Legislator Case Law & Legislation
685/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership transfer and usucaption evidence evaluation grounds.

Case Number 685/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two women against a lower court decision regarding property ownership. The appellants argued that the appellate court failed to consider witness affidavits and contained contradictory statements regarding land area. The court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence and that the alleged contradictions were merely non-binding reasons, not substantive contradictions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1033, 1045, 1051, 559 no. 11, 17 of the Civil Code; The transfer of real property requires a valid agreement and registration, while usucaption demands twenty years of possession with intent of ownership, and appellate grounds must address substantive contradictions rather than non-binding reasoning.

Keywords

AI generated
property ownership transfer usucaption requirements appellate review standards evidence evaluation contradictory statements

Cited Legislation

AI generated
Art. 1033 of the Civil Code
Art. 1045 of the Civil Code
Art. 974 of the Civil Code
Art. 1051 of the Civil Code
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 17 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 13/1995
AP 336/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 685/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιo του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/1998 μη οριστική, 47/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2005 μη οριστική, 151/2006 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-6-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, που έχει ως βάση τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας, πρέπει-ότι το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:

Η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών ΑΑ με βάση το ... διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιοφράφου Εράνης Νικολάου Κάκαβα είχε στη κυριότητά της ακίνητα συνολικού εμβαδού 57,5 στρεμμάτων, ήτοι ένα αγρό 7,5 στρεμμάτων και μία σταφιδάμπελο 50 στρεμμάτων, στη περιοχή ... . Το έτος 1946 μεταβίβασε στη θυγατέρα της, μητέρα των εναγουσών, ΒΒ το 1/2 εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων, τα οποία στο σχετικό ...

προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Τσαγκλή προσδιορίζονται ως ενιαίο αγρόκτημα στη θέση "..." των ..., έκτασης τριάντα τεσσάρων (34) στρεμμάτων καλλιεργήσιμων και εξήντα (60) στρεμμάτων ακαλλιέργητων. Έτσι με το προικοσύμφωνο αυτό η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγουσών ΑΑ φέρεται να μεταβιβάζει στη θυγατέρα της ΒΒ ενιαίο ακίνητο συνολικού εμβαδού (34+60=) 94 στρεμμάτων, ενώ είχε αποκτήσει δύο ανεξάρτητα ακίνητα συνολικού εμβαδού 57,50 στρεμμάτων και ότι το ενιαίο αυτό ακίνητο συνορεύει προς δυσμάς μόνο με θάλασσα και όχι με λογγώδη τόπο, όπως φέρεται να συνορεύει η σταφιδάμπελος των 50 στρεμμάτων κατά το ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω ΒΒ με το ... προικοσύμφωνο του συμβολαιοφράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Μητρέλη συνέστησε προίκα υπέρ της θυγατέρας της και πρώτης ενάγουσας Χ1 και της μεταβίβασε εκτός των άλλων και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ανωτέρω αγροκτήματος εκτάσεως 34 καλλιεργήσιμων και 60 συνεχόμενων ακαλλιέργητων στρεμμάτων μετά των σε αυτό 15 ελαιοδένδρων και μιας ανώγειας οικίας.

Στη συνέχεια με το ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Εράνης Δημητρίου Παπαδόπουλου η ΒΒ μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα της Χ2 το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Και ενώ με την ... διορθωτική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένη Αναγνωστόπουλου η μητέρα των εναγουσών ΒΒ και η δεύτερη ενάγουσα δήλωσαν ότι το ακίνητο που δωρήθηκε με το ...

συμβόλαιο "αποτελείται εκ 34 στρεμμάτων αγρού ξηρικού και συνεχόμενου ακαλλιεργήτου τοιούτου (λόγγου) εξ 20 στρεμμάτων", οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με το ... συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Παυλίνη δήλωσαν ότι το ακίνητο που απέκτησαν με τα παραπάνω συμβόλαια κατά νεότερη καταμέτρηση βρέθηκε να έχει εμβαδόν 134.779,36 τ.μ.

και με την ... πράξη τροποποίησης συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάϊας Χαραλαμποπούλου ότι έχει εμβαδόν 146.956,03 τ.μ. Δηλαδή παρατηρείται μια συνεχής αύξηση της ιδιοκτησίας των εναγουσών στην περιοχή του ... . Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα που εμφαίνονται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-αγρονόμου μηχανικού Ευαγγέλου Κατσουλέα με στοιχεία ΙΙ, 4 Νο7, μέρος της ιδιοκτησίας 4.Νο5 εμβαδού 10.408 τ.μ., μέρος της ιδιοκτησίας 4.Νο6 εμβαδού 9.630 τ.μ., 4.Νο15, συνολικού εμβαδού 93.426,86 τ.μ., αποτελούν μια ενιαία έκταση που εκτείνεται δυτικά της αναφερόμενης στο ως άνω ...

συμβόλαιο διανομής σταφιδαμπέλου, η οποία, μετά την καταστροφή του αμπελιού περί τα μέσα της δεκαετίας του 1930, μετατράπηκε σε καλλιεργήσιμη έκταση. Προς τα δυτικά η έκταση αυτή εκτείνεται μέχρι τον αιγιαλό, στα όρια των οποίων (αιγιαλού και επίδικης έκτασης) ο Δήμος ... έχει κατασκευάσει ασφαλτοστρωμένο δρόμο, που οδηγεί στην προς βορρά και σε πολύ μικρή απόσταση από το επίδικο ευρισκόμενη παραλία του ... .

Η επίδικη αυτή έκταση είναι βραχώδης και ημιβραχώδης στο μεγαλύτερο μέρος της και καλύπτεται με θαμνώδη δασική βλάστηση. Η έκταση αυτή δεν είχε ποτέ καλλιεργηθεί. Είναι ο λογκώδης τόπος, με τον οποίο συνορεύει προς δυσμάς η σταφιδάμπελος που περιήλθε στη γιαγιά των ήδη αναιρεσίβλητων ΑΑ με το ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο.

Η βλάστηση στην επίδικη έκταση και τη νότια αυτής συνεχόμενη δασική έκταση καταστράφηκε από πυρκαγιά το έτος 1989 και κηρύχθηκε αναδασωτέα με απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας που δημοσιεύτηκε στο 637/ 15-11-1990 ΦΕΚ, τεύχος τέταρτο. Κατά το χρονικό διάστημα πριν την πυρκαγιά αλλά κυρίως μετά από αυτήν έγιναν επεμβάσεις ιδιωτών, μεταξύ των οποίων και των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, σε τμήματα του επιδίκου ακινήτου που βρίσκονται στο ανατολικό μέρος αυτού και συνορεύουν προς ανατολάς με τη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία τους.

Κατά των ιδιωτών αυτών εκδόθηκαν πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής από το Δασαρχείο Κυπαρισσίας, όπως εκδόθηκαν και κατά των εναγουσών, με τα οποία αυτές αποβλήθηκαν από εδαφικές εκτάσεις εμβαδού 17.852 τ.μ. Κατά των ως άνω πρωτοκόλλων οι ενάγουσες άσκησαν ανακοπές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Εράνης, οι οποίες απορρίφθηκαν με τις 22/1993 και 23/1993 αποφάσεις του ως άνω Ειρηνοδικείου, όπως απορρίφθηκαν και οι εφέσεις που άσκησαν, με την 21/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, με την οποία κρίθηκε ότι οι εκτάσεις που αφορούν τα προσβαλλόμενα πρωτόκολλα είναι δημόσιες δασικές εκτάσεις.

Πριν το έτος 1965 την επίδικη έκταση χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής για να βόσκουν τα ζώα τους, όταν δε η περιοχή έπαψε να αποτελεί χώρο βοσκής, η δασική βλάστηση έφθασε σε μεγάλη πυκνότητα και ύψος, ενώ οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις στην επίδικη έκταση, λόγω του ότι αυτή ήταν πετρώδης και λογκώδης.

Το γεγονός ότι οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοί τους δεν ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγουσών ΑΑ είχε κατασκευάσει μέσα στην επίδικη έκταση και σε απόσταση 80 μέτρων περίπου από την προς ανατολάς ευρισκόμενη ιδιοκτησία της μια ανώγεια αγροικία με αποθήκη, κτισμένες σε μη αμφισβητούμενη έκταση.

Από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1965 και 1986 προκύπτει ότι όλη η περιοχή γύρω από την αγροικία και τον περιβάλλοντα αυτή χώρο καλύπτεται από πυκνή δασική βλάστηση και ένας δρομίσκος οδηγεί από την αγροικία στις προς ανατολάς αυτής καλλιεργούμενες εκτάσεις της ιδιοκτησίας των εναγουσών. Από τις παραπάνω αεροφωτογραφίες και τις προσκομιζόμενες εκθέσεις φωτοερμηνείας προκύπτει ότι το έτος 1945 η επίδικη έκταση καλυπτόταν από θαμνώδη δασική βλάστηση μέτριας πυκνότητας και ύψους εκτός από την αγροικία και τον αυλόγυρό της και ενός τμήματος εμβαδού 18 στρεμμάτων περίπου στο νοτιοδυτικό μέρος της επίδικης έκτασης που έχει γαιώδη μορφή και καλύπτεται με χορτολιβαδική βλάστηση και αραιή θαμνώδους μορφής δασική βλάστηση, ενώ το έτος 1965 και 1986 ολόκληρη η επίδικη έκταση, εξαιρουμένης της αγροικίας με τον αυλόγυρό της, καλύπτεται από μεγάλης πυκνότητας και ύψους δασική βλάστηση.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο προαναφερθείς λογκώδης τόπος που συνορεύει ανατολικά με τη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία των εναγουσών και δυτικά με οριογραμμή αιγιαλού και αποτελεί την επίδικη έκταση, δεν ανήκε κατά κυριότητα στις δικαιοπαρόχους των εναγουσών και ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητά τους κατά οποιοδήποτε τρόπο (παράγωγο ή πρωτότυπο).

Η έκταση αυτή και η συνεχόμενη προς νότο δασική έκταση, με την οποία προσομοιάζει μορφολογικά η επίδικη, ήταν ανέκαθεν δημόσιες δασικές εκτάσεις και ανήκουν κατά κυριότητα στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο τις κατέχει με τα αρμόδια όργανά του από την απελευθέρωση της χώρας και την ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητης χώρας, μέχρι σήμερα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, τα φυλάσσει με τα αρμόδια δασικά όργανά του και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία τους και τη διατήρηση του χαρακτήρα τους, έχει δε αποκτήσει την κυριότητα της έκτασης αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα το Εφετείο απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών ως προς όλες τις βάσεις της. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ακριβή θέση της επίδικης έκτασης και την κτήση της κυριότητας επ' αυτής, οι οποίες αιτιολογίες στηρίζουν το ορθό διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την έλλειψη του δικαιώματος κυριότητας των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών στην επίδικη έκταση.

Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, και έκτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, ενώ από την από 1-10-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονα ..., τον Χάρτη της Τοπογραφικής Υπηρεσίας Γαλλικής Αποστολής που συντάχθηκε από το συνταγματάρχη Μαιζόν, την ...

διορθωτική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένη Αναγνωστόπουλου και την από 22-12-1999 τεχνική έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου ... προκύπτει ότι τα επίδικα τεμάχια περιλαμβάνονται στους τίτλους τους και ότι η επίδικη έκταση ανέκαθεν είχε τη μορφή αγροτικής έκτασης και όχι δάσους ή βοσκοτόπου η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή τους, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί όμως να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, και τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δικάζοντας την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως εν μέρει κατ' ουσίαν αβάσιμη η αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή τους των αναφερόμενων σ' αυτή οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ήτοι α) την από 1-10-2001 και με αριθμό εκθέσεως εγχειρήσεως ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα ..., β) τον προσαχθέντα σε αντίγραφο Χάρτη της Τοπογραφικής Υπηρεσίας Γαλλικής Αποστολής, που συντάχθηκε από τον Γάλλο συνταγματάρχη Μαιζόν μεταξύ των ετών 1828 έως 1831, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν ποτέ λογγώδης, βραχώδης και μη καλλιεργίσιμη, γ) την από 22-12-1999 τεχνική έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου ...

που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι τα όρια του μείζονος κτήματος αυτών, εντός του οποίου περιλαμβάνονται τα επτά επίδικα τεμάχια, ταυτίζονται με τα αναφερόμενα στον αρχικό τίτλο, ήτοι το ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Εράνης Νικολάου Κάκαβα, και στα επόμενα συμβόλαια, και ότι το ακίνητο αυτό ανέκαθεν είχε τη μορφή αγροτικής έκτασης.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία και ρητά μνημονεύει, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και ειδικότερα "τις προσκομιζόμενες από τις ενάγουσες από 22-12-1999 και 15-11-2001 εκθέσεις του τοπογράφου και αγρονόμου μηχανικού ...", και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου μάλιστα ότι με την 166/2005 μη οριστική απόφασή του είχε αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης ακριβώς προς το σκοπό να προσκομίσουν οι ήδη αναιρεσείουσες την εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και τον επικαλούμενο Χάρτη και την ως άνω τεχνική έκθεση, την οποία και ρητά μνημονεύει, και ότι συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα.

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που έχουν ληφθεί ενόψει άλλης δίκης λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως έγγραφα για τη συναγωγή τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις με αριθμό ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων τους ... και ... που ελήφθησαν ενώπιον συμβολαιογράφων προς απόδειξη αίτησής τους περί ασφαλιστικών μέτρων. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που με τις προτάσεις στο παρόν δικαστήριο επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε ως τεκμήρια με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να είναι υποχρεωμένο μνημονεύσει ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 336/2004), έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις μη επέχουσες θέση διατακτικού αιτιολογίες.

Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ενώ με την προαναφερθείσα ... διορθωτική πράξη δηλωνόταν ότι ο λογγώδης τόπος ανέρχεται σε επιφάνεια 20 στρεμμάτων και στη συνέχεια δέχθηκε ότι η επιφάνεια του λογγώδους τόπου ανέρχεται κατά τις δηλώσεις των εναγουσών σε μεταγενέστερα συμβόλαια σε 93.426,86 τ.μ., δεν πρόκειται για αντιφατικές διατάξεις υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για αιτιολογίες που δεν επέχουν θέση διατακτικού και για κρίσεις περί την εκτίμηση αποδείξεων.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 151/2006 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ