Supreme Court dismisses appeal and additional grounds for late filing due to lack of force majeure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a maritime salvage contract dispute. The appellant argued that parliamentary elections constituted force majeure, preventing timely service of additional appeal grounds, but the court found this foreseeable and avoidable. Consequently, the appeal and supplementary arguments were rejected as procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 para. 2 C.Pol.D; Art. 152 para. 1 C.Pol.D: Additional grounds for appeal must be filed within thirty days prior to the hearing; failure to meet this deadline without valid force majeure renders them inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 685 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 685/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Κούγιας.
Του αναιρεσιβλήτου : ......., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλης Βερνίκος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Νοεμβρίου 1987 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν η υπ'αρ.37/1988 πράξη και η 115/2004 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου καθώς και η 144/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 27 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του και τους από 10 Σεπτεμβρίου 2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-11-1987 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι με σύμβαση έργου, που συνήψε με τον αναιρεσείοντα Χ1 και τον ....., ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετάσχει, με το εξειδικευμένο συνεργείο που διέθετε, στην διάσωση πλοίου, την οποία επιχειρούσαν οι αντισυμβαλλόμενοί του, αντί αμοιβής που ορίσθηκε σε ποσοστό 30% επί της αμοιβής που θα εδικαιούντο οι εναγόμενοι από την παρεχόμενη από αυτούς επιθαλάσσια αρωγή. 'Ότι πράγματι προσέφερε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, που ήταν καθοριστικές για τη διάσωση του πλοίου, και επιπλέον επισκεύασε τα ρήγματα που είχε υποστεί.
Ότι κατά συνέπεια, δικαιούται να λάβει ως αμοιβή το ποσό των 90.000.000 δραχμών, την επιδίκαση του οποίου και ζητεί, δεδομένου ότι η εύλογη αμοιβή που δικαιούνται οι εναγόμενοι από τους πλοιοκτήτες του διασωθέντος ανέρχεται στο ποσό των 300.000.000 δραχμών. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι η ορισμένη, διαλαμβάνουσα όλα τα αναγκαία για τη στήριξη της στοιχεία, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται επιπλέον ότι η εκ της επιθαλάσσιας αρωγής αμοιβή καταβλήθηκε στους εναγομένους, αφού δεν ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ότι, κατά τη σύμβαση, η αξίωσή του θα εγεννάτο αφότου οι αντίδικοί του θα εισέπρατταν την αμοιβή τους.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή, απορρίπτοντας ως αβάσιμο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός υποστήριζε το αντίθετο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.14 πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 ΚΠολΔ, η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσεώς της.
Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσεως. Στην περίπτωση αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραδοχή ως προκυψάντων εκ των αποδείξεων περιστατικών, που διαφέρουν από αυτά που αναφέρονται στην αγωγή, για τα οποία τάχθηκε απόδειξη, κατά το ότι με βάση αυτά επέρχεται διαφορετικός υπολογισμός του μεγέθους της επιδικαζόμενης παροχής, δεν επάγεται ουσιώδη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης και εκείθεν παραβίαση της αρχής της συζητήσεως, της οποίας έκφραση αποτελούν οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθ.8, 9 και 10 ΚΠολΔ.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, προσδιορίζοντας το ύψος της αμοιβής με διάφορο υπολογισμό κατά τα ανωτέρω, δεν υποπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες των ως άνω λόγων, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, η δεχόμενο πράγματα χωρίς απόδειξη ή επιδικάζοντας κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως και της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε σχετικά με την συμφωνηθείσα αμοιβή του όσα προαναφέρθηκαν. Με την 33/88 πράξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τάχθηκαν αποδείξεις επί των περιστατικών που εκτίθενται κατά τα άνω στην αγωγή. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε ότι μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, ήτοι το ποσό των 20.000.000 δραχμών ή 58.651 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο.
Επομένως το δικαστήριο της ουσίας, προσδιορίζοντας το ύψος της επίδικης παροχής με διαφορετικό υπολογισμό της, στηριζόμενο, κατά τα ανωτέρω, σε διαφορετικά περιστατικά (που προέκυψαν από τις αποδείξεις) σε σχέση με αυτά που διαλαμβάνονται στην αγωγή και για τα οποία τάχθηκαν αποδείξεις, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8,10 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι δε υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
'Οπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου: "... την ίδια ημέρα, με σύμβαση που καταρτίσθηκε προφορικά, και δη τηλεφωνικώς, μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος, ο οποίος διατηρεί στο .....
επιχείρηση που δραστηριοποιείται σε υποβρύχιες εργασίες, ναυαγιαιρέσεις, ο πρώτος ανέθεσε στον δεύτερο το προσωρινό κλείσιμο των ρηγμάτων και το οριστικό κλείσιμο αυτών μετά την αποκόλλησή του, την άντληση των υδάτων που είχαν εισρεύσει στο κύτος του, ώστε να είναι έτοιμο για την ρυμούλκησή του. Ως αμοιβή του συμφωνήθηκε να λάβει 20.000.000 δραχμές, όπως ο ίδιος ως μάρτυρας κατάθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου στις 1-12-1982, όχι δε ποσοστό 30% επί της αμοιβής του θα ελάμβανε ο πρώτος από τη διάσωση του πλοίου και του φορτίου, που επρόκειτο να είναι μεγάλη, ήδη το φορτίο και το πλοίο αξίζουν 800.000 δραχμές.
Εξ άλλου ο πρώτος των εναγομένων για την διάσωση του πλοίου ...... και του φορτίου του, δέχθηκε να λάβει ως προκαταβολή, ύστερα από σχετική συμφωνία με τους πλοιοκτήτες του διασωθέντος πλοίου 140.000 δολλάρια ΗΠΑ, όπως ομολογείται και απ'αυτόν, ενώ το υπόλοιπο της αμοιβής του συμφωνήθηκε τελικώς να του καταβληθεί συμβιβαστικώς, χωρίς να προσφύγει στην διαιτησία. (βλ.
σχετ. από ..... επιστολή του ... του Λονδίνου, που παραδεκτά προσκομίζεται το πρώτον στην κατ'έφεση δίκη). Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το υπόλοιπο της αμοιβής που έλαβε ήταν μόνο 20.000 ΗΠΑ. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός, κανένας μάρτυρας δεν το επιβεβαίωσε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ούτε κάποιο έγγραφο προσκομίστηκε σχετικά.
Οι πλοιοκτήτες οπωσδήποτε διαθέτουν τέτοια εξοφλητική απόδειξή του, αφού οι δικαστικοί αγώνες μεταξύ τους ήταν πολύχρονοι και η αντιδικία μεταξύ τους σφοδρή, την οποία δεν προσκομίζει ο εναγόμενος. Η πολύχρονη δε αυτή αντιδικία, ενόψει και της υψηλής αξίας του διασωθέντος πλοίου και φορτίου, που μετέφερε γύρω στα 110 κοντέϊνερ με ακριβά αυτοκίνητα, όπως μάρκας MERCEDES, και τεράστια μηχανήματα, ήταν τουλάχιστον 1.500.000.000 δραχμές (1.000.000.000 το φορτίο και 500.000.000 το πλοίο...".Στις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας, παρά τα διηγηματικώς αναφερόμενα σχετικά με την αξία του διασωθέντος πλοίου και φορτίου και την αμοιβή του εναγομένου λόγω της διασώσεως, που δεν συνδέονται όμως αμέσως με την επίδικη αμοιβή, δεν υπάρχουν ασάφειες ή αντιφάσεις ως προς το ζήτημα της συμφωνίας των μερών σχετικά με την τελευταία, ως προς την οποία γίνεται δεκτό με σαφήνεια ότι ορίσθηκε στο συγκεκριμένο ποσό των 20.000.000 δραχμών, και έτσι δεν καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της υπαγωγής των γενομένων δεκτών στη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ'αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου δηλώσεως του αναιρεσιβλήτου, περιεχόμενη στα πρακτικά άλλης δίκης, η οποία όμως (παραμόρφωση) συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προεκτιθέμενη έννοια, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 289 περίπτ. 3 του ΚΙΝΔ σε ετήσια παραγραφή υπόκεινται, μεταξύ άλλων, και οι αξιώσεις από την εκτέλεση εργασιών για την επισκευή του πλοίου. Κατά δε το άρθρο 290 περιπτ. 3 του ίδιου Κώδικα σε διετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις από την επιθαλάσσια αρωγή ή διάσωση για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων.
Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις η προβλεπόμενη ειδική βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ετήσια ή διετής κατά περίπτωση, αφορά αξιώσεις αμοιβής στρεφόμενες κατά του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή για την παροχή υπηρεσιών της ως άνω φύσεως που αφορούν το πλοίο και όχι αξιώσεις κατ' άλλων προσώπων, σχετιζόμενες με τις εν λόγω υπηρεσίες.
Έτσι δεν υπόκειται στις βραχυχρόνιες αυτές παραγραφές αξίωση για αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ του παρέχοντος επιθαλάσσια αρωγή και τρίτου, ο οποίος με σύμβαση έργου ανέλαβε έναντι αυτού την εκτέλεση επιμέρους εργασιών εντασσομένων στην σωστική του πλοίου προσπάθεια. Επομένως το Εφετείο, που στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη τη στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΙΝΔ ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, με σύμβαση έργου ανέλαβε, ως τρίτος, έναντι του παρέχοντος επιθαλάσσια αρωγή αντιδίκου του την υποχρέωση να εκτελέσει επιμέρους εργασίες, εντασσόμενες στην επιχείρηση διασώσεως πλοίου, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 152 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ο διάδικος που δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλο του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να ζητήσει δηλαδή να προσδοθεί, με δικαστική απόφαση, στην εμπρόθεσμη διαδικαστική πράξη η έννομη ενέργεια που θα είχε αυτή αν ήταν εμπρόθεσμη.
Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό τηρήσεως της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να ανατραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και συνέσεως (ΟλΑΠ 29/1992). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε στις 12-9-2007 τους από 10-9-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αντίγραφο των οποίων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 14-9-2007.
Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως. Ο αναιρεσείων ζητεί με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν στις 21-9-2007, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ισχυριζόμενος ότι από ανώτερη βία δεν μπόρεσε να τηρήσει τη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση των προσθέτων λόγων του. Ειδικότερα προβάλλει ως λόγο ανώτερης βίας ότι κατά την 12η και 13η Σεπτεμβρίου 2007, λόγω των βουλευτικών εκλογών, ήταν αδύνατη η έγκαιρη αποστολή του δικογράφου των προσθέτων λόγων από την Αθήνα στο ....
Κρήτης, προκειμένου να γίνει η επίδοσή του, αφού ήταν αδύνατη τόσο η άμεση αποστολή του δικογράφου ταχυδρομικώς ή με ιδιωτικές υπηρεσίες εγγράφων και μικροδεμάτων (courier), λόγω της μεγάλης διακινήσεως αλληλογραφίας και εκλογικού υλικού, όσο και η αυτοπρόσωπη μετάβαση του αναιρεσείοντος στο ..... Κρήτης, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις σε πλοία και αεροπλάνα.
Οι επικαλούμενες όμως περιστάσεις δεν συνιστούν λόγω ανώτερης βίας. Διότι, η διενέργεια των βουλευτικών εκλογών ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα από την κατά μήνα Αύγουστο 2007 προκήρυξή τους και επομένως αυτός μπορούσε, καταβάλλοντας την συνήθη μάλιστα επιμέλεια, να καταθέσει το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ενωρίτερα, έτσι ώστε να είναι δυνατή αποστολή του στο ....
Κρήτης πριν από τις ως άνω ημερομηνίες αιχμής.
Συνεπώς, απορριπτομένης της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως αβάσιμης, πρέπει, συνακολούθως, να απορριφθούν, ως εκπροθέσμως και άρα απαραδέκτως αασκηθέντες, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 27-9-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 144/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ