Supreme Court dismisses appeal against administrative decision due to premature filing before vacancy objection period expires.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public health authority against a final labor court decision. The authority had filed the appeal before the mandatory thirty-day period to object to a default judgment had expired, rendering the appeal procedurally inadmissible. The court ruled that the appeal was premature because the lower court decision had not yet become final regarding the appellant, who had not waived their right to object to the default judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the current appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94 § 1, 96 § 3, 104, 503 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a default judgment is inadmissible if filed before the expiration of the period to object to the default, unless the appellant has waived that right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 684/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας (6η ΔΥΠΕ) Πελοποννήσου Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας" που εδρεύει στην Πάτρα Αχαΐας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μελέτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 87)… κατοίκου .... Οι 17η και 64ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2015 μη οριστική, 75/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1657/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/11/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 § 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 § 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην § 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσίβλητοι που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολειπόμενο κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από αυτόν έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση αυτού, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 4/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, δικάσιμο (26-10-2021), με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 17η και 64ος των αναιρεσιβλήτων (Α.-Τ. Γ. και Δ. Π.), οι οποίοι μαζί με τους λοιπούς (αναιρεσίβλητους, συν. 87) επέσπευσαν τη συζήτηση για τη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικά (19-1-2021) κατά την οποία και αναβλήθηκε η συζήτηση με σχετική σημείωση στο πινάκιο, με κοινό αίτημα των διαδίκων (βλ.
υπ' αρ. 2659Β/6-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Τ. Κ.). Ως προς αυτούς (απολειπόμενους), από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι παρείχαν πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη, που για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση, ούτε προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσειόντος ν.π.δ.δ.
κλήτευση αυτών.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, η επίσπευση που έγινε με τη σχετική εντολή του προαναφερθέντος δικηγόρου στον δικαστικό επιμελητή για επίδοση στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ της υπό κρίση αναίρεσης για λογαριασμό των μη παρασταθέντων 17ης και 64ου των αναιρεσιβλήτων δεν είναι έγκυρη και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς αυτούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 § 1β', 309 εδάφ. 1, 321 & 495 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 § 1β' ΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλομΑΠ 18/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 553 § 1β' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 503 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι στις ερήμην αποφάσεις του δευτέρου βαθμού, οι γνήσιες προθεσμίες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές και, επομένως, η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού υπόκειται σε αναίρεση μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, εκτός αν ο αναιρεσείων, που ήταν ερήμην στο δεύτερο βαθμό, παραιτηθεί του δικαιώματος άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ακόμη και με το δικόγραφο της αναίρεσης.
Αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 530/2018).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης 1657/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, ερήμην του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, η από 4-7-2017 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 75/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η από 12-3-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία, ως εργαζόμενοι σ' αυτό ιατροί ζητούσαν το νοσοκομειακό επίδομα ιατρών που προβλέπεται από τα άρθρα 8 § 7 περ. α' ν. 2470/1997 και 8 § 5 ν. 3205/2003, υποχρεώνοντας το εναγόμενο (αναιρεσείον) να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το ποσό των 10.406,27 €. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που προσκομίζουν με επίκληση οι αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι η εφετειακή αυτή απόφαση (1657/2019) επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 5-11-2019, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 1676Β/5-11-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Τ. Κ..
Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, εφόσον το αναιρεσείον δικάστηκε ερήμην, από την ημέρα αυτή της επίδοσης της εφετειακής απόφασης αρχίζει η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία ούτω, θα έπρεπε να ασκηθεί από 6-11-2019 έως τις 20-11-2019, εκτός εάν το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του.
Η ερήμην δε αυτή απόφαση του δευτέρου βαθμού υπόκειται σε αναίρεση μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, εκτός αν το αναιρεσείον, που ήταν ερήμην στο δεύτερο βαθμό, παραιτηθεί του δικαιώματος άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ακόμη και με το δικόγραφο της αναίρεσης, αφού τότε καθίσταται τελεσίδικη.
Εντούτοις, η αναίρεση ασκήθηκε στις 15-11-2019, με δικόγραφο που κατατέθηκε στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. έκθεση κατάθεσης επί του σώματος της αίτησης), ήτοι πρόωρα, εκκρεμούσης της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας, στη συνέχεια δε ασκήθηκε και ανακοπή ερημοδικίας στις 2-12-2019.
Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ερήμην του αναιρεσείοντος και συνεπώς υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από μέρους του, ενώ, καθό χρόνο ασκήθηκε, δεν αποδεικνύεται ότι έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτόν, δεδομένου ότι ούτε είχε παρέλθει η προθεσμία άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε είχε παραιτηθεί από το σχετικό δικαίωμα, ακόμη και με το δικόγραφο της αναίρεσης.
Αντιθέτως, στη συνέχεια, άσκησε ανακοπή ερημοδικίας και υποστήριξε αυτή κατά τη συζήτησή της, ώστε, με τη συμπεριφορά του αυτή, να μην μπορεί να συναχθεί, έστω και σιωπηρώς, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά το χρόνο που άσκησε την υπό κρίση αναίρεση. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αφού ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, καθώς και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, πλήρη, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 § 3 ν. 3693/1957, αφού η δίκη δεν διεξήχθη από το αναιρεσείον δια αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση έναντι της 17ης (Αρετής-Τιτίνας Γκιώνη) και του 64ου (Δημητρίου Περδίκη) των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την από 10-11-2019 και με αριθμό καταθέσεως 10920/1057/15-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1657/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ