Legislator Case Law & Legislation
685/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against airline pilot dismissal, ordering reinstatement and compensation for early retirement eligibility.

Case Number 685/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by Olympic Air against a lower court decision dismissing a pilot's claim for early retirement benefits. The pilot had met specific service and age requirements to voluntarily retire and receive enhanced compensation under Law 2271/1994, but the First Instance Court had incorrectly denied this right. Consequently, the Court annulled the lower judgment, ordered the pilot's reinstatement, and mandated the airline to pay the outstanding compensation plus legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 paras. 1, 4, 7 of Law 2271/1994; The court must annul a judgment that violates statutory provisions granting voluntary early retirement rights to airline personnel meeting specific service and age criteria, thereby ordering reinstatement and payment of enhanced compensation.

Keywords

AI generated
airline personnel retirement voluntary early retirement Law 2271/1994 enhanced compensation reinstatement order service requirements age eligibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 paras. 1, 4, 7 of Law 2271/1994
Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αλεξάνδρα Φαλίδα βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 685 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 685/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αλεξάνδρα Φαλίδα βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κων/νο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1724/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 4439/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 8-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των παραγράφων 1. 4 και 7 εδαφ. α΄ και β του άρθρου 2 Ν. 2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε." προκύπτει ότι για να μειωθεί το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. και Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε., στο πλαίσιο της εξυγίανσης των εταιριών αυτών που εγκρίθηκε από την επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρασχέθηκε η δυνατότητα στους χειριστές και ιπταμένους μηχανικούς της Ο.Α.

που συμπλήρωσαν 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες 500 τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία και είχαν συμπληρώσει ταυτόχρονα το 53ο έτος της ηλικίας τους, να αποχωρήσουν οικειοθελώς και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το ΙΚΑ και το ΤΕΑΠΑΕ, καθώς και αυξημένη αποζημίωση (την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, προσαυξημένη κατά 25% και ποσό που αντιστοιχεί σε τακτικές αποδοχές δύο μηνών, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο) που θα υπόκειται σε ελαττωμένη φορολογία.

Το δικαίωμα της ως άνω οικειοθελούς αποχωρήσεως παρασχέθηκε στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς που συγκέντρωναν τις πιο πάνω προϋποθέσεις μέχρι τις 31-12-1997, εφόσον υπέβαλαν αίτηση μέσα σε ένα μήνα από τότε που πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του άνω νόμου (23-12-1994), για εκείνους που πληρούσαν τις εν λόγω προϋποθέσεις μέχρι τη δημοσίευσή του.

Περαιτέρω, με την παρ. 7 εδ. γ του ανωτέρω άρθρου 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων, ώστε να μειωθεί το ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβέρνησης, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από εισήγηση της Διοικήσεως της Ο.Α., συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά ο αναγκαίος αριθμός των χειριστών και μηχανικών που συγκεντρώνουν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ενώ με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι ως επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων θεωρείται ο αριθμός που αναφέρεται κατά κατηγορία προσωπικού στο σχέδιο εξυγίανσης που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δυνατή απόκλιση πλέον ή έλαττον κατά 15%.

Εξάλλου, η παρ. 5 του πιο πάνω άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 2366/1995, ορίζει ότι ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί με απόφασή του να προσδιορίζει, κατά κατηγορία και ειδικότητα προσωπικού, τον αριθμό και τον χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν και προβλέπει επιπλέον ότι σε περίπτωση που οι υποβαλλόμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα όρια αυτά, γίνονται δεκτές οι αιτήσεις εκείνων που συμπληρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων μέχρι να καλυφθεί το ανώτατο όριο για κάθε περίοδο, καθώς και ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην Ο.Α., σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα όρια, και συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο από την πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων, η οποία όμως λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση μέχρι και τις 31-12-1997, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οικειοθελούς αποχωρούντες.

Οι παραπάνω διατάξεις της παρ. 5 αναφέρονται στο προσωπικό εδάφους και στις ιπτάμενες συνοδούς και τους φροντιστές (άρθρ.2 παρ. 1α και β΄) και δεν έχουν εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως, αφού η οικειοθελής αποχώρηση του προσωπικού αυτού ρυθμίζεται ειδικά από την παρ. 7 του άρθρου του Ν. 2271/1994 και το εδάφιο β΄ της παραγράφου αυτής παραπέμπει μόνο στην παρ. 4 που προβλέπει την προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για οικειοθελή αποχώρηση και την καταβαλλόμενη στους οικειοθελώς αποχωρούντες αυξημένη αποζημίωση και όχι στην παρ. 5 του άνω άρθρου.

Επομένως, οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι' αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.

του άρθρου 2 παρ. 5 α ή μη αποδοχής της αιτήσεώς τους και παραμονής αυτών στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου στην Υ.Α. αριθμού αποχωρήσεων. Παρά ταύτα στην 6096/617/1995 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 136 β΄/ 1-3-1995) που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5α και προσδιόρισε κατά κατηγορία προσωπικού τον αριθμό και τον χρόνο σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν κατά το έτος 1995, προβλέπεται και η αποχώρηση κατά τη διάρκεια του έτους αυτού 10 χειριστών και 2 ιπτάμενων μηχανικών, ενώ στην 21570/2631/1996 απόφαση των Υπουργών οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών που εκδόθηκε με βάση την ίδια διάταξη για το έτος 1996, δεν υπάρχει πρόβλεψη για το προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως.

Οι διατάξεις της πρώτης των ανωτέρω Υ.Α., κατά το μέρος που καθορίζουν τον αριθμό και τον χρόνο αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν οικειοθελώς χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών, είναι ανίσχυρες, διότι δεν καλύπτονται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον άνω υπουργό με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 α΄ του Ν. 2271/1994, αφού η παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται, όπως αναφέρθηκε, στο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και δεν ήταν έτσι δυνατό οι Υ.Α.

που εκδόθηκαν με βάση διάταξη της παραγράφου αυτής να περιέχουν ρυθμίσεις για το παραπάνω προσωπικό. Για το προσωπικό αυτό, λοιπόν, δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε μπορούσαν να τεθούν με τις Υ.Α του άρθρου 2 παρ. 5 α΄ περιορισμοί ως προς το χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως και τον αριθμό των δικαιούμενων να αποχωρήσουν.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις διατάξεις της παρ. 7γ του άρθρου 2 του πιο πάνω νόμου που κάνουν λόγο για "επαρκή αριθμό" αποχωρούντων και τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου που ορίζει την έννοια του "επαρκούς αριθμού", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στην περίπτωση που δεν θα υποβληθούν οι απαιτούμενες αιτήσεις για την προγραμματισμένη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού του θαλάμου διακυβερνήσεως και υπάρξει ανάγκη υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως μέρους του προσωπικού αυτού για να συμπληρωθεί "επαρκής αριθμός" αποχωρούντων.

Το γεγονός μάλιστα ότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση γίνεται λόγος για "επαρκή αριθμό οικειοθελώς αποχωρούντων", συνδυαζόμενο με το γεγονός ότι δεν τίθεται ανώτατο όριο στον αριθμό των δικαιουμένων να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, καθιστά σαφές ότι σκοπός του νομοθέτη - στον οποίο ήταν ασφαλώς γνωστός ο αριθμός των εργαζομένων που θα συγκέντρωναν μέχρι τις 31-12-1997 τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως - δεν ήταν να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων, αλλά να συμπληρώσει, έστω και με μικρές αποκλίσεις, τον αριθμό αποχωρήσεων που θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη στο σχέδιο εξυγίανση ελάχιστη μείωση του προσωπικού.

Εξάλλου, πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών δεν προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις της πιο πάνω παρ. 7γ, που προβλέπουν τη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβερνήσεως "σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στα κριτήρια καθορισμού του αριθμού των χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών που θα συνταξιοδοτηθούν αναγκαστικά, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελών αποχωρήσεων και δεν θεσπίζουν κριτήρια για τον καθορισμού του αριθμού εκείνων που μπορούν να αποχωρήσουν οικειοθελώς ή που πρέπει να παραμείνουν στην υπηρεσία αν υπάρχει επαρκής αριθμός αποχωρούντων.

Τέλος, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι δεν αποκλείσθηκε η οικειοθελής αποχώρηση και των χειριστών ή ιπτάμενων που θα συνταξιοδοτούντο υποχρεωτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1997, αρκεί κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως να πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως και να μην είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό, αλλά και κατά το χρόνο της πραγματικής αποχωρήσεως τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.

Διότι αν είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων και τις άνω προϋποθέσεις, θα έπρεπε να αποχωρήσουν αναγκαστικά και δεν θα είχαν δικαίωμα οικειοθελούς (όχι υποχρεωτικής) αποχωρήσεως, ενώ αν συμπλήρωναν τις εν λόγω προϋποθέσεις μετά την υποβολή της αιτήσεως, αλλά πριν πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών, θα έπρεπε και πάλι να αποχωρήσουν αναγκαστικά, χωρίς τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, αφού δεν εφαρμόζεται στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5β΄του άρθρου 2 του Ν.2271/1994 - που προβλέπει ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στις Υ.Α.

ανώτατου ορίου αποχωρήσεων, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου για την οικειοθελή αποχώρηση όταν συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο - κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια, οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για οικειοθελή αποχώρηση, αλλά παρέμειναν για οποιοδήποτε λόγο στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, δεν δικαιούνται, κατά την αποχώρησή τους, να λάβουν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 αυξημένη αποζημίωση, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στους οικειοθελώς αποχωρούντες και όχι σε εκείνους που αποχωρούν αναγκαστικά, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα Ο.Α. στις 19-4-1965 ως ιπτάμενος μηχανικός και υπηρέτησε σ' αυτή με την παραπάνω ιδιότητα μέχρι της 31-12-1996, οπότε διαγράφθηκε από τη δύναμη του προσωπικού των ιπταμένων μηχανικών λόγω συνταξιοδοτήσεώς του, διότι είχε συμπληρώσει κατά την ημερομηνία αυτή το 60ο έτος της ηλικίας του, ως γεννημένος την 11-8-1936.

Προηγουμένως στις 9-1-1995 ο αναιρεσίβλητος είτε υποβάλει αίτηση οικειοθελούς αποχωρήσεως κατά τις διατάξεις του Ν. 2271/1994, επειδή κατά το χρόνο εκείνο είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή 9.900 ημέρες ασφάλισης στην Ο.Α., που υπερβαίνουν τις κατά το νόμο απαιτούμενες 4.500 ημέρες, επίσης είχε τουλάχιστον 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες τις 500 ώρες τουλάχιστον μέσα στην τελευταία δεκαετία, ως επίσης είχε υπερβεί το 53ο έτος της ηλικίας του.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι ο αναιρεσίβλητος, εκτός από τη ληφθείσα αποζημίωση του Ν. 2112/1920, δικαιούται και την αυξημένη αποζημίωση του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994, καθόσον είχε υποβάλει εμπρόθεσμα την αίτησή του για οικειοθελή αποχώρηση. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ν. 2271/1994 και επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος, γι΄ αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο του με αριθμό 421/7-2-2003 εντάλματος πληρωμής αποδεικνύεται, ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως του αναιρείται, υπό την επιφύλαξη της αναζητήσεως των χρημάτων σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεώς της, κατέβαλε στον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου Απόστολου Κωνσταντινίδη, που ενεργούσε κατ΄ εντολή και για λογαριασμό εκείνου, ποσό 74.723,21 ευρώ.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την οποία (αίτηση) υποβάλλει η αναιρεσείουσα με τις υποβληθείσες εμπροθέσμως κατά την 15-2-2007, έγγραφες προτάσεις της (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε καταβολή στην αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 4439/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρουμένης αποφάσεως.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσό εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων είκοσι τριών ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (74.723,21), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αποφάσεως μέχρις εξοφλήσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ