 7,8 μέτρων με μια λωρίδα κυκλοφορίας το καθένα από αυτά και με πεζοδρόμιο πλάτους 2,1 μέτρων. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Χ. Λ. οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... τζιπ-αγροτικό μηχάνημα, εργοστασίου κατασκευής MITSUBISHI, τύπου PAJERO TURBO, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη για τις έναντι τρίτων ζημίες, εκινείτο επί της ίδιας οδού, ομόρροπα και προηγούμενος της μοτοσικλέτας του ενάγοντος.

Ο τελευταίος προτιθέμενος να εισέλθει στο Αγρόκτημα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο βρίσκεται στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος της ανωτέρω Ε.Ο, σε σχέση με την πορεία του, άρχισε προοδευτικά να μειώνει την ταχύτητα του, ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και άρχισε σταδιακά να προσεγγίζει τον άξονα του οδοστρώματος.

Αφού έλεγξε τα όπισθεν αυτού κινούμενα οχήματα, καθώς επίσης το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο αναγκαστικά θα εισέρχονταν και διαπίστωσε ότι σ' αυτό δεν εκινείτο κανένα όχημα και μπορούσε να εισέλθει στο Αγρόκτημα χωρίς κίνδυνο και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, επιχείρησε τον προς τα αριστερά ελιγμό του, έχοντας την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα.

Τα όπισθεν αυτού κινούμενα οχήματα, τα οποία είχαν αντιληφθεί την πρόθεση του πρώτου εναγομένου, προσπερνούσαν το όχημα του από δεξιά. Και ενώ αυτός ήδη είχε αρχίσει την προς τα αριστερά στροφή του, ο ενάγων, ο οποίος εκινείτο ομόρροπα με τον πρώτο εναγόμενο, έμπροσθεν δε αυτού (ενάγοντος) προπορεύονταν τουλάχιστον τέσσαρα οχήματα, σύμφωνα με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Κ.

Α. ενώπιον του ανθυπαστυνόμου Δ. Κ., κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, εξήλθε από τη σειρά των οχημάτων και αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επιχείρησε να προσπεράσει τα έμπροσθεν αυτού οχήματα έχοντας μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο.

Βέβαια, το όριο ταχύτητας στην εν λόγω οδό είναι 90 χιλ/ώρα, πλην όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση ο οδηγός ενός οχήματος μπορεί να έχει την ταχύτητα αυτή, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας. Είναι πρόδηλο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων επιχείρησε την προσπέραση, για τον λόγο ότι τα προπορευόμενα αυτού οχήματα είχαν μειώσει την ταχύτητά τους, ενόψει του γεγονότος ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέκοπτε σταδιακά την ταχύτητα του, προτιθέμενος να στρίψει αριστερά.

Έτσι ο ενάγων επιχειρώντας την προσπέραση των έμπροσθεν αυτού οχημάτων χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακινδύνως, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους λοιπούς που κινούνταν επί της οδού, δεν αντιλήφθηκε ότι ήδη εκείνη τη στιγμή ο πρώτος εναγόμενος είχε αρχίσει να επιχειρεί τον προς τα αριστερά ελιγμό.

Ενώ δηλαδή, ο ενάγων έπρεπε να μειώσει και αυτός αντίστοιχα την ταχύτητα του και να ακολουθήσει τη ροή της κυκλοφορίας των λοιπών οχημάτων, εξήλθε με ταχύτητα από τη λωρίδα, στην οποία εκινείτο, στηριζόμενος, προφανώς, στην ευκινησία του οχήματος του και άρχισε να προσπερνά τα προπορευόμενα οχήματα. Ο πρώτος εναγόμενος, αντίστοιχα, όταν βεβαιώθηκε ότι τα όπισθεν αυτού οχήματα είχαν ανακόψει ταχύτητα και ανέμεναν αυτόν να ολοκληρώσει τη στροφή του για να συνεχίσουν ή άλλα τον προσπερνούσαν από τα δεξιά, άρχισε να στρίβει προς τα αριστερά.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο ενάγων δεν είχε εξέλθει από την λωρίδα κυκλοφορίας του, ούτως ώστε να τον αντιληφθεί ο εναγόμενος και να αναμένει να τον προσπεράσει. Αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής ήταν να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στην πλάγια αριστερή πλευρά του οχήματος του πρώτου εναγομένου, και να υποστεί βαρύτατο τραυματισμό.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την από 1-2-2007 έκθεση αυτοψίας του ανθυπαστυνόμου Π. Κ., το σημείο σύγκρουσης τοποθετείται στο ασφάλτινο έρεισμα. Από αυτό συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο πρώτος εναγόμενος σχεδόν είχε ολοκληρώσει την προς τα αριστερά στροφή του, όταν ο ενάγων επέπεσε με τη μοτοσικλέτα του επί του οχήματος του και ότι ο τελευταίος αντιλήφθηκε την κίνηση του πρώτου εναγομένου, όταν εξήλθε ανεπίτρεπτα από τη λωρίδα κυκλοφορίας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, προκειμένου να προσπεράσει τα έμπροσθεν αυτού κινούμενα οχήματα, χωρίς να λάβει υπόψη του τον λόγο που αυτά είχαν ανακόψει την ταχύτητα τους.

Συνακόλουθα, από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ένδικη σύγκρουση και ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, καθόσον δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του οχήματος του την προσήκουσα (απαιτούμενη) επιμέλεια και προσοχή (μη ενσυνείδητη αμέλεια του), την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός οχήματος και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ειδικότερα, δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη σύνεση και επιμέλεια, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ παράλληλα δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία της μοτοσυκλέτας του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ειδικότερα δεν ρύθμισε την ταχύτητά του εγκαίρως, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, ώστε να είναι, σε θέση να διακόπτει την πορεία του οχήματος του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο, το οποίο είναι δυνατόν να προβλεφθεί και που βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, ενόψει μάλιστα του ότι τα προπορευόμενα αυτού οχήματα είχαν μειώσει την ταχύτητα τους.

Κατόπιν τούτου, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ανωτέρω, και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την υπ' αυξ. αριθ. κατάθεσης 3338/2008 αγωγή, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και προέβη σε προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι. Ακολούθως η υπ' αύξ. αριθ. κατάθεσης 4646/2008 έφεση του Σ. Λ. του Π. πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 330, 300, 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, αφού εκτίθενται σαφώς όλα τ'αναγκαία πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος ενάγοντος στον ένδικο τραυματισμό του και η έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και ο αιτιώδης σύνδεσμος της διαγνωσθείσας πιο πάνω υπαιτιότητας και παράνομης συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Η υπαγωγή δε αυτών των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας ως στοιχείο της διαγνωσθείσας πρόσφορης αιτιώδης συνάφειας με το επελθόν αποτέλεσμα. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη γίνεται δεκτό, μετά και την αντίστοιχη προηγηθείσα κρίση της υπ'αριθ.1707/2001 αναιρετικής, απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ότι "ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός, αφού ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και μείωσε προοδευτικά την ταχύτητά του άρχισε σταδιακά να προσεγγίζει τον άξονα του οδοστρώματος αφού ήλεγξε τα όπισθεν αυτού κινούμενα οχήματα, καθώς επίσης και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και διαπίστωσε ότι μπορούσε να εισέλθει στο οδόστρωμα χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού".

Στην προαναφερθείσα δε κρίση του Εφετείου "για τη μη παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού" σαφώς περιλαμβάνονται με τις λοιπές προαναφερθείσες παραδοχές και οι λοιποί οδηγοί οι οποίοι κατά τον ίδιο χρόνο εκινούντο πίσω από το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου ή ετοιμάζοντο να το προσπεράσουν, αφού δεν περιλαμβάνεται αντίθετη παραδοχή, ότι κατά την έναρξη της κινήσεως αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου είχε αρχίσει η προσπάθεια του αναιρεσείοντος να προσπεράσει τα έμπροσθεν αυτού προπορευόμενα τέσσερα οχήματα, που είχαν σταθμεύσει προσωρινά, για να διευκολύνουν την προς τ'αριστερά κίνηση του προπορευομένου οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Οι προαναφερθείσες δε παραδοχές δεν αντιφάσκουν ιδιαίτερα με την παραδοχή ότι όταν το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου άρχισε τον προς τ'αριστερά ελιγμό του δεν είχε εξέλθει ακόμα από την λωρίδα κυκλοφορίας του η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με την περαιτέρω παραδοχή ότι πριν το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου διασχίσει ασφαλώς κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας που εκινείτο και του αντιθέτου για να εισέλθει στο αγρόκτημα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος επιχειρώντας να προσπεράσει τα πριν από αυτήν προσωρινά σταθμευμένα τέσσερα αυτοκίνητα, αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κινήθηκε με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιβαλλόμενη για τις περιστάσεις, και χωρίς να βεβαιωθεί για τον υπάρχοντα κίνδυνο, αφού από έλλειψη της αναγκαίας προσοχής δεν αντιλήφθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός είχε αρχίσει να επιχειρεί τον προς τ'αριστερά ελιγμό.

Δεν αναιρούνται επίσης τα προαναφερθέντα από το γεγονός ότι το μεν προπορευόμενο όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου διήνυσε από την επιχείρηση του προς τ'αριστερά ελιγμού του απόσταση κάθετα στο αντίθετο ρεύμα πορείας 3,90 μέτρων, η δε μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος την απόσταση που αντιστοιχούσε στα μεσολαβούντα προσωρινά σταθμευμένα τέσσερα οχήματα, αφού η διαφορά αυτή των δύο αποστάσεων που διήνυσαν τα δύο συγκρουσθέντα τελικά οχήματα δικαιολογείται από την πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα που ανέπτυξε η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος, κινούμενη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να προσπεράσει τα προπορευόμενα οχήματα, και σε χρόνο που δεν είχε αντιληφθεί έγκαιρα ενώ μπορούσε το προπορευόμενο όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου που επιχειρούσε τον προς τ'αριστερά ελιγμό του.

Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο ειδικά να προσδιορισθεί στην απόφαση η απόσταση που χώριζε τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα, όταν το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου άρχισε να επιχειρεί τον προς τ'αριστερά ελιγμό, αφού αναφέρεται ότι μεταξύ της μοτοσικλέτας και του προπορευομένου οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου μεσολαβούσαν τέσσερα σταθμευμένα οχήματα, το συνολικό μήκος των οποίων κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν υπερβαίνει τα 15 με 20 μ.

Εξ άλλου, στις υποχρεώσεις του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού δεν περιλαμβανόταν το να δώσει ένδειξη της προθέσεώς του με την έκταση του αριστερού βραχίονά του για στροφή προς τ'αριστερά, αφού στην απόφαση γίνεται αναφορά ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος τήρησε την από το αρθ.21 παρ.2 του ΚΟΚ υποχρέωσή του με την χρησιμοποίηση των δεικτών κατευθύνσεως, και μόνον αν αυτοί δεν λειτουργούσαν (κάτι που δεν γίνεται δεκτό από την προσβαλλόμενη) ήταν υποχρεωμένος να προχωρήσει στην έκταση του βραχίονά του.

Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς, χωρίς αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός βεβαιώθηκε ότι ασφαλώς μπορούσε να επιχειρήσει τον προς τ'αριστερά ελιγμό χωρίς κίνδυνο οποιουδήποτε χρησιμοποιούσε την ίδια οδό, λαμβανομένης υπόψη και της παραδοχής ότι τα ακολουθούντα το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου τέσσερα οχήματα, μετά την προσωρινή στάθμευσή του με τις πιο πάνω συνθήκες, για να διευκολύνουν τον προς τ'αριστερά ελιγμό του οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, μετά την βαθμιαία κίνηση του τελευταίου προς το αντίθετο ρεύμα, και την απελευθέρωση του δικού τους ρεύματος πορείας, προσπερνούσαν πλέον από δεξιά το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου, σε αντίθεση προς τον αναιρεσείοντα, ο οποίος χωρίς να αναμένει, όπως έπραξαν οι προπορευόμενοι οδηγοί, την απελευθέρωση του ρεύματος πορείας που εκινείτο, επιχείρησε κινούμενος με ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα πορείας, να προσπεράσει τα προπορευόμενα οχήματα και εκείνο του πρώτου αναιρεσίβλητου, μέχρι του σημείου που επέπεσε στην πλάγια πλευρά του (οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου) όταν αυτό είχε ήδη διασχίσει όλο το αντίθετο ρεύμα πορείας και βρισκόταν στο ασφάλτινο έρεισμα, ολοκληρώνοντας το σύνολο του ελιγμού του.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δύο πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του αρθ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

ΙΙ. Σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 352 του ΚΠολΔ η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν όμως το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία αυτή, την οποία όμως δεν επικαλέσθηκε ο οφελούμενος διάδικος δεν δημιουργείται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης υπό την επίκληση αντίστοιχης πλημμέλειας από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά την μη λήψη υπόψη από την προσβαλλόμενη της δικαστικής ομολογίας του, που περιλαμβανόταν στην από 15-2-2008 αντίθετη αγωγή του ότι δεν ήλεγξε αυτός και την όπισθεν αυτού κίνηση των οχημάτων πριν αρχίσει τον προς τ'αριστερά ελιγμό, κρίνεται αβάσιμος αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε στο Εφετείο την ύπαρξη της προαναφερθείσας δικαστικής ομολογίας του πρώτου αναιρεσίβλητου.

ΙΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήρια παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.772/2006, Α.Π.575/1978).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός υπό τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν και κρίθηκαν σαφείς και αιτιολογημένες κατά την έρευνα των προηγηθέντων αναιρετικών λόγων.

Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμα αντιφάσκει προς το περιεχόμενο άλλων αποδεικτικών μέσων κρίνεται απαράδεκτος γιατί πλήττει την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ.561 ΚΠολΔ).

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (αρθ. 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 973/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης με το υπ' αριθ. 4186216 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) Ευρώ .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ