Supreme Court dismisses appeal on bankruptcy proceedings, upholding lower court's application of insolvency code provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 'AKTER ATE' and its guarantor against the Third Instance Court of Crete's bankruptcy ruling. The appellants argued for a different interpretation of the insolvency code regarding payment cessation dates and evidence analysis, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the lower court correctly applied the law and that the appellants' claims regarding the statute of limitations and evidence evaluation were legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 and 6(3) of the Insolvency Code; The Supreme Court holds that the application of substantive law provisions by the court of first instance is subject to appellate review, and appeals challenging the factual assessment of evidence or the interpretation of statutory time limits without violating the law are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 684/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ΑΚΤΕΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Κ. του Ν., κατοίκου …, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Τζανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΟΡΔΑΚΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ΛΑΧΟΡ ΑΕ", που εδρεύει στο Χορδάκι Ακρωτηρίου Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Σ., δικηγόρου και κατοίκου …., ορισθέντος με την υπ' αριθμ. 19/2019 απόφαση του Εφετείου Κρήτης συνδίκου της πτώχευσης, 3) εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Δ.
Κ. του Γ., κατοίκου …, 6) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου …, 7) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ, υποκατάστημα Χανίων και 8) εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 25-1-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 7ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πραματευτάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 12-1-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ., ενώ οι 5ος, 6ος και 8η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2011 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκε με την από 27-2-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με τις κύριες παρεμβάσεις των "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ ΑΕ", "ΙΚΑ ΕΤΑΜ" και "Λατομεία Χορδακίου ΑΕ", καθώς και με τις πρόσθετες παρεμβάσεις των 5ου, 6ου και 8ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-1-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 82 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α' του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που γίνεται, είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους, για να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος.
Έτσι, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και το άρθρο 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση (Α.Π. 741/2013, Α.Π. 1803/2011).
Πάντως αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται τούτο ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 569/2013, Α.Π. 8809/ 2003). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτός (προσθέτως παρεμβαίνων) πρέπει να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται ως προς την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και να ασκεί τα δικαιώματά του, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.
α' του Κ.Πολ.Δικ.), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 283/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 569/2013, Α.Π. 910/2013, Α.Π. 1643/2012, Α.Π. 1328/2012, Α.Π. 1803/2011, Α.Π. 1049/2010, Α.Π. 469/2010, Α.Π. 424/2007). Επίσης η αναίρεση δεν απευθύνεται ούτε κατά του κυρίως παρεμβάντος, διότι αυτός δεν είναι προς κάποιον από τους κυρίους διαδίκους ομόδικος, απλός ή αναγκαίος, ούτε εξομοιώνεται με "ομόδικο" (Α.Π. 807/2005).
Πρέπει, όμως, να επιδίδεται και στον κυρίως παρεμβάντα η κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως για να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 9.1.2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 19/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αποτελεί δε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
H ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΟΡΔΑΚΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΛΑΧΟΡ Α.Ε.", άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, την από 20.5.2011 αίτησή της, με την οποία εξέθετε ότι η καθ' ης η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΑΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΕΡ Α.Ε." έχει περιέλθει τουλάχιστον από τις 31.12.2010 σε μόνιμη και γενική αδυναμία να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές της υποχρεώσεις προς τρίτους και ζήτησε να κηρυχθεί αυτή σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Εξ άλλου, οι ήδη αναιρεσείοντες, ως άνω ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΑΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΕΡ Α.Ε." και ο Α. Κ., ως εγγυητής αυτής για οφειλές της προς τρίτους, άσκησαν, ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, την από 27.2.2015 αίτησή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη τούτων έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει το κέντρο των συμφερόντων της στην Ελλάδα και βρίσκεται σε επαπειλούμενη αδυναμία να εκπληρώσει γενικά της ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της προς τρίτους, καθώς επίσης και ότι είναι βιώσιμη και για το λόγο αυτό στις 27.2.2015 κατήρτισε νομότυπα με τους πιστωτές της συμφωνία εξυγίανσης.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν να επικυρωθεί η καταρτισθείσα με τους πιστωτές της πρώτης τούτων συμφωνία εξυγίανσης και να ληφθούν τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αίτηση) προληπτικά μέτρα. Επ' αυτών, καθώς επίσης και επί των ασκηθεισών παρεμβάσεων (κυρίων και προσθέτων), που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απερρίφθησαν αμφότερες οι αιτήσεις, ενώ έγιναν δεκτές οι κύριες παρεμβάσεις (περί απορρίψεως της αιτήσεως για επικύρωση της συμφωνίας εξυγιάνσεως).
Ειδικότερα, η μεν αίτηση περί επικυρώσεως της συμφωνίας εξυγίανσης απερρίφθη ως προς τον δεύτερο αιτούντα, εγγυητή της πρώτης αιτούσας ανώνυμης εταιρίας, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, με την αιτιολογία ότι νομιμοποιούμενος ενεργητικά για την υποβολή αιτήσεως ανοίγματος διαδικασίας εξυγιάνσεως είναι, κατ' άρθρο 100 παρ. 1 ΠτΚ, ο οφειλέτης (ήτοι η πρώτη αιτούσα), για δε την επικύρωση της συμφωνίας αυτής (εξυγιάνσεως) ο οφειλέτης, οποιοσδήποτε πιστωτής ή ο μεσολαβητής, κατ' άρθρο 106 στ παρ. 1 ΠτΚ και όχι οι υπέρ του οφειλέτη εγγυηθέντες και ως προς την πρώτη αιτούσα, με την παραδοχή ότι αυτή (πρώτη αιτούσα) δεν θα καταστεί βιώσιμη, ακόμη και αν τηρηθεί η συμφωνία εξυγιάνσεως που κατήρτισε με τους πιστωτές της, η δε αίτηση περί κηρύξεώς της σε κατάσταση πτωχεύσεως, για το λόγο ότι πιθανολογήθηκε ότι η εταιρία δεν βρίσκεται σε παύση πληρωμών, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, έγιναν δεκτές οι ασκηθείσες κύριες παρεμβάσεις με αίτημα να μην επικυρωθεί η συμφωνία εξυγιάνσεως.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης: α) η από 22.2.2016 έφεση των αιτούντων την επικύρωση της συμφωνίας εξυγιάνσεως, στρεφομένη τόσο κατά εκείνων που άσκησαν κύριες παρεμβάσεις, όσο και κατά εκείνων που άσκησαν πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση και β) η από 13.7.2016 έφεση της αιτούσας την κήρυξη της ως άνω εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 19/2019 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η υπό στοιχ. α' έφεση και έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό στοιχ. β' έφεση. Η αίτηση αναιρέσεως, με την οποία διώκεται η αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης στο σύνολό της, δηλαδή ως προς αμφότερα τα κεφάλαιά της (επικύρωση της συμφωνίας εξυγιάνσεως και κήρυξη πτωχεύσεως) απευθύνεται, πέραν της - αιτήσασας την πτώχευση της πρώτης αναιρεσείουσας -πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΧΟΡΔΑΚΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν.
Σ., συνδίκου της πτωχεύσεως κατά των αναιρεσιβλήτων: τρίτης (εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Εurobank Ergasias Α.Ε."), τέταρτης (εταιρίας, με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), πέμπτου (Δ. Κ.), έκτου (Μ. Μ.), εβδόμου (ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης -Ε.Φ.Κ.Α.") και όγδοης (εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε."), εκ των οποίων οι μεν τρίτη, τέταρτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων είχαν ασκήσει κυρία παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αιτούμενοι την απόρριψη της από 27.2.2015 αιτήσεως (περί επικυρώσεως της συμφωνίας εξυγιάνσεως), οι δε πέμπτος, έκτος και ογδόη των αναιρεσιβλήτων είχαν ασκήσει πρόσθετη υπέρ των αιτούντων (της αμέσως παραπάνω από 27.2.2015 αιτήσεως) παρέμβαση.
Ωστόσο, εφ' όσον πρόκειται το μεν περί κυρίων παρεμβάσεων, το δε περί απλών και όχι αυτοτελών προσθέτων παρεμβάσεων, αφού οι προσθέτως παρεμβάντες δεν ανέλαβαν τον δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναιρέσεως αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, η απευθυνόμενη κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία πράγματι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, για να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες και κατά την οποία παραστάθηκαν νομότυπα και κατέθεσαν προτάσεις οι ασκήσαντες κύριες παρεμβάσεις τρίτη, τέταρτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω και καθ' όσον αφορά στους ασκήσαντες πρόσθετες παρεμβάσεις πέμπτο, έκτο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων (Δ. Κ., Μ. Μ. και εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε."), οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ.
εκθέσεις επιδόσεως: 11198Δ'/26.5.2020 και 11185Δ'/12.3.2020 της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων Μ. Γ. και 3475 Β'/13.3.2020 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Χ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, που, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδουν την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για την συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (5.2.2021), επιδόθηκαν σ' αυτούς νομίμως και εμπροθέσμως, με κλήση προς αυτούς να παραστούν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ.1 και 577 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως η οποία δεν περιλαμβάνει έστω και ένα λόγο αναιρέσεως, ακόμη και απαράδεκτο ή αόριστο ή αβάσιμο (Α.Π. 1486/2014, Α.Π. 824/2013) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η αίτηση περί επικυρώσεως της συμφωνίας εξυγίανσης απερρίφθη ως προς τον δεύτερο αιτούντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα Α.
Κ., ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, δεν περιέχεται σ' αυτήν κανένας απολύτως λόγος αναιρέσεως, έστω και απαράδεκτος, αόριστος ή αβάσιμος, που να αφορά στην απόρριψη της ως άνω αιτήσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αναίρεση, κατά το μέρος που ασκείται από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν προβάλλεται αιτίαση για την απόρριψη της από 27.2.2015 αιτήσεως ως προς αυτόν, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη, δηλαδή, παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα και δεν ιδρύει αυτή και μόνη λόγο αναιρέσεως, αν δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση και δεν επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως (άρθρο 93 παρ. 8 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δικ.). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν εμπίπτει στον πιο πάνω ή σε άλλο αναιρετικό λόγο (Α.Π. 199/2018, Α.Π. 684/2013, Α.Π. 176/2011, Α.Π. 1461/2007).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.10 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέσθηκε σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται από το νόμο πλήρης απόδειξη, αφού στην περίπτωση αυτή δέχεται ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς την αξιουμένη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (Α.Π. 453/2018, Α.Π. 867/2017, Α.Π. 1470/2017, Α.Π. 499/2007, Α.Π. 499/2007).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 55 εδ. α' του ν. 3588/2007, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016) "Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση, μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1, 4, 14, 17 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια ότι αρκέστηκε σε πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών για την κήρυξη της πτωχεύσεως της πρώτης αναιρεσείουσας, αντί της πλήρους αποδείξεως, η οποία απαιτείτο.
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθ' όσον μεταξύ των περιοριστικά προβλεπομένων στο άρθρο 55 του ΠτωχΚ λόγων αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται και εκείνος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, που προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. και 2 του Α.Κ., δεν έχει εφαρμογή στην κατ' έφεση δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης αποφάσεως, έστω και αν προσδόθηκε σ' αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη με την οποία καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου εφέσεως ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθηθεί νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 531 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διατάξεως του άρθρου 2 του Α.Κ., που προπαρατέθηκε, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της δικής του αποφάσεως, που κρίνει την ουσία της υποθέσεως ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ολ.
Α.Π. 30/1998, Α.Π. 33/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η πρώτη αναιρεσείουσα (μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα) αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το Εφετείο δεν εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, λόγω της απορρίψεως της κατ' αυτής εφέσεώς της, όφειλε, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 106 β του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις που επέφεραν σ' αυτό οι ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14.8.2015), ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016) και ν. 4491/2017 (ΦΕΚ Α' 152/13.10.2017), καθ' όσον τούτο "(νέο άρθρο 106 β του Πτωχευτικού Κώδικα) στοχεύει στη διατήρηση της επιχειρήσεως και στην προστασία της πλειοψηφίας, θέτει λιγότερες προϋποθέσεις και προβλέπει σαφώς ελαστικότερη διαδικασία", προκειμένου (κατ' εφαρμογήν του νέου άρθρου) να ταχθεί προθεσμία για την προσκόμιση εγγράφων, την παροχή διευκρινίσεων ή την τροποποίηση της συμφωνίας εξυγιάνσεως και όχι το ως άνω άρθρο, όπως τούτο ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεως του, κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης (εκκαλουμένης) αποφάσεως, το οποίο εφάρμοσε, παρά το νόμο.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως και η πρώτη αναιρεσείουσα εκθέτει, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεσή της και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Σύμφωνα, επομένως, και με όσα προαναφέρθηκαν, όφειλε να εφαρμόσει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία, όπως εξ αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) προκύπτει, δημοσιεύθηκε στις 18.6.2015, με συνέπεια εφαρμοστέα διάταξη να είναι το ως άνω άρθρο, όπως ίσχυε μέχρι και την τροποποίησή του με το νόμο 4013/2011 (ΦΕΚ Α' 204/15.9.2011), ενόψει του ότι η ισχύς του επόμενου νόμου 4336/2015 άρχισε από τη δημοσίευσή του, που έλαβε χώρα στις 14.8.2015, δηλαδή, το νέο τροποποιημένο άρθρο δεν ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του ΠτωχΚ προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτωχεύσεως απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, άρα και η ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 1 ν. 2190/1920) που χαρακτηρίζεται έμπορος κατευθείαν από το νόμο με βάση το "τυπικό" σύστημα εμπορικότητας.
Παύση πληρωμών, κατά την έννοια του νόμου, συνιστά όχι οποιαδήποτε μη πληρωμή του εμπόρου, αλλά η μη πληρωμή ληξιπρόθεσμων, δηλαδή, εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών, χρηματικών χρεών του, η οποία έχει το χαρακτήρα της γενικότητας και της μονιμότητας και υποδηλώνει συγχρόνως νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κινήσεως ή αθεράπευτο κλονισμό της πίστεως του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, με συνέπεια να μην είναι αρκετή η διαπίστωση της απλής ελλείψεως ρευστότητας εκ μέρους του οφειλέτη.
Η εν λόγω μη πληρωμή προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί κατά τις περιστάσεις και από τη μη πληρωμή ενός μόνο χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας (Α.Π. 1357/2019, Α.Π. 829/2003).
Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζητήσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως. Η κατ' αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτωχεύσεως, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του.
Προϋπόθεση, επομένως, για την παύση πληρωμών, με την έννοια της αδυναμίας πληρωμής από τον οφειλέτη είτε λίγων μόνο χρεών είτε και ενός μόνου χρέους, αποτελεί η διάγνωση της σημασίας ή του χαρακτήρα της αδυναμίας αυτής ως "μόνιμης και γενικής". Έτσι, η διάγνωση της παύσεως των πληρωμών απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο θα στηριχθεί στα πραγματικά εκείνα γεγονότα που αποδεικνύουν την ιδιαίτερη θέση του οφειλέτη, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο και όχι απλώς παροδικά, τις χρηματικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει.
Στην απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου που κηρύσσει την πτώχευση προσδιορίζεται, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 ΠτωχΚ, ως απαραίτητο στοιχείο, ώστε να είναι εφικτός ο υπολογισμός της ύποπτης περιόδου, η ημέρα της παύσεως των πληρωμών με τους επιβαλλόμενους, με το άρθρο αυτό, χρονικούς προσδιορισμούς (Α.Π. 1357/2019, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 876/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 του ίδιου νόμου, το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, εάν αποδειχθεί ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά. Καταχρηστική είναι η αίτηση ιδίως, εάν ο πιστωτής την χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποιήσεως ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την πτώχευση, ως θεσμό συλλογικής εκτελέσεως, καθώς και εάν ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.Α.Π. 10/2011,7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ.Α.Π. 15/2006).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η διάδικος ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΑΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το διακριτικό τίτλο "Α.Κ.Τ.Ε.Ρ. Α.Τ.Ε." και έδρα τα Χανιά, συστάθηκε νομότυπα την 1-10-1998 (ΦΕΚ 7777/1-10-1998 ΤΑΕ- ΕΠΕ).
Η εταιρία έχει ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας κυρίως την ανάληψη και κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών, τεχνικών και άλλων οικοδομικών, έργων. Πρόκειται ωστόσο στην πραγματικότητα για μικρή ανώνυμη εταιρία του ν. 3607/2007. Ο διάδικος Α. Κ. του Ν., κάτοικος …, είναι Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και κύριος μέτοχός της.
Η εταιρία αρχικά λειτουργούσε παραγωγικά, είχε αναπτύξει έντονη εμπορική δραστηριότητα στον κατασκευαστικό τομέα, απασχολούσε αρκετά μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ήταν συνεπής στις πληρωμές της προς τρίτους και είχε μεγάλη φερεγγυότητα στην αγορά. Από το έτος, ωστόσο, 2008 και μετά άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομική δυσχέρεια.
Η οικονομική κρίση που εμφανίσθηκε τότε στη Χώρα επέφερε μεγάλη μείωση του κύκλου εργασιών της. Η οικοδομική δραστηριότητα περιορίσθηκε σημαντικά και πολλά από τα ακίνητα που είχε κατασκευάσει μένουν ακόμη και σήμερα αδιάθετα. Η εταιρία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπερατώσει δημόσια και άλλα έργα που είχε αναλάβει, επειδή και το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να είναι συνεπές στην εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων έναντί της.
Η εταιρία για το λόγο αυτό σταμάτησε τελικά να αναλαμβάνει την κατασκευή δημοσίων έργων, αδυνατούσε να καταβάλλει στους εργαζομένους της δεδουλευμένους μισθούς και άλλες αποδοχές, δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές υποχρεώσεις σε προμηθευτές της, δεν κατέβαλε ασφαλιστικές εισφορές σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και, τέλος, όφειλε και μεγάλα χρηματικά ποσά στο Δημόσιο από φόρους και συναφείς αιτίες.
Η εταιρία, ενδεικτικά, στις 30.11.2014 όφειλε σε πιστωτές της ποσό 56.721.627,85 ευρώ. Η ίδια εταιρία ομολογεί στην από 27.2.2015 και αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 20/27.2.2015 αίτησή της ότι "(......) είναι βέβαιο ότι στο άμεσο μέλλον η εταιρεία δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει τις ήδη ληξιπρόθεσμες οφειλές της κατά τρόπο γενικό (......)".Η οικονομική αυτή κατάσταση της εταιρίας ανάγκασε είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον υπαλλήλους της (οδηγούς, χειριστές μηχανημάτων κ.λπ.) να αιτηθούν τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της για να εξασφαλίσουν με τον τρόπο αυτό προσωρινά απαιτήσεις τους εναντίον της συνολικού ποσού 350.000 Ευρώ (βλ.
τις υπ' αριθμό 85/2010 και 288/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων). Πολλοί προμηθευτές της εταιρίας πέτυχαν να εκδοθούν σε βάρος της τουλάχιστον σαράντα τέσσερις (44) διαταγές πληρωμής για αξιώσεις τους συνολικού ποσού 2.547.313,45 Ευρώ (βλ.
τους εκτελεστούς τίτλους που προσκομίζονται). Οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, με το διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "EFG EUROBNK ERGASIAS Α.Ε." και οι κοινές ανώνυμες εταιρίες, με το διακριτικό τίτλο "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ Α.Ε.", "Ν. Κ. Θ. ΑΕΒΕ" ενέγραψαν στα ακίνητα της εταιρίας προσημειώσεις υποθήκης για να εξασφαλίσουν απαιτήσεις τους εναντίον της από συμβάσεις πώλησης, συνολικού ποσού 37.643.251 Ευρώ.
Οι ίδιες ανώνυμες εταιρίες και πολλά άλλα φυσικά πρόσωπα σύστησαν νομότυπα ενέχυρο σε κινητά της για απαιτήσεις τους, συνολικού ποσού 1.940.000 Ευρώ. Οι εμπορικές εταιρίες, με τους διακριτικούς τίτλους "Κ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.". "Γ. ΑΕΒΕ", "ΣΙΔΗΡΟΜΠΕΤΟΝ ΕΠΕ" και "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." επέσπευσαν διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ακινήτων της εταιρίας για να ικανοποιήσουν μέρος έστω των αξιώσεών τους εναντίον της (βλ.
ενδεικτικά τις υπ' αριθμό …/2010, …/2011 και …/2011 περιλήψεις εκθέσεων αναγκαστικής εκτελέσεως ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Γ. Β.). Η ανώνυμη εταιρία, με το διακριτικό τίτλο "ΛΑΧΟΡ Α.Ε." έχει βεβαιωμένη χρηματική απαίτηση κατά της εταιρίας, ποσού 200.835,17 Ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων (βλ.
τις υπ' αριθμ. 461/2010 και 487/2010 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, οι οποίες ομολογείται ότι απέκτησαν ήδη ισχύ δεδικασμένου). Η πιστώτρια αυτή της καθ' ης η αίτηση πτώχευσης ενέγραψε σε ακίνητά της προσημειώσεις υποθήκης για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση της απαίτησής της κατά της καθ' ης.
Η ίδια εταιρία θεωρείται ως μεγαλοφειλέτης του Δημοσίου (βλ. και το φύλλο της 9-9-2011 της εφημερίδας "Χανιώτικα Νέα"). Πιθανολογείται, επομένως, ότι η καθ' ης η αίτηση πτώχευσης οφείλει σε πιστωτές της συνολικό ποσόν 56.786.504,26 Ευρώ. Η "ΑΚΤΕΡ Α.Ε." περιήλθε από τις μεγάλες αυτές οφειλές της σε αδυναμία να λάβει φορολογική ενημερότητα από την αρμόδια διοικητική αρχή, η οποία μάλιστα στέρησε από αυτή και την εργοληπτική της ικανότητα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορεί πλέον να εξακολουθήσει την εμπορική της δραστηριότητα και να ανακάμψει με τον τρόπο αυτό οικονομικά. Η εμπορική μάλιστα πίστη της στην αγορά κλονίσθηκε ανεπανόρθωτα και η πιστοληπτική της ικανότητα εκμηδενίσθηκε. Η αδυναμία της, επομένως, να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι τρίτων είναι γενική, μόνιμη, μη αναστρέψιμη και προφανής.
Ο Α. Κ. του Ν., μάλιστα, κάτοικος Χανίων, Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και εγγυητής της εταιρίας για χρέη της προς τρίτους, θορυβήθηκε από την κακή αυτή οικονομική της κατάσταση και έσπευσε ήδη από τον Απρίλιο του έτους 2009 να μεταβιβάσει με γονική παροχή την κυριότητα οικίας του, στην Αθήνα, στην ανήλικη τρίχρονη κόρη του.
Η μεταβίβαση όμως αυτή - μετά από αγωγή πιστωτή της καθ' ης η αίτηση - διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική με την υπ' αριθμ. 172/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.31/2017 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου. Οι ίδιες δικαστικές αποφάσεις έκριναν διηγηματικά ότι η καθ' ης η αίτηση αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική δυσπραγία.
Είναι βέβαια αληθές ότι η καθ' ης η αίτηση πτώχευσης κατέβαλε από το έτος 2012 έως και το έτος 2014 σε εργαζομένους, προμηθευτές και άλλους πιστωτές της συνολικό ποσόν 1.958.515,14 Ευρώ. Η εταιρία, ωστόσο, κατέβαλε τα ποσά αυτά - και σε συγκεκριμένους μάλιστα δανειστές της - επειδή είχε πρόθεση να μην κηρυχθεί μελλοντικά σε πτώχευση [......].
Το ποσόν αυτό μάλιστα προέρχεται από κεφάλαια που είχε στη διάθεσή της από συμμετοχή της ως μέτοχος σε άλλη μικρή ανώνυμη κατασκευαστική εταιρία που αναλαμβάνει δευτερεύοντα σε σημασία έργα και όχι από την ανάπτυξη προσωπικής της παραγωγικής εμπορικής δραστηριότητας, όπως αβάσιμα επικαλείται. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον ισολογισμό της χρήσης του έτους 2012 (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 4911/23-5-2014) προκύπτει ότι κατά τη χρήση του έτους 2011 πραγματοποίησε μικτά αποτελέσματα ποσού -633.537,73 Ευρώ και καθαρά αποτελέσματα (ζημίες) ποσού -2.327.952,24 Ευρώ.
Τα ίδια αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα εμφάνιζε και στις μεταγενέστερες χρήσης των ετών 2013, 2014 και 2015. Η ίδια εταιρία το έτος 2014 είχε μάλιστα μεγαλύτερο παθητικό από το προηγούμενο έτος, γεγονός που αναιρεί πλήρως τον ισχυρισμό της ότι είναι βιώσιμη. Η καθ' ης η αίτηση πτώχευσης στηρίζει ωστόσο τον ισχυρισμό της αυτό ότι η οικονομία της Χώρας θα ανακάμψει στο μέλλον, χωρίς, ωστόσο, να προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσον, το οποίο μπορεί με ασφάλεια να οδηγήσει στη συγκεκριμένη παραδοχή.
Οι διάδικοι περαιτέρω δεν αμφισβητούν ότι η καθ' ης η αίτηση πτώχευσης έχει δικαίωμα κυριότητας σε ακίνητο που στέγαζε τα γραφεία της και το οποίο βρίσκεται στην περιοχή ... και στο οικόπεδό του, όπως και σε δύο (2) άλλα ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή "..." και τα οποία χρησιμοποιούσε ως αποθηκευτικούς χώρους.
Η συνολική αγοραστική αξία των ακινήτων ανέρχεται σε ποσό τουλάχιστον 500.000 Ευρώ, το οποίο είναι ικανό να καλύψει τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η περιέλευση της καθ' ης η αίτηση σε κατάσταση πτώχευσης θα διασφαλίσει τη σύμμετρη ικανοποίηση μέρους έστω των αξιώσεων όλων των πιστωτών της εταιρίας και όχι μερικών από αυτούς.
Η αιτούσα, εξάλλου, δεν ζητεί την πτώχευση της καθ' ης με σκοπό να επιτύχει την ικανοποίηση μόνο των δικών της αξιώσεων από την καθ' ης, επειδή σε τέτοια περίπτωση θα επέλεγε να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της. Η αίτηση, επομένως, να κηρυχθεί η "Α.Κ.Τ.Ε.Ρ. Α.Τ.Ε." σε κατάσταση πτώχευσης δεν είναι και μάλιστα προφανώς καταχρηστική, όπως αβάσιμα επικαλείται η καθ' ης.
Πιθανολογείται επομένως ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το διακριτικό τίτλο "Α.Κ.Τ.Ε.Ρ. Α.Τ.Ε." και έδρα τα Χανιά βρίσκεται από 31-12-2010 και εφεξής σε μόνιμη γενικά αδυναμία πληρωμής όλων των ληξιπρόθεσμων εμπορικών της χρεών. Η κατάστασή της μάλιστα αυτή δεν πρόκειται να αναστραφεί στο μέλλον.
Η αντίληψη μάλιστα που επικρατεί στην κατασκευαστική αγορά του Νομού Χανίων είναι ότι πρόκειται πλέον για πτωχή εταιρία. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η από 20-5-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 32/20-5-2011 αίτηση που κατέθεσε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Λατομεία Χορδακίου Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΛΑΧΟΡ Α.Ε." και έδρα τα Χανιά με αίτημα να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. [........]".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 13.7.2016 έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, τη διακράτηση και την εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 20.5.2011 αίτησή της (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και κήρυξε την ήδη πρώτη αναιρεσείουσα σε κατάσταση πτωχεύσεως, ορίζοντας ως χρόνο παύσεως των πληρωμών της την 31.12.2010 (περί του χρόνου παύσεως των πληρωμών, αναλυτικά παρακάτω).
Οι παραπάνω αναφερόμενες ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές: α) ότι το ύψος των οφειλών της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, στις 30.11.2014, ανερχόταν στο υπέρογκο ποσό των 56.721.627 ευρώ, β) ότι τουλάχιστον 24 εργαζόμενοι σ' αυτήν αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της, για την εξασφάλιση απαιτήσεών τους, συνολικού ύψους 350.000 ευρώ, γ) ότι έχουν εκδοθεί σε βάρος της 44 διαταγές πληρωμής, συνολικού ύψους 2.547.313 ευρώ, δ) ότι έχουν εγγραφεί σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της προσημειώσεις υποθήκης, για την εξασφάλιση απαιτήσεων, συνολικού ύψους 37.643.251 ευρώ, ε) ότι έχουν συσταθεί ενέχυρα επί των κινητών περιουσιακών της στοιχείων, για εξασφάλιση απαιτήσεων, συνολικού ύψους 1.940.000 ευρώ, στ) ότι τέσσερις (4) εμπορικές εταιρίες έχουν επισπεύσει διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως ακινήτων της, για την ικανοποίηση μέρους των αξιώσεών τους εναντίον της, ζ) ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη έχει βεβαιωμένη χρηματική απαίτηση κατ' αυτής, ύψους 200.835,17 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και έχει εγγράψει σε ακίνητά της προσημείωση υποθήκης, η) ότι θεωρείται μεγαλοφειλέτης του Δημοσίου, θ) ότι εξ αιτίας των μεγάλων οφειλών της περιήλθε σε αδυναμία να λάβει φορολογική ενημερότητα από την αρμόδια διοικητική αρχή, ι) ότι έχει απολέσει την εργοληπτική της ικανότητα, ια) ότι ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Α.
Κ. και εγγυητής της για χρέη της προς τρίτους, έσπευσε να μεταβιβάσει με γονική παροχή την κυριότητα οικίας του, στην Αθήνα, στην ανήλικη (τριών (3) ετών τότε) θυγατέρα του, μεταβίβαση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική, δυνάμει της καταστάσας ήδη τελεσίδικης υπ' αριθμ. 172/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ιβ) ότι οι καταβολές, στις οποίες αυτή προέβη κατά το χρονικό διάστημα από 2012 έως 2014 σε εργαζόμενους, προμηθευτές και σε άλλους πιστωτές της, συνολικού ύψους 1.958.515,14 ευρώ, έλαβαν χώρα, προκειμένου να αποφύγει την κήρυξή της σε πτώχευση, καθώς επίσης και ότι η πηγή προελεύσεως των εν λόγω χρηματικών ποσών ήταν όχι η προσωπική της παραγωγική εμπορική δραστηριότητα, αλλά εξ αιτίας της συμμετοχή της, ως μετόχου, σε άλλη μικρή ανώνυμη κατασκευαστική εταιρία, που αναλαμβάνει δευτερεύοντα σε σημασία έργα και ιγ) ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ζήτησε την πτώχευση της ήδη αναιρεσείουσας για να επιτύχει την ικανοποίηση μόνο των δικών της αξιώσεων, καθ' όσον σε μια τέτοια περίπτωση θα επέλεγε να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της, δικαιολογούν την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η μη πληρωμή των εκκαθαρισμένων και απαιτητών εμπορικών οφειλών της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας δεν είναι απότοκος κάποιας πρόσκαιρης ταμειακής δυσχέρειας ή μιας παροδικής διαταραχής του ρυθμού των πληρωμών της, αλλά οφείλεται στο ότι αδυνατεί κατά τρόπο γενικό και μόνιμο να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της.
Ακόμη δικαιολογούν την παραδοχή του Εφετείου περί της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως με βάση αντικειμενικά διαπιστώσιμες εκδηλώσεις οικονομικής δυσπραγίας και όχι ως μέσο πιέσεως και υποκαταστάσεως της διαδικασίας της ατομικής αναγκαστικής εκτελέσεως, ούτε υπό συνθήκες που θα την καθιστούσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο καταχρηστική.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το νοηματικά πρώτο σκέλος τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Εξ άλλου, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σε σχέση με τις παραδοχές του για μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της πρώτης αναιρεσείουσας και περί του ότι η ένδικη αίτηση περί κηρύξεως της πρώτης αναιρεσείουσας σε κατάσταση πτωχεύσεως δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με επάρκεια το πραγματικό των εφαρμοστέων, κατά τα προεκτεθέντα, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 και 6 παρ. 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους και οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος, κατά το νοηματικά δεύτερο σκέλος τους, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμοι.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις των λόγων αυτών είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας και σε κάθε περίπτωση οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη της πρώτης αναιρεσείουσας, ανάλυση των αποδείξεων.
Επίσης πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι παρά το νόμο όρισε ως χρόνο παύσεως των πληρωμών της στις 31.12.2010, δηλαδή 8 και πλέον έτη πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, υπό την έννοια ότι ναι μεν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3588/2007, η ημέρα παύσεως των πληρωμών δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κηρύξεως της πτωχεύσεως, ο ορισμός όμως της ανωτέρω ημερομηνίας ως χρόνου παύσεως των πληρωμών δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλομένης αποφάσεως, δοθέντος ότι ως χρόνος παύσεως των πληρωμών λαμβάνεται υπόψη, εν προκειμένω, ο προβλεπόμενος από την προαναφερθείσα διάταξη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και εβδόμου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, εκτός του δευτέρου τούτων, ο οποίος παρέστη δια δηλώσεως, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, και, συνεπώς, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.1.2020 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 1/2020 αίτηση για αναίρεση της 19/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και εβδόμου των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ