Legislator Case Law & Legislation
684/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling inadmissible due to lack of evidence for alleged reviewable errors.

Case Number 684/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for review of the First Instance Court's decision. The appellants argued that the court had improperly considered specific documents without proper submission, yet the court found no mention of these documents in the lower court's reasoning or the appellate briefs. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the alleged procedural errors could not be substantiated by the record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 63 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, item 11, sub-item b; Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging a reviewable error regarding the consideration of evidence is inadmissible if the alleged evidence was not cited in the appellate briefs or mentioned in the lower court's decision.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility procedural error evidence submission Code of Civil Procedure reviewable error appellate briefs court reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 94, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item 11, sub-item b of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 684 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 684/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κωνσταντίνου Ράπτη του Γ., κατοίκου Ι.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοδούλου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Κ. του Χ., χήρας Β. Φ., 2.Ά. Φ. του Β., 3.Α. Φ. του Β., 4.Α. χήρας Κ. Φ., και 5.Π. χήρας Χ.. Κ., κατοίκου Κ. Ι.. Η τέταρτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Πολύμερο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ι.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 594/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 219/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 121/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ι., την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α` 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε, ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5... § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 5... παρ.3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 415/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 992/2022, ΑΠ 306/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ...463Β'/23-8-2023, 5465Β'/23-8-2023 και 5466Β'/23-8-2023 εκθέσεις επίδοσης, τις οποίες συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Ι. Κ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο κατά τη συζήτηση παριστάμενος αναιρεσείων, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ι., έλαβε χώρα με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ιωάννη Ζδράβου για επίδοση ακριβούς αντιγράφου της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς τους δεύτερο, τέταρτη και πέμπτη, αντίστοιχα, αναιρεσίβλητους, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στις 14-11-2023.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο: ι) Οι δεύτερος και πέμπτη αναιρεσίβλητοι, Ά. Φ. του Β. και Π. χήρα Χ.. Κ., αντίστοιχα, εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Ι. Ηλία Πολύμερο του Κωνσταντίνου, στον οποίο όμως δεν έχει χορηγηθεί νόμιμα πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νόμιμα πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο σύμφωνα με τον οριζόμενο στο άρθρο 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ τύπο, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 104 του ΚΠολΔ), οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει και θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Σημειώνεται ότι, η χορηγηθείσα από τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους πληρεξουσιότητα στον προαναφερθέντα δικηγόρο Ηλία Πολύμερο, δυνάμει του υπ'αριθμ. 227/17-11-2016 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ι. Γ. Θ.. Χ., ανεξάρτητα από το ότι μετά την πάροδο πενταετίας από τη χορήγησή της έπαυσε να ισχύει (άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφορά την παροχή πληρεξουσιότητας για την εκπροσώπηση τους ενώπιον του Αρείου Πάγου (Β1 Πολιτικό Τμήμα) στη δικάσιμο της 6ης Δεκεμβρίου 2013 ή σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή τυχόν δικάσιμο κατά τη συζήτηση της από 28-1-2016 αίτησης αναίρεσης του Κ./νου Ρ.

του Γ. κατά της υπ'αριθμ. 173/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ι. και όχι κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης. ιι) η τέταρτη των αναιρεσίβλητων Α. χήρα Κ. Φ. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Μετά ταύτα, εφόσον οι μεν δεύτερος και πέμπτη των αναιρεσίβλητων δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, η δε τέταρτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε την, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους ( άρθρο 5...

παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την από 28-9-2019 και με αριθμό κατάθεσης .../9-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 121/29-5-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ι., που επιλήφθηκε της υπόθεσης ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 219/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προηγούμενη υπ' αριθμ. 173/2015 απόφαση του ως άνω Εφετείου, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Μετά την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 219/2018 απόφασης, με την από 10-4-2018 και αριθμό κατάθεσης .../11-4-2018 κλήση των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων επανήλθαν προς συζήτηση ενώπιον του ίδιου ως άνω Εφετείου: α) η από 19-2-2015, με αριθμό κατάθεσης .../27-2-2015 και αριθμό καταχώρησης .../27-2-2015 έφεση του πέμπτου εναγόμενου-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος και β) η από 2-2-2015, με αριθμό κατάθεσης .../5-2-2015 και αριθμό καταχώρησης .../5-2-2015 έφεση του εναγόντων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ...94/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ι., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε την από 8-8-2011 (και με αριθμό κατάθεσης .../2011) αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά του, μεταξύ άλλων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, πέμπτου εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως και κατ'ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον πέμπτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα και τους ως άνω λοιπούς συνεναγόμενους του να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά.

Με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 121/2019 απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την υπό στοιχείο α' έφεση του πέμπτου εναγόμενου-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε κατ'ουσίαν την υπό στοιχείο β' έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Στη συνέχεια, κράτησε την υπόθεση και, αφού δίκασε την ως άνω αγωγή, τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ'ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον πέμπτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους, στην πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Β.

Κ. του Χ. 60.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και ....000 ευρώ για λογαριασμό του τότε ανήλικου τέκνου της Ά. Β.. Φ., ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, στη δεύτερη ενάγουσα-εκκαλούσα ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη Α. Φ. του Β. ....000 ευρώ και σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες-εκκαλούσες ήδη τέταρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες Α.

χήρα Κ. Φ. και Π. χήρα Χ.. Κ., αντίστοιχα, 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συγγενούς τους Κ. Φ., που έλαβε χώρα κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα, ήτοι τα ίδια ποσά που είχαν επιδικασθεί με την αναιρεθείσα με αριθ. 173/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του πέμπτου εναγόμενου - εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Ι.

στις 9-10-2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 29-5-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 KΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης.

Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 KΠολΔ. Εξάλλου, ο KΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", β) στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει (...) και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2,3,6 έως 17,19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ ...6/2022, ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016,ΑΠ 738/2012,ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 386/2014, ΑΠ 738/2012).

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν (ΑΠ 581/2023). Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 493/2011). Αναιρετικός δε λόγος, ο οποίος, σε περίπτωση που γίνει δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, είναι και ο ερειδόμενος στον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν), εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 346 του ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου.

Στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται το δικαστήριο της παραπομπής να καταλήξει στην ίδια ουσιαστική κρίση, όπως το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε, έχοντας λάβει υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα, που δεν είχαν ληφθεί υπόψη στην αρχική του απόφαση. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 KΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 581/2023, ΑΠ 387/2018, ΑΠ 1145/2005).

Σε περίπτωση, δε, που με την αναιρεθείσα απόφαση είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία μία έφεση και είχε απορριφθεί η αντίθετη αυτής, μετά δε από άσκηση αναίρεσης μόνο από το διάδικο του οποίου είχε απορριφθεί η έφεση, αναιρέθηκε ως προς το διάδικο αυτό η απόφαση, δεκτού γενομένου, όμως, αναιρετικού λόγου, που πλήττει, κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, η αναίρεση επεκτείνεται και συναναιρούνται και τα κεφάλαια της εφετειακής απόφασης που αφορούν την αντίθετη έφεση που είχε γίνει δεκτή, για την οποία δεν είχε ασκηθεί αναίρεση, εφόσον αυτά συνάπτονται αρρήκτως με εκείνα που αναιρέθηκαν, συντρεχούσης στην περίπτωση αυτή εν όλω αναίρεσης (ΑΠ 789/2021).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 581/2023, AΠ 885/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες ήδη αναισεσίβλητοι με την από 8-8-2011 αυξ. αριθμ. καταθ. .../2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ι. ισχυρίσθηκαν ότι στις 21-6-2010 κατά τη διαδικασία εκτέλεσης του έργου ανέγερσης οικοδομής στην περιοχή Κ.

Ν. Ι.., αποβίωσε ο εργαζόμενος σε αυτό Κ. Φ. του Β., γιος της πρώτης, αδελφός του τότε ανήλικου, εκπροσωπούμενου από την πρώτη ενάγουσα τέκνου της και της δεύτερης ενάγουσας και εγγονός των τρίτης και τέταρτης των εναγουσών, κατά το εργατικό ατύχημα, που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή.

Ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πέμπτου εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος και των λοιπών συνεναγόμενων του, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης:

στην πρώτη ενάγουσα ατομικά το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, στο εκπροσωπούμενο από την ίδια ανήλικο τέκνο της το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, και σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ...94/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ι., με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, αφού έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως και κατ'ουσίαν βάσιμη η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος, προσδιορισθείσα σε ποσοστό 20%, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, μεταξύ άλλων και ως προς τον πέμπτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα και υποχρεώθηκε ο εν λόγω εναγόμενος να καταβάλει στους ενάγοντες, εις ολόκληρον με τους συνεναγόμενους του (πλην του τρίτου), μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν ποσά.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, αντίθετες εφέσεις και συγκεκριμένα: α) η από 2-2-2015 με αριθμ. καταθ. .../5-2-2015 και αριθμ. καταχ. .../5-2-2015 έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων και β) η από 19-2-2015 με αριθμ. καταθ. .../27-2-2015 και αριθμ. καταχ. .../27-2-2015 έφεση του πέμπτου εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος.

Επ' αυτών εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 173/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ι., η οποία, αφού συνεκδίκασε, μεταξύ άλλων εφέσεων που δεν ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση, και τις προαναφερόμενες εφέσεις, έκρινε ότι υπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων ήταν και ο πέμπτος εναγόμενος ήδη αναιρεσείων, απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος (κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της από 2-2-2015 έφεσης των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων), απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του πέμπτου εναγόμενου-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ'ουσίαν την αντίθετη έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και υποχρέωσε τον πέμπτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους συνεναγόμενους του(πλην του τρίτου), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης:

στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, στο εκπροσωπούμενο από την ίδια τότε ανήλικο τέκνο της το ποσό των σαράντα χιλιάδων (....000) ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων (....000) ευρώ, και σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοση της αγωγής.

Κατά της πιο πάνω υπ'αρθμ. 173/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ι. ο πέμπτος εναγόμενος- εκκαλών ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την από 28-1-2016 με αριθμ. καταθ.../28-1-2016 αίτηση αναίρεσης με την οποία και, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους αναίρεσης, ζήτησε την αναίρεση της.

Επ' αυτής της αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 219/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφορώντος τη μη λήψη υπόψη των υπ' αριθμ. 1.../18-2-2014 και 141/18-2-2014 ένορκων βεβαιώσεων των Δ. Σ. και Χ. Δ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ι., οι οποίες είχαν ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων και ο πέμπτος εναγόμενος ήδη αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου προς ανταπόδειξη της αγωγής, αναίρεσε την ως άνω υπ' αριθμ. 173/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ι., κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια, με την από 10-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης .../11-4-2018 κλήση των εναγόντων - εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων επαναφέρθηκαν προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ι. και οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες εφέσεις και το ως άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 121/2019 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εν λόγω εφέσεις, έκρινε , ότι υπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων ήταν και ο πέμπτος -εκκαλών ήδη αναιρεσείων, απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εκκαλούντος-πέμπτου εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ'ουσίαν την αντίθετη έφεση των εκκαλούντων- εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και υποχρέωσε τον πέμπτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους του (πλην του τρίτου), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης:

στην εκκαλούσα-πρώτη ενάγουσα ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, στο εκπροσωπούμενο από την ίδια ανήλικο τότε τέκνο της ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των σαράντα χιλιάδων (....000) ευρώ, στην εκκαλούσα- δεύτερη ενάγουσα ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των σαράντα χιλιάδων (....000) ευρώ, και σε κάθε μία από τις εκκαλούσες- τρίτη και τέταρτη ενάγουσες ήδη τέταρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοση της αγωγής, κρίνοντας ομοίως κατ' ουσία με την αναιρεθείσα υπ'αριθμ.173/2015 απόφαση.

Από το διατακτικό της πιο πάνω υπ' αριθμ. 219/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με το οποίο ορίζεται ότι "

Αναιρεί την 173/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ι. κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή" σε συνδυασμό με το λόγο, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για τον οποίο έγινε δεκτή η αναίρεση (μη λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων), σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση της πιο πάνω απόφασης υπήρξε ολική, ως προς τον αναιρεσείοντα, αφού με την παραδοχή του λόγου αυτού, πλήττεται κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης ως προς αυτόν.

Επισημαίνεται δε ότι η μη λήψη υπόψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες, ως κοινά αποδεικτικά μέσα και ανεξάρτητα από το ποιός διάδικος τις επικαλέσθηκε και τις προσκόμισε λαμβάνονται υπόψη και για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου του, πλήττει εκ των πραγμάτων αναγκαίως τα κεφάλαια επί των οποίων έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον αυτά συνάπτονται αρρήκτως με εκείνα που αναιρέθηκαν, όπως είναι το κεφάλαιο σχετικά με τη συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανόντος και επομένως και εκείνα που αφορούν την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων, η οποία είχε γίνει ήδη κατ'ουσίαν δεκτή (και δεν είχε απορριφθεί κατ'ουσίαν) με την αναιρεθείσα απόφαση, καθότι συνάπτονται αρρήκτως με εκείνα που αναιρέθηκαν.

Κατ' ακολουθίαν, ορθά το Μονομελές Εφετείο Ι., ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση ερεύνησε και την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά του πέμπτου εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος. Εξάλλου, η πρωτόδικη απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο, για την ύπαρξη του οποίου απαιτείται η έκδοση τελεσίδικης απόφασης.

Επομένως οι από τους αριθμούς 18 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης, αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. 219/2018 αναιρετική απόφαση, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 173/2015 απόφασή του μόνον ως προς τον ίδιο και τη δική του έφεση και επανεξέτασε και την έφεση των αντιδίκων του εναγόντων, ενώ έπρεπε να εξετάσει μόνον τη δική του έφεση(από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) και παραβίασε έτσι το δεδικασμένο που απορρέει από την πρωτόδικη απόφαση σχετικά με τη συνυπαιτιότητα του θανόντος(από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν...51/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν.Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν...51/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

Α.Π. 1117/1986, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 5.../2017, ΑΠ 255/2016, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν...51/1915 (Α.Π. 80/2016).

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (ΑΠ ...3/2022, ΑΠ ...9/2018, ΑΠ 534/2017, Α.Π. 80/2016).

Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων...", του π.δ. 305/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια..." και του ν. 15.../1985 "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων".

Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 17/1996: "Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων". Κατά το άρθρο 2 ν. 1396/1983: "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1.

Τεχνικό Έργο: Κάθε οικοδομική ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. 2. Μέτρα ασφαλείας: Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας. 3.

Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. 4. Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό....

Υπεργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματός του. 6.

Μελετητής: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου έχει εκπονήσει τη μελέτη του τεχνικού έργου, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή. 7. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης".

Κατά το άρθρο 7 του ίδιου πιο πάνω νόμου (1396/1983): "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος.

Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρισης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3.

Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο αρθρ. 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται....

Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του αρθρ. 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (1396/1983): "1. Για τεχνικά έργα, που εκτελούνται σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από 10.000 κατοίκους ή έχουν συμβατικό προϋπολογισμό μεγαλύτερο από αυτόν που αντιστοιχεί σε οικοδομή όγκου 1.000 κυβικών μέτρων (μ2) και εφόσον για την εκτέλεσή τους απαιτείται άδεια απ' την αρμόδια αρχή, τηρείται ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας.

Το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας χορηγείται από την αρμόδια αρχή, φυλάσσεται στον τόπο του έργου και είναι στη διάθεση κάθε ατόμου που έχει έννομο συμφέρον, με ευθύνη του εργολάβου ή του υπεργολάβου ολόκληρου του έργου ή, όταν δεν υπάρχουν αυτοί, του κυρίου του έργου. 2. Υποχρέωση για ενημέρωση του ημερολογίου μέτρων ασφαλείας έχουν:

α) Ο επιβλέπων το έργο για ό,τι αφορά τις υποδείξεις, που έχει υποχρέωση να κάνει σύμφωνα με το νόμο αυτόν, καθώς και τις παρατηρήσεις για την εφαρμογή τους. β) Οι υπόχρεοι για την διενέργεια των τακτικών ελέγχων ή δοκιμών, που ορίζονται από τη νομοθεσία, για ό,τι αφορά τα αποτελέσματα των ελέγχων ή δοκιμών αυτών".

Κατά το άρθρο 9 π.δ. 1073/1981: "1. Κατά την εκσκαφήν θεμελίων, τάφρων ή ορυγμάτων επιμήκων ή μεμονωμένων η αντιστήριξις διά βάθη μεγαλύτερα των εμφαινομένων εις το κατωτέρω διάγραμμα 1 είναι υποχρεωτική. Η αντιστήριξις παραλείπεται εάν η εκσκαφή πραγματοποιήται εις βράχον και εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η ισορροπία των πρανών εκσκαφής έχει εξασφαλισθή διά καταλλήλου κλίσεώς των.

Η αντιστήριξις πραγματοποιείται παραλλήλως προς την πρόοδον των εργασιών και εάν υπάρχη ανάγκη διά καταλλήλων μεθόδων ή διά μηχανικών μέσων εξ αποστάσεως, άνευ της εισόδου των εργαζομένων εις την εκσκαφήν. 2. Απαγορεύεται η κάθοδος εργαζομένων εις την εκσκαφήν προ της λήψεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας πλην εκείνων οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι διά την λήψιν των μέτρων τούτων. 3.

Διά την παρεμπόδισιν πτώσεως υλικών, εργαλείων και αντικειμένων πάσης φύσεως εις την εκσκαφήν πρέπει τα χείλη της εκσκαφής να περιβάλλωνται από κράσπεδα ύψους τουλάχιστον 0,15 εκατοστών του μέτρου, η δε επένδυσις της τάφρου, εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας υφίσταται τοιαύτη επένδυσις, να εξέχη της επιφανείας του εδάφους τουλάχιστον κατά 0,15 εκατοστά του μέτρου...".

Κατά το άρθρο 13 του ίδιου π.δ. (1073/1981) : "Τα πρανή ορυγμάτων ή και αι αντιστηρίξεις των επιθεωρούνται υπό αρμοδίου προσώπου, μετά πείρας, οριζομένου υπό του εργοδότου, ως ακολούθως: α) Καθ' εκάστην, εις τας θέσεις εργασίας εκσκαφών βάθους πλέον του ενός μέτρου και πεντήκοντα εκατοστών (1,50) του μέτρου β)... Αι τυχόν παρατηρήσεις των επιθεωρήσεων αυτών αναγράφονται εις το Ημερολόγιον Μέτρων Ασφαλείας της Εργασίας.

Λεπτομερής εξέτασις κάθε είδους εκσκαφής διενεργείται υπό του επιβλέποντος μηχανικού: Μετά την εκτέλεσιν ανατινάξεων. Μετά την εμφάνισιν ζημιών εις αντιστηρίξεις ξυλοδεσίες, πασσαλοφράγματα ή μετά από καταπτώσεις πρανών. Προ της επαναλήψεως εργασιών, διακοπεισών λόγω θεομηνίας ή παγετού, αναφέρονται δε και αι τυχόν απαιτούμεναι ενισχύσεις.

Ανεξαρτήτως των προηγουμένων άπαξ της εβδομάδος. Αι εκθέσεις των εξετάσεων αυτών περιλαμβάνονται εις το Ημερολόγιον Μέτρων Ασφαλείας της Εργασίας". Κατά το άρθρο 3 π.δ. 305/1996 "1. Για εργοτάξιο όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος. 2.

Για εργοτάξιο όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος. 3. Πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφάλειας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφάλειας και υγείας. 4.

Η υποχρέωση εκπόνησης σχεδίου ασφάλειας και υγείας υπάρχει: α. Σε κάθε περίπτωση που σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απαιτείται συντονιστής σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου. β. Οταν οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους όπως αυτές απαριθμούνται στο παράρτημα

ΙΙ του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος. γ. Οταν απαιτείται εκ των προτέρων γνωστοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου...... 6... 7... 8... 9... 10... 11... 12. Προκειμένου για εργοτάξιο με προβλεπόμενη διάρκεια εργασιών που θα υπερβαίνει τις 30 εργάσιμες ημέρες και στο οποίο θα ασχολούνται ταυτόχρονα περισσότεροι από 20 εργαζόμενοι ή ο προβλεπόμενος όγκος εργασίας θα υπερβαίνει τα 500 ημερομίσθια ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και όταν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου πρέπει να διαβιβάζει στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας πριν από την έναρξη των εργασιών την εκ των προτέρων γνωστοποίηση που καταρτίζεται σύμφωνα με το παράρτημα

ΙΙΙ του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος...". Εξ άλλου από τα άρθρα 297, 300, 330 εδαφ.β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας του, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 1212/2019, ΑΠ 1546/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (Α.Π. 1546/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 922 Α.Κ. "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Για να υπάρχει σχέση πρόστησης θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, ...1, ...8-691 Α.Κ.

καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 1396/1983 προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη.

Επομένως για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 218/2018, ΑΠ 18.../2011).

Συνακόλουθα, η θεμελίωση ευθύνης στο πρόσωπο του κυρίου του έργου- εργοδότη, ως προστήσαντος τον εργολάβο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν επάγεται απαλλαγή του εργολάβου από ίδιο αυτού πταίσμα, για το οποίο αυτός παραμένει συνυπεύθυνος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ598/2019, ΑΠ 109/2020, ΑΠ ...9/2017).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ ...6/2022).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 1082/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας όλα τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι [μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη] και ο αδελφός τους Δ.

Ζ., κύριοι του έργου, με σκοπό ν' ανεγείρουν διώροφη οικοδομή με υπόγειο σε οικόπεδο επί της οδού Στ. Ν. αρ. 19 (πρώην οδός Π.) στην πόλη των Ι., δυνάμει της υπ' αριθ. .../2008 οικοδομικής άδειας της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ι., άρχισαν εργασίες εκσκαφής και όρισαν επιβλέποντα μηχανικό τον πέμπτο εναγόμενο Κ./νο Ρ., αρχιτέκτονα μηχανικό [αναιρεσείοντα], ο οποίος και συνέταξε τις σχετικές μελέτες, ήτοι αρχιτεκτονική, φέροντος οργανισμού, θερμομόνωσης, ύδρευσης, αποχέτευσης και παθητικής πυροπροστασίας.

Οι ανωτέρω εναγόμενοι, κύριοι του έργου, δεν ανέθεσαν την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ανέγερσης της οικοδομής σε ένα εργολάβο αλλά επέλεξαν διάφορους εργολάβους, με τους οποίους προέβησαν σε χωριστές συμφωνίες για την εκτέλεση των μερικότερων τμημάτων του έργου. Συγκεκριμένα ανέθεσαν στον τέταρτο εναγόμενο Ι.

Π. τις εργασίες κατασκευής του ξυλοτύπου της θεμελίωσης, του προβόλου και του εξωτερικού ξυλοτύπου του τοιχίου του υπογείου, στον εργολάβο Ι. Τ. τις εργασίες κατασκευής και τοποθέτησης του σιδηροπλισμού της οικοδομής και στους έκτο και έβδομη των εναγομένων τις εργασίες εκσκαφής για τη θεμελίωση της οικοδομής.

Η ανάθεση εκ μέρους των εργοδοτών-κυρίων του έργου της εκτελέσεως των επιμέρους τμημάτων του έργου σε διαφορετικούς εργολάβους προκύπτει από τα όσα διαπίστωσαν οι τεχνικοί επιθεωρητές του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, που συνέταξαν την υπ' αριθμ. πρωτ. .../4-8-2010 έκθεση έρευνας θανατηφόρου ατυχήματος, στην οποία καταγράφουν και τις δηλώσεις όλων των εμπλεκομένων, οι οποίοι έχουν καταθέσει τα ίδια σχετικώς και στην ποινική διαδικασία.

Ο ισχυρισμός αυτών ότι ανέθεσαν όλο το έργο στον τέταρτο εναγόμενο I.. Π., αυτός δε επέλεγε τα λοιπά διαφορετικά συνεργεία, χωρίς καμμία ανάμειξή τους, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο. Καταρρίπτεται δε τούτο από το γεγονός ότι την κύρια εργασία του φέροντος οργανισμού που είναι η τοποθέτηση του σιδηροπλισμού είχε αναλάβει άλλος εργολάβος (I..Τ.), συνεπώς ο I..

Π. δεν μπορεί να ήταν εργολάβος όλου του φέροντος οργανισμού αλλά μόνο του ξυλοτύπου (καλούπωμα), όπως ο ίδιος υποστηρίζει, περαιτέρω δε και ο εναγόμενος Γ.. Ν. υποστηρίζει εξ αρχής ότι οι κύριοι του έργου ανέθεσαν σ' αυτόν (και αυτός στην εταιρία των υιών του) τις εργασίες εκσκαφής. Από το γεγονός τούτο, δηλαδή της αναθέσεως του έργου σε πλείονες εργολάβους και όχι αποκλειστικά σε έναν για ολόκληρο το έργο, προκύπτει ανενδοίαστα ότι οι εργοδότες-κύριοι του έργου επιφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου.

Ο τέταρτος εναγόμενος, εργολάβος κατασκευής του ξυλοτύπου της ανεγειρόμενης οικοδομής που προαναφέρθηκε, προσέλαβε τον Ιανουάριο του 2010 τον Κ. Φ.. του Β., γιο της πρώτης ενάγουσας, αδερφό του εκπροσωπούμενου από την πρώτη ενάγουσα ανήλικου τέκνου αυτής και της δεύτερης ενάγουσας και εγγονό της τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως εργάτης στις εκτελούμενες από αυτόν οικοδομικές εργασίες.

Μέχρι τις 21-6-2010 που έλαβε χώρα το ατύχημα, στην εν λόγω οικοδομή είχε γίνει από τον έκτο εναγόμενο, που ενεργούσε για λογαριασμό της έβδομης εναγόμενης εταιρίας, η εκσκαφή βάθους περίπου 3,50 μέτρων για τη θεμελίωση της οικοδομής, η κάλυψη του πυθμένα της εκσκαφής με χαλίκι και στη συνέχεια η επίστρωση με μπετόν καθαριότητος, ακολούθως το συνεργείο του τετάρτου εναγόμενου ανέλαβε να κατασκευάσει τον ξυλότυπο της θεμελίωσης, τον ξυλότυπο προβόλου, καθώς και τον εξωτερικό ξυλότυπο του τοιχίου του υπογείου, διέκοψε δε την εργασία αυτή όταν έφθασε σε κατάλληλο ύψος ώστε να γίνει η τοποθέτηση του σιδηροπλισμού στα θεμέλια και τον πρόβολο από το συνεργείο του εργολάβου I..

Τ. που είχε αναλάβει την εργασία αυτή. Την ημέρα του ατυχήματος γινόντουσαν εργασίες σιδηροπλισμού, οι οποίες διεκόπησαν δύο φορές λόγω δυνατής βροχόπτωσης. Η εκσκαφή είχε ολοκληρωθεί ήδη προ αρκετών ημερών, συγκεκριμένα είχε γίνει το χρονικό διάστημα από 2-6-2010 έως 7-6-2010. Εξαιτίας της δυνατής βροχόπτωσης ο τέταρτος εναγόμενος μαζί με τον Κ.

Φ.., οι οποίοι εκείνη την ημέρα (21-6-2010) εργάζονταν σε άλλη οικοδομή, μετέβησαν στην επίδικη οικοδομή για να ελέγξουν την κατάσταση αυτής. Αφού προέβησαν σε έλεγχο περιμετρικά της οικοδομής, ο τέταρτος εναγόμενος θεώρησε σκόπιμο να τοποθετηθούν μερικά μπετοφόρμ (ήτοι ξύλινες επιφάνειες που χρησιμοποιούνται για καλουπώματα μπετόν) μεταξύ των πρανών και του εξωτερικού ξυλοτύπου του τοιχίου του υπογείου, ώστε να μην πέσουν μέσα στον πρόβολο χώματα τόσο από τα πρανή της εκσκαφής όσο και από τα προϊόντα της εκσκαφής που είχαν εναποτεθεί κοντά στα χείλη αυτής.

Μετά ταύτα, κατόπιν απόφασης του τετάρτου εναγόμενου, κατέβηκαν με τον Κ. Φ.. μέσω μιας φορητής ξύλινης σκάλας εντός του χώρου της εκσκαφής μεταξύ του πρανούς αυτής και του ξυλοτύπου του τοιχίου της οικοδομής. Μαζί τους ήταν και ο D. O., τεχνίτης καλουπατζής, εργαζόμενος επίσης στον τέταρτο εναγόμενο ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της εκσκαφής, έδινε τα "μπετοφόρμ" στον τέταρτο εναγόμενο και στον Κ.

Φ.., οι οποίοι είχαν μεταξύ τους εντός της εκσκαφής μία απόσταση δύο μέτρων περίπου, σε αντικριστή θέση για να καλύπτουν το καλούπι του προβόλου. Και ενώ οι ανωτέρω εκτελούσαν την προαναφερθείσα εργασία και περί ώρα 14.25 περίπου και αφού είχαν ήδη τοποθετήσει δύο μπετοφόρμ και περίμεναν από τον D. O., ένα ακόμη μπετοφόρμ, αποκόπηκε ενιαίο τμήμα από το πρανές της εκσκαφής στην πλευρά που ευρίσκοντο ο Π.

Ι. και ο Κ. Φ. και καταπλάκωσε τον Κ. Φ... Ο τέταρτος εναγόμενος ήταν όρθιος και τα χώματα που έπεσαν τον κάλυψαν μέχρι λίγο πάνω από τα γόνατα, ενώ ο Κ. Φ., που τη στιγμή εκείνη ήταν σκυμμένος, καταπλακώθηκε εντελώς. Αμέσως ειδοποιήθηκαν το ΕΚΑΒ και η Πυροσβεστική Υπηρεσία, ενώ οι παρευρισκόμενοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να απεγκλωβίσουν τον Κ.

Φ.., ο οποίος απεγκλωβίσθηκε λίγο αργότερα από την Πυροσβεστική Yπηρεσία και διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...//2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή - καθηγητή ιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Π. Ι. Θ. Β. ο θάνατός του επήλθε από ασφυξία και τις κακώσεις θώρακος και κοιλίας που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα.

Οι τεχνικοί επιθεωρητές του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου [ΚΕ.Π.Ε.Κ.] Δυτικής Ελλάδας, Η. και Ι. Ν., στην υπ'αριθμ. πρωτ. .../2010 έκθεση έρευνας καταγράφουν αναλυτικά τον τρόπο εκσκαφής, ο οποίος δεν ήταν σύμφωνος με τις προδιαγραφές που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις, καθώς και τις ελλείψεις μέτρων ασφαλείας, στις αιτίες δε αυτές αποδίδουν το ως άνω εργατικό ατύχημα και το θάνατο του Κ.

Φ.. Ειδικότερα επισημαίνεται ότι η εκσκαφή έφθασε σε βάθος περίπου 3,50 μέτρων, συγκεκριμένα από την επιφάνεια του εδάφους (χείλη εκσκαφής) μέχρι την επιφάνεια του μπετόν καθαριότητας ύψος 3,20 μ. περίπου, ενώ από τον πρόβολο επί του οποίου εργαζόταν ο θανών μέχρι την επιφάνεια του εδάφους ύψος περίπου 2,60 μ.

Επίσης τα πρανή της εκσκαφής δεν είχαν καμμία κλίση αλλά ήταν απολύτως κατακόρυφα. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (άρθρο 9 π.δ. 1073/1981), τις οποίες επικαλούνται και οι συντάκτες της έκθεσης, ενόψει του βάθους της εκσκαφής, το οποίο υπερέβαινε τα 2 μέτρα, ήταν υποχρεωτική η αντιστήριξη της εκσκαφής, η οποία (αντιστήριξη) παραλείπεται μόνο εάν η εκσκαφή πραγματοποιείται σε βράχο, καθώς και όταν η ισορροπία των πρανών της εκσκαφής έχει εξασφαλιστεί με κατάλληλη κλίση αυτών, περιπτώσεις που δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω.

Επισημαίνουν περαιτέρω οι επιθεωρητές ότι στην υπό κρίση περίπτωση η αντιστήριξη της εκσκαφής επιβαλλόταν και για πρόσθετους ειδικούς λόγους, ήτοι από το γεγονός ότι κατά μήκος της πλευράς όπου έγινε το ατύχημα εκτείνεται η μεγάλης κυκλοφορίας οδός Στ. Ν., από την οποία διέρχονται και βαρέα οχήματα που προκαλούν κραδασμούς, το γεγονός ότι πλησίον των χειλέων της εκσκαφής είχε εναποτεθεί μεγάλη ποσότητα προϊόντων εκσκαφής που επέφερε ώθηση του εδάφους, καθώς και το γεγονός ότι τόσο την ημέρα του ατυχήματος όσο και την προηγούμενη υπήρχε έντονη βροχόπτωση, με αποτέλεσμα τον εμποτισμό του εδάφους και τη μείωση της σταθερότητάς του.

Η ευθύνη για τον τρόπο εκσκαφής και την αντιστήριξη αυτής βαρύνει το μελετητή και επιβλέποντα μηχανικό, πέμπτο εναγόμενο(...). Συγκεκριμένα, όπως και στην προαναφερόμενη έκθεση έρευνας αναφέρεται, ο πέμπτος εναγόμενος, επιβλέπων το έργο, στο σχέδιο ασφάλειας και υγείας που προβλέπεται από το άρθρο 3 του π.δ. 305/1996 και το οποίο υπεβλήθη μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά έγγραφα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, υπογράφεται δε από τον ίδιο και τους κυρίους του έργου, στην ενότητα "Β.

ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΠΟΥ ΕΝΔΕΧΕΤΑΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΟΥΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ" και έναντι της ένδειξης: "Πιθανός κίνδυνος από αστοχία εδάφους (π.χ. κατολισθήσεις, καταρρεύσεις, υποχωρήσεις πρανών εκσκαφής, αποκολλήσεις βράχων κλπ)", αποφαίνεται αρνητικά, αναγράφοντας τη λέξη ΟΧΙ. Επίσης στο ίδιο έντυπο στη δεύτερη σελίδα, στην ενότητα "Γ.

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ" και έναντι της ένδειξης "Μέτρα προστασίας εργαζομένων από κίνδυνο: 1. Αστοχίας του εδάφους", αναγράφει επί λέξει: "Δεν απαιτείται εκσκαφή με μηχανικά μέσα και πιθανή αντιστήριξη του εδάφους", διατυπώνει την εκτίμηση ότι δεν υπάρχει πιθανός κίνδυνος από αστοχία εδάφους, όπως κατολίσθηση, κατάρρευση ή υποχώρηση πρανών εκσκαφής, ενώ ως προς τα μέτρα προστασίας εργαζομένων αποφαίνεται ότι δεν επιβάλλεται αντιστήριξη του εδάφους, χωρίς να αιτιολογεί τούτο, αφού ούτε η εκσκαφή γινόταν σε βράχο ούτε υποδείκνυε να δοθεί η ανάλογη κλίση στα πρανή αυτής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο επιβλέπων μηχανικός τις προηγούμενες του ατυχήματος ημέρες είχε μεταβεί πολλάκις στο έργο, επομένως είχε γνώση της εκσκαφής, η οποία όπως προαναφέρθηκε είχε ολοκληρωθεί προ δύο εβδομάδων περίπου (στις 7-6-2010) - ο ίδιος άλλωστε στις προτάσεις του αναφέρει ότι οι εργασίες εκσκαφής είχαν γίνει προ 15ημέρου - και βεβαίως δεν είχε υποδείξει να γίνει με διαφορετικό τρόπο η εκσκαφή, δηλαδή με κλίση των πρανών ή να ληφθούν μέτρα αντιστήριξης αυτής, αφού δεν είχε προβλέψει και καταγράψει κάτι τέτοιο στο παραπάνω έγγραφο (Σ.Α.Υ.), το οποίο είχε συντάξει και υπογράψει ο ίδιος.

Διαπιστώθηκε επίσης ότι στο εν λόγω έργο δεν τηρείτο ημερολόγιο μέτρων ασφάλειας κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν. 1396/1983. Το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας είχαν υποχρέωση να προμηθευτούν οι κύριοι του έργου, να το θεωρήσουν στην αρμόδια υπηρεσία πριν την έναρξη των εργασιών και να το θέσουν στη διάθεση του επιβλέποντος μηχανικού, ώστε να έχει αυτός τη δυνατότητα να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου αλλά και στους εργολάβους και υπεργολάβους τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου, κάτι που δεν έγινε.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 13 του π.δ. 1073/1981 ο επιβλέπων μηχανικός που έχει ορισθεί από τον κύριο του έργου οφείλει να εξετάζει κάθε είδους εκσκαφή και να καταγράφει τις παρατηρήσεις των εξετάσεων αυτών στο ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας. Στην υπό κρίση περίπτωση εκ των υστέρων, στις 28-6-2010, δηλαδή μετά το ατύχημα, προσκομίσθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και θεωρήθηκε ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας για το έργο αυτό.

Επίσης κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας (άρθρο 3 π.δ. 305/1996) οι κύριοι του έργου, δεν είχαν υποβάλει στην ίδια υπηρεσία την "εκ των προτέρων γνωστοποίηση", ορίζοντας συντονιστή ασφάλειας και υγείας για όλες τις φάσεις του εκτελούμενου έργου, έπραξαν δε τούτο επίσης εκ των υστέρων (28-6-2010), όρισαν δε ως συντονιστή ασφάλειας και υγείας τον ως άνω επιβλέποντα μηχανικό, πέμπτο εναγόμενο.

Αποδείχθηκε εξάλλου ότι στον παθόντα δεν είχε χορηγηθεί κράνος προστασίας κεφαλής από τον εργοδότη του τέταρτο εναγόμενο, καθώς και ότι την ημέρα εκείνη δεν παρευρίσκοντο στο έργο ούτε οι κύριοι αυτού ούτε ο επιβλέπων μηχανικός. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, τις διατάξεις και τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια των δύο πρώτων εναγομένων, κυρίων του έργου, του τετάρτου εναγομένου, εργολάβου του ξυλοτύπου, προστηθέντος από τους δύο πρώτους και απασχολούντος τον παθόντα δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και του πέμπτου εναγομένου, επιβλέποντος το έργο και προστηθέντος επίσης εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων.

Και τούτο διότι, όσον αφορά τον πέμπτο εναγόμενο, ορισθείς νομίμως ως επιβλέπων το έργο εκ μέρους των κυρίων του έργου και επομένως προστηθείς αυτών, βαρύνεται με αμέλεια στην επέλευση του ένδικου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, διότι δεν υπέδειξε ως εκ της ιδιότητος και των καθηκόντων του τον ορθό και σύμφωνο με τους κανόνες της τεχνικής και τη νομοθεσία τρόπο εκσκαφής.

Συγκεκριμένα, παρότι η εκσκαφή έφθασε σε βάθος πολύ άνω των 2 μέτρων, ήτοι περίπου 3,50 μ. και έπρεπε υποχρεωτικώς να ληφθούν μέτρα αντιστήριξης αυτής εφόσον δεν γινόταν σε βράχο, δεν υπέδειξε τη λήψη τέτοιων μέτρων ούτε υπέδειξε να δοθεί κλίση στα πρανή της εκσκαφής ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση αυτών.

Επίσης επέτρεψε να εναποτεθούν μεγάλες ποσότητες χώματος στα χείλη της εκσκαφής, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το έδαφος εκεί, χωρίς να επισημάνει τον εκ τούτου κίνδυνο στον εργολάβο ή στους κυρίους του έργου. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν είχε οριστεί επιβλέπων των εκσκαφών αλλά άλλων τμημάτων του έργου (φέροντος οργανισμού κλπ), τούτο όμως δεν κρίνεται βάσιμο καθόσον οι εκσκαφές αποτελούν το αναγκαίο προηγούμενο της κατασκευής του φέροντος οργανισμού, επίσης δε ο ίδιος, όπως προκύπτει αλλά και συνομολογείται ήταν ο μελετητής του έργου και είχε αποφανθεί περί του τρόπου εκσκαφής και τυχόν προστασίας αυτής με το σχέδιο ασφάλειας και υγείας που προαναφέρθηκε, το οποίο αυτός συνέταξε.

Επίσης υποστηρίζει ότι σε κάθε περίπτωση δεν επέβλεψε τις εργασίες εκσκαφής, οι οποίες έγιναν εν αγνοία του προ 15ημέρου από του ατυχήματος. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν κρίνεται βάσιμος καθόσον, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες, ο επιβλέπων μηχανικός είχε μεταβεί πολλές φορές τις προηγούμενες ημέρες στο έργο και μάλιστα παρουσία των κυρίων του έργου υπέδειξε και τα όρια της εκσκαφής.

Ανεξαρτήτως όμως της αβασιμότητος του ισχυρισμού αυτού, η ευθύνη του εν λόγω εναγομένου θεμελιώνεται στις προγενέστερες παραλείψεις αυτού, οι οποίες προκύπτουν ανενδοίαστα από τα έγγραφα που αναφέρθηκαν, ήτοι την έκθεση έρευνας των αρμοδίων επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας σε συνδυασμό και κυρίως με το "σχέδιο ασφάλειας και υγείας", που ο ίδιος ο επιβλέπων συνέταξε και υπέγραψε, υπεβλήθη δε ως απαραίτητο δικαιολογητικό για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, στο οποίο όπως εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω αποφαίνεται ότι δεν συντρέχει κίνδυνος από καταρρεύσεις, υποχωρήσεις πρανών κλπ, καθώς και ότι δεν επιβάλλεται αντιστήριξη του εδάφους, παρότι η αντιστήριξη ήταν όχι απλώς απαραίτητη αλλά υποχρεωτική κατά νόμο αφού η εκσκαφή είχε βάθος πολύ άνω των 2 μέτρων, δεν γινόταν σε βράχο ούτε με ανάλογη κλίση των πρανών, η οποία (κλίση) θα καθιστούσε μη αναγκαία άλλη αντιστήριξη.

Εξάλλου το βάθος της εκσκαφής ήταν οπωσδήποτε γνωστό σ' αυτόν, αφού ως μελετητής του έργου γνώριζε το βάθος του προβλεπόμενου στη μελέτη και την οικοδομική άδεια υπογείου (μικτό 3 μ., καθαρό 2,80 μ., πέραν του βάθους των θεμελίων). Η ευθύνη αυτή του επιβλέποντος μηχανικού, δεν αναιρείται και αν ακόμη ήθελαν υποτεθεί αληθή τα υποστηριζόμενα με την έφεση και τις προτάσεις του, ότι δηλαδή, παρότι ο ίδιος εμφανιζόταν καθημερινά στο εργοτάξιο και προσπαθούσε να υποδεικνύει στους εργαζομένους τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να τηρούν, απαιτούσε από τους ιδιοκτήτες και τον εργολάβο να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις του και να μην εκτελούνται εργασίες εν αγνοία του, οι ανωτέρω, ιδιοκτήτες και εργολάβος, αρνούνταν να συμμορφωθούν προς τις οδηγίες του, αρνήθηκαν να τηρήσουν το ημερολόγιο του έργου, όπως τους υπέδειξε και γενικώς αντιμετώπισε έντονη επιθετικότητα από τον εργολάβο (τέταρτο εναγόμενο) και αδιαφορία από τους οικοπεδούχους.

Αν τα ανωτέρω ήταν αληθή όφειλε ο εν λόγω εναγόμενος, επιβλέπων του έργου, να καταθέσει την εντολή στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ώστε να χωρήσει αναστολή των οικοδομικών εργασιών μέχρι τη λήψη όλων των μέτρων ασφαλείας. Περαιτέρω, ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεν βαρύνει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα τον παθόντα.

Τούτο διότι αυτός, ηλικίας μόλις 19 ετών, με μικρή πείρα σε οικοδομικές εργασίες και κυρίως στην εκτίμηση των εργασιακών κινδύνων και των μέτρων ασφαλείας, δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει τον κίνδυνο από την επισφαλή και μη σύννομη εκσκαφή και την έλλειψη αντιστήριξης αυτής. Ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος να λάβει μέτρα ατομικής ασφάλειας, τα οποία κατά νόμο βαρύνουν τον εργοδότη, εν προκειμένω τους κυρίους του έργου (πλασματικούς εργοδότες) και τον εργολάβο υπό τις εντολές του οποίου ενεργούσε (πραγματικό εργοδότη).

Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι του υπεδείχθη να πράξει οτιδήποτε προς αποτροπή του κινδύνου και αυτός αρνήθηκε ή αδιαφόρησε, πολύ δε περισσότερο ότι του χορηγήθηκε κράνος κεφαλής και δεν το χρησιμοποίησε. Περαιτέρω ουδείς μπορεί να αξιώσει, κατά την καλή πίστη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, από ένα νεαρό εργαζόμενο με ελάχιστη εμπειρία, ακόμη και αν υποψιαστεί τους κινδύνους κατά τη διάρκεια της εργασίας του, να αρνηθεί να παράσχει αυτήν αν προηγουμένως οι ανωτέρω αρμόδιοι δεν λάβουν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, διακινδυνεύοντας την απώλεια του πενιχρού ημερομισθίου.

Θα προσέκρουε στην καλή πίστη αλλά και στις νομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, που ορίζουν τους εργοδότες, τον εργολάβο και τον επιβλέποντα υπεύθυνους για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, να μετακυληθεί στον ανίσχυρο εργαζόμενο, το βάρος να λάβει μέτρα ασφαλείας της σωματικής του ακεραιότητας, απαλλάσοντας αντιστοίχως της ευθύνης αυτής εκείνους που αποκομίζουν τα οφέλη από μια επικίνδυνη επαγγελματική δραστηριότητα.

Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία έκρινε τον παθόντα συνυπαίτιο σε ποσοστό 20% στην πρόκληση του ατυχήματος, με την αιτιολογία ότι δεν αξίωσε από τους εναγομένους τη λήψη μέτρων ασφαλείας, παρότι ο κίνδυνος λόγω της έντονης βροχόπτωσης ήταν ορατός και εργαζόταν υπό δυσμενείς συνθήκες, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, Ως εκ τούτου κρίνεται ουσία βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο πλήττεται η κρίση αυτή της εκκαλουμένης περί συνυπαιτιότητας του παθόντος και ουσία αβάσιμος ο αντίστοιχος σχετικός λόγος της έφεσης του 5ου εναγόμενου περί συνυπαιτιότητας του παθόντος.

Με την υπ'αριθμ. ...1/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ι. ο 5ος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια του Κ./νου Φ.. και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών". Με βάση τις παραδοχές αυτές και άλλες που αφορούν το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, το Εφετείο απέρριψε την από 15-2-2015 έφεση του πέμπτου εναγόμενου- αναιρεσείοντος και δέχθηκε την από 5-2-2015 αντίθετη έφεση των εναγόντων-αναιρεσίβλητων και, αφού εξαφάνισε την με αριθ...94/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ των αναιρεσίβλητων τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με τη θεμελίωση ευθύνης του πέμπτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος επιβλέποντος μηχανικού στη πρόκληση του προπεριγραφέντος θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης αυτού.

Ειδικότερα δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι οι εναγόμενοι κύριοι του έργου επιφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και των λοιπών παραδοχών με τις οποίες εξειδικεύεται το πταίσμα του αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος το έργο μηχανικού, για το οποίο αυτός ήταν συνυπεύθυνος με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις.

Μάλιστα η μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι κύριοι του έργου είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση της επίβλεψης και διεύθυνσης του έργου γίνεται κατά τις σχετικές παραδοχές κυρίως σε συνάρτηση με την ανάθεση τμημάτων του όλου έργου σε πλείονες εργολάβους (λοιπούς εναγομένους) και όχι αναφορικά με τον ορισμό του αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος μηχανικού.

Επισημαίνεται δε ότι η επιφύλαξη υπέρ του εργοδότη της διεύθυνσης και επίβλεψης του ανατεθέντος έργου, υπό την έννοια της παροχής δυνατότητας στον εργοδότη να παρέχει οδηγίες ή εντολές στον εργολάβο και να τον ελέγχει ή επιβλέπει στην εκτέλεση της εργασίας του ασκεί έννομη επιρροή για τη θεμελίωση της ευθύνης του εργοδότη, κυρίου του έργου, ως προστήσαντος τον εργολάβο και δεν επάγεται απαλλαγή από την ευθύνη του προστηθέντος εργολάβου για ίδιο αυτού πταίσμα, που συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση της ζημίας.

Ούτε υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κατάρτιση σύμβασης μεταξύ των κυρίων του έργου και του αναιρεσείοντος επιβλέποντος μηχανικού κατά την εκτέλεση του έργου (περιλαμβανομένων και των εκσκαφών για τη θεμελίωσή του), καθότι η παραδοχή ότι οι κύριοι του έργου "όρισαν επιβλέποντα μηχανικό τον πέμπτο εναγόμενο [αναιρεσείοντα]" εμμέσως πλην σαφώς προϋποθέτει την κατάρτιση σχετικής σύμβασης.

Αβάσιμη είναι η αιτίαση σχετικά με παράλειψη αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση περί του εάν ο αναιρεσείων υπέδειξε ή δεν υπέδειξε στους κυρίους του έργου και τους εργολάβους μέτρα αντιστήριξης των εκσκαφών, καθότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς διαλαμβάνεται ότι "...και βεβαίως δεν είχε υποδείξει να γίνει με διαφορετικό τρόπο η εκσκαφή, δηλαδή με κλήση των πρανών ή να ληφθούν μέτρα αντιστήριξης ...." Δεν απαιτείτο δε η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση περαιτέρω στοιχείων, από τα οποία προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων ήταν μελετητής και των εκσκαφών ή για την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι δεν επέβλεψε τις εργασίες εκσκαφής, οι οποίες έγιναν εν αγνοία του, εφόσον το περί του αντιθέτου συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται σαφώς.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι ουδέποτε είχε ορισθεί επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου τμήματος του έργου (εκσκαφές), ότι δεν έλαβαν χώρα εκ μέρους του σχετικές επισκέψεις κατά τη διάρκεια των εκσκαφών του έργου, αλλά μεταγενέστερα, οπότε προέβη και σε σχετικές υποδείξεις, ότι αυτός συνέταξε ορθά κατά το νόμο (π.δ/μα 305/1996) Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας (ΣΑΥ) που υποβλήθηκε στην αρμόδια Υπηρεσία, ενόψει του ότι με βάση φυσιολογικές συνθήκες ουδείς κίνδυνος θα μπορούσε να δημιουργηθεί καθότι το έδαφος της περιοχής είχε συνεκτικότητα και σταθερότητα και ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφαση παραλείψεων και του επελθόντος θανατηφόρου ατυχήματος, ενόψει μάλιστα του ότι επρόκειτο περί έκτακτων καιρικών φαινομένων που ήταν αδύνατο να προβλεφθούν, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθ...61 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο και κατά το τελευταίο σκέλος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά σχετικά με τις συνθήκες του εργατικού ατυχήματος και, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του θανόντος (ηλικία 19 ετών, έλλειψη επαγγελματικής εμπειρίας, αδυναμία αυτού να υποψιασθεί τον κίνδυνο κατά τη διάρκεια της εργασίας του, μη υπόδειξη σε αυτόν οποιουδήποτε μέτρου προς αποτροπή του κινδύνου), σε συνδυασμό με τις απορρέουσες από την καλή πίστη επιταγές, έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανόντος εργάτη.

Με την εν λόγω κρίση του ορθά ερμήνευσε και [δεν] εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 2 του π.δ/τος 1073/1981, ενώ παράλληλα διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την κατ' ουσία απόρριψη του περί τούτου λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος (περί συνδρομής συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του παθόντος κατά ποσοστό 95%) και την παραδοχή του αντιθέτου (για έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος) λόγου έφεσης των αντιδίκων, συγγενών του θανόντος.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το κεφάλαιο που αφορά τη συνδρομή συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανόντος στο ως άνω εργατικό ατύχημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 784/2023, ΑΠ1795/2022).

Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 784/2023, ΑΠ ...6/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 950/2019).

Ούτε αποτελούν "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από τη μη λήψη αυτών υπόψη, τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους, όπως είναι η δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα (ΑΠ 1094/2021, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 261/2016) Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς του, που παραδεκτά και νόμιμα πρόβαλε στα δικαστήρια της ουσίας και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σχετικά με το ότι:

α) δεν υπήρξε ο επιβλέπων του έργου και των εκσκαφών, γεγονός που οι ενάγοντες συνομολόγησαν στην αγωγή τους β) δεν ανέλαβε με σύμβαση με τους κυρίους του έργου την επίβλεψή του, γ) δεν εκτελούνταν εργασίες κατά την ημέρα του ατυχήματος και για το λόγο αυτό δεν ήταν παρών, δ) δεν γνώριζε για την εκτέλεση των εργασιών, ούτε και κλήθηκε να παραβρεθεί και ε) ότι μοναδικοί υπεύθυνοι για την τήρηση των μέτρων και κανόνων ασφαλείας είναι οι ιδιοκτήτες και ο εργολάβος του έργου, οι οποίοι και ευθύνονται αντικειμενικά.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αντιφατικότητα των περιλαμβανόμενων στα στοιχεία γ' και δ' ισχυρισμών (την ημέρα του ατυχήματος δεν εκτελούνταν εργασίες και για το λόγο αυτό δεν ήταν παρών, εκτελούνταν εργασίες τις οποίες δεν γνώριζε ούτε κλήθηκε να παραβρεθεί) και την αβασιμότητα του περιλαμβανόμενου στο στοιχείο ε' ισχυρισμού, αφού ρητά με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 7, 8 παρ. 1 και 2 του Ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" καθώς και των άρθρων 9,13 και 111 του Π.Δ. 1073/1981" Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού" , καθιερώνεται η ευθύνη του επιβλέποντος μηχανικού, όπως ο ίδιος, για τη λήψη των απαιτούμενων κατά την εκτέλεση του έργου μέτρων ασφαλείας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα δεν συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά άρνηση της αγωγής και, επομένως, δεν θεμελιώνουν τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 3... και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 459/2023, ΑΠ 718/2021).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται η δικαστική ομολογία, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο υπό την προϋπόθεση όμως ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος και αφορά το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠολΔ, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για εκείνον που ομολογεί (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 634/2011). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 1953/2017).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 295/2018).Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 438/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 333/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων: Α) με τον πρώτο, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 11γ' και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε με νόμιμη επίκληση, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:

α) την υπ'αριθμ. .../.../2008 άδεια ανέγερσης οικοδομής της Πολεοδομίας της Ν.Α. Ι., η οποία ήταν χρήσιμη για την απόδειξη της μη συνδρομής στο πρόσωπό του της ιδιότητας του επιβλέποντος του έργου και της έλλειψης υπαιτιότητάς του στην επέλευση του ένδικου θανατηφόρου ατυχήματος, άλλως παραμόρφωσε το περιεχόμενό της με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα με το να δεχτεί ότι από την εν λόγω οικοδομική άδεια προκύπτει ότι υπήρξε επιβλέπων του όλου έργου και εκπόνησε τη μελέτη εκσκαφών, ενώ από αυτήν προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ουδεμία μελέτη εκσκαφών εκπόνησε, αλλά μόνο τις ρητά αναφερόμενες στο περιεχόμενό της και ουδεμία εργασία εκτέλεσης εκσκαφών ανέλαβε να επιβλέψει ή οποιαδήποτε άλλη πέραν των ρητά αναφερόμενων στην άδεια, β) το "Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας", που προβλέπεται από το άρθρο 3 του Π.Δ. 305/1996, το οποίο εξέλαβε ως μελέτη εκσκαφών και παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, αφού προσέδωσε σε αυτό χαρακτήρα μελέτης εκσκαφών, και έκρινε ότι δήθεν δεν υπέδειξε μέτρα ασφάλειας, επειδή στο Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας του έργου δεν αναφέρεται ο τρόπος εκσκαφής και τα μέτρα αντιστήριξης αυτής, παρά το γεγονός ότι ουδεμία από τις περιγραφόμενες στην παρ...

του άρθρου 3 του Π.Δ. 305/1996 περιπτώσεις για τη λήψη μέτρων ασφαλείας συνέτρεχε στην παρούσα περίπτωση και παρά το γεγονός ότι στο Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας που συνέταξε περιέχονταν όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο (παρ.5 και 6 του άρθρου 3 του ως άνω Π.Δ. 305/1996) στοιχεία και έτσι οδηγήθηκε στην εσφαλμένη κρίση του ότι υπήρξε μελετητής των εργασιών εκσκαφής και επιβλέπων του έργου.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όσον αφορά την οικοδομική άδεια και ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης υπό στοιχείο (β) (που επίσης αφορά την πιο πάνω οικοδομική άδεια) είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και από "τα με επίκληση προσαγόμενα έγγραφα των διαδίκων για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" και από την παραδεκτή επισκόπησή της αναμφίβολα προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το έγγραφο αυτό, το οποίο μάλιστα ρητώς μνημόνευσε στο σκεπτικό του (βλ. 8ο φύλλο προσβαλλόμενης απόφασης).

Κατά το μέρος δε που, επικουρικά, επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο). Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 11γ'και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όσον αφορά το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας, είναι αντιφατικός ως εκ τούτου απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δημιουργείται από το ότι ο αναιρεσείων αφενός μεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το εν λόγω έγγραφο, αφετέρου ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι παραμόρφωσε το έγγραφο αυτό και σε κάθε περίπτωση η αοριστία προκύπτει και από το ότι, δεν εκτίθεται το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο).

Β) με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε με νόμιμη επίκληση, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον από αυτά προκύπτει ότι δεν υπάρχει ευθύνη του για το ένδικο ατύχημα και συγκεκριμένα:

α) τις ομολογίες των αντιδίκων του που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της από 8-8-2011(αρ.εκθ.καταθ..../2011) αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ι., β) το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. .../.../2008 άδειας οικοδομής της Ν.Α. Ι.-Δ/νση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος, στην έντυπη σφραγίδα της οποίας (βλ. 1η σελίδα της οικοδομικής άδειας) αναφέρεται ότι έχουν υποδειχθεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις που είναι καταχωρημένες, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 3 του Ν. 1396/1983, γ)τις φωτογραφίες που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, δ) τις περιλαμβανόμενες στην υπ'αριθμ. .../27-7-2010 έκθεση έρευνας θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Τμήμα Έρευνας και Υγειονομικής Επιθεώρησης Ι.

μαρτυρικές καταθέσεις, ε)την ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε και ειδικότερα από αυτήν την από 21-6-2010 ένορκη εξέταση ενώπιον των οργάνων του Α.Τ. Ι. του μάρτυρα Γ. Γ., από την οποία σαφώς προκύπτει ότι ουδεμία γνώση είχε για την εκτέλεση των εργασιών, τις από 2-2-2011 εκθέσεις ένορκης εξέτασης ενώπιον των οργάνων του Α.Τ.

Ι. των μαρτύρων Ι. Τ. και Χ.. Κ. που επιβεβαίωσαν, ότι την ώρα του ατυχήματος έπεφτε "καταρρακτώδης βροχή", την από 23-6-2011 έκθεση εξέτασης ως κατηγορούμενου ενώπιον των οργάνων του Α.Τ. Ι. του Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε, ότι ενήργησε κατόπιν εντολών του εκ των ιδιοκτητών Ε.. Ζ. και ότι δεν εκτελούνταν εκείνη την ημέρα εργασίες στην οικοδομή και τις από 21-10-2011 έγγραφες εξηγήσεις του υπεργολάβου εκσκαφών που κατέθεσε ότι "...

ακόμη και κλίση να είχαν τα πρανή, πάλι θα έπεφτε το κομμάτι του πρανούς, λόγω του νερού...", και στ) τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός , όσον αφορά τα στοιχεία α, γ, δ και στ είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον τα αναφερόμενα σε αυτά αποδεικτικά μέσα δεν προσδιορίζονται επαρκώς (ως προς το στοιχείο α δεν αναφέρει ποια είναι τα επιζήμια για τους αντιδίκους του πραγματικά περιστατικά ,τα οποία αυτοί ομολογούν στην αγωγή, ενώ ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία δεν προκύπτει η ταυτότητά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε εξειδικεύεται το περιεχόμενό τους, προκειμένου να κριθεί αν αφορούσαν πραγματικά περιστατικά με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης).

Όσον δε αφορά τις μαρτυρικές καταθέσεις στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, που διαλαμβάνονται στο υπό στοιχείο ε του αναιρετικού λόγου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και από "τα με επίκληση προσαγόμενα έγγραφα των διαδίκων για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά σε αυτά, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Κατά τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο όχι μόνον η απόδειξη που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προσκομισθεί με επίκληση αλλά και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 1.../2021, ΑΠ 881/2011) και περαιτέρω, θα πρέπει η λήψη ή η μη λήψη υπόψη να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 1...9/2015, ΑΠ 1348/2013, ΑΠ 881/2011). Περαιτέρω, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκόμισης ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη περί τα πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νομίμως επίκληση, έχει εμπροθέσμως προσκομισθεί (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα που δεν προσκόμισε με νόμιμη επίκληση κάποιος από τους διαδίκους και συγκεκριμένα:

α) τις από 21-10-2011 εξηγήσεις του όγδοου εναγόμενου προς τον Πταισματοδίκη Ι. και β)τις προανακριτικές καταθέσεις του συνεναγόμενου Ι.. Π., του D. O. και του Ι.. Κ.. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθότι δεν διαλαμβάνονται οι ισχυρισμοί στους οποίους αφορούν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και η επίδραση αυτών στο διατακτικό της απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το μέρος που αφορά τα υπό στοιχείο (β) αποδεικτικά μέσα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 15.4.2019 προτάσεων των εφεσίβλητων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου Ι., ως δικαστηρίου τις παραπομπής, κατά τον έλεγχο της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου, οι τελευταίοι δεν επικαλέσθηκαν "προανακριτικές καταθέσεις" των πιο προσώπων, παρά μόνο επικαλέσθηκαν ως σχετικό αριθ. (6) τα ταυτάριθμα πρακτικά της εκκαλουμένης με αριθμό 594/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ι. (βλ.

σελ. 3 αυτών), όπου διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων D. O. και Ι.. Κ.. Εξ άλλου σε κανένα σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται μνεία για λήψη υπόψη ειδικότερα των "προανακριτικών καταθέσεων" του συνεναγομένου του αναιρεσείοντος Ι..

Π., του D. O. και του Ι.. Κ.. Επομένως, εφόσον ούτε έγινε στις ως άνω προτάσεις τους επίκληση "προανακριτικών καταθέσεων" του συνεναγομένου του αναιρεσείοντος Ι.. Π., του D. O. και του Ι.. Κ. και κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο δεν προσκομίσθηκαν αυτές, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλωστε γίνεται μνεία για λήψη υπόψη "προανακριτικών καταθέσεων" των ως άνω προσώπων, δεν στοιχειοθετείται κατ' ουσία η από τον αριθμό 11 περ.

β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αναφορικά με τα υπό στοιχείο (β) αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω οι αναιρεσίβλητοι επικαλέσθηκαν πράγματι με τις από 15.4.2019 προτάσεις των (βλ. σελ. 6 αυτών) το υπό στοιχείο (α) αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα τις από 21.11.2011 έγγραφες εξηγήσεις του όγδοου εναγομένου Γ..

Ν. ενώπιον του Πταισματοδίκη Ι., ως σχετικό αριθ. (19). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της το ως άνω υπό στοιχείο (α) έγγραφο, χωρίς αυτό να προσκομισθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος αυτό πλήττει την βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι προσκομίσθηκαν ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως είχαν επικαλεσθεί στις από 15.4.2019 προτάσεις των οι καλούντες εφεσίβλητοι - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, περιλαμβανομένου και του ως άνω υπό στοιχείο (α) εγγράφου, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ και συνεπώς κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ενόψει των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 28-9-2019 και με αριθ. κατάθ. .../9-10-2019 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν προσηκόντως και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 1..., 183 του ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2019 και με αριθ. κατάθ. .../9-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ 121/22-5-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης και τρίτης αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ