Appeal hearing dismissed as inadmissible due to lack of valid summons for the absent appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the appellant failed to appear and could not prove valid authorization for the attorney to expedite the proceedings. The appellant's lawyer claimed the case was properly summoned after a postponement, but the court found no evidence of the appellant's consent or new summons. Consequently, the court ruled that the procedural defect regarding the appellant's absence and lack of proper notice rendered the hearing void.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 104, 576(1) and 226(4)(b)-(c) of the Code of Civil Procedure; If an appellant is absent at an expedited appeal hearing and has not granted the attorney the necessary authority to expedite the proceedings or been legally summoned, the hearing is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 685 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 685/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούκνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-4-2002 και 12-7-2002 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1098/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων απουσιάζει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που επισπεύδει ο ίδιος μέσω του φερόμενου ως πληρεξούσιου δικηγόρου του, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον εν λόγω δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα ή ότι είχε κλητευθεί προς τούτο από τον αναιρεσίβλητο, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1477/2003).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδάφ. β του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επίσπευσης ή της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παράστασής του κατ' αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παρά πόδας της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από 16.3.2005 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 27.1.2006. Κατά τη συνεδρίαση του Τμήματος στη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, με αίτημα του αναιρεσείοντος, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3.3.2006, κατά την οποία δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων αλλά μόνο ο αναιρεσίβλητος.
Ο τελευταίος, ισχυριζόμενος με τις προτάσεις του ότι τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 27.1.2006, οπότε και αναβλήθηκε η υπόθεση, είχε επισπεύσει ο αναιρεσείων, επικαλείται και προσκομίζει ακριβές αντίγραφο της από 15.2.2005 αίτησης αναίρεσης, στο οποίο σημειώνονται η σχετική πράξη ορισμού ως δικασίμου της 27.1.2006, η από 4.5.2005 παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Κάππου προς τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή για την επίδοση του εν λόγω αντιγράφου στον αναιρεσίβλητο και για την κλήση του κατά την ως άνω δικάσιμο και η από 6.5.2005 πράξη του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Α.
Ρ. περί της επίδοσης του αντιγράφου αυτού στις 6.5.2005. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε χορηγήσει στον ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησης για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27.1.2006 ή ότι κατά τη συνεδρίαση αυτή, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, χορήγησε στον ίδιο δικηγόρο τέτοια πληρεξουσιότητα με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ούτε ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος επικαλείται ότι κλήτευσε τον αναιρεσείοντα για να παραστεί κατά την αρχική ή τη νέα δικάσιμο.
Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος αναιρεσείων, με βάση τα προαναφερόμενα, δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ούτε κλητεύθηκε για την αρχική δικάσιμο της 27.1.2006, η από αυτή αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 3.3.2006, δεν ισχύει ως κλήτευση, του αναιρεσείοντος για την τελευταία αυτή δικάσιμο.
Συνεπώς, λόγω μη κλήτευσης του απολιπόμενου αναιρεσείοντος, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15.2.2005 αίτησης του Χ. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1098/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ