Supreme Court partially allows appeal against insurance company but dismisses it against car rental firm.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding damages for a car accident. While the appeal against the insurance company was accepted due to a procedural error in the lower court's handling of the claim, the appeal against the car rental company was dismissed as inadmissible because the company's liability was limited to the car's value. Consequently, the case was remitted for further examination regarding the insurance company's liability, while costs were assigned to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine sua sponte the legality of summons when an opposing party fails to appear, and an appeal is partially admissible only against specific defendants if the lower court's decision contains errors affecting only those parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 684/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ρ. του Ι., κατοίκου ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τάντση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εμπορικής και τουριστικής εταιρείας εκμισθώσεως οχημάτων με την επωνυμία "………" και το διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στο ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "………….", που εδρεύει στη ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4415/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1821/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-4-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26-4-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.) τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με αριθμ. 1821/ 2015, το οποίο δέχθηκε την από 28-3-2012 έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 4415/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 20-7-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε (το Εφετείο) την προαναφερόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσία, δέχθηκε εν μέρει την από 20-7-2010 αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες-αναιρεσίβλητες να καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, της δεύτερης τούτων (εταιρεία με την επωνυμία "….") ευθυνομένης μέχρι του ποσού των 10.400 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κληθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. …../…../20..έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο της Αθήνας Ε. Κ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, κατά τα άρθρα 124 και 129 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη σειρά της, στην προκειμένη δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές ή αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, ήτοι αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους που επιτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου αλλά, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μία δίκαιη ισορροπία, ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια, να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό, για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξία του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της, ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος, από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ με την οποία ορίζεται: "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", προκύπτει ότι σκοπός αυτής είναι η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζόμενου ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση αναπηρίας ή παραμορφώσεώς του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο διότι, μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Άλλωστε την αρχή αυτή υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από το θεμελιακό του δικαίωμα, όπως από την ιδιοκτησία του (πρβλ.
Ολ.ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικαστήριο της ουσίας μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στις 17-8-2005, στη Λεωφόρο ……………, έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα εξαιτίας του οποίου ο ενάγων, οδηγός της υπ' αριθμ.
…… δίκυκλης μοτοσυκλέτας τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά. Επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 4305/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 28-1-2008 έφεσή του και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2749/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Η εν λόγω απόφαση ειδικότερα, έκρινε ότι το επίδικο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στις 17-8-2005 και περί ώρα 12.55' στον ……. και είχε ως συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, οδηγού της με αρ. …….. δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του, όταν συγκρούστηκε με το με αρ. κυκλ. …….. ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη, οφείλεται σε υπαιτιότητα κατά 60% του εναγομένου και κατά το υπόλοιπο ποσοστό στην συνυπαιτιότητα του ίδιου του ενάγοντος.
Κατά τα λοιπά, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5289/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι: "εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, ο ενάγων τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι, κυρίως.
Αμέσως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γιώργος Γεννηματάς", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα κρανίου και λιθοειδούς οστού αριστερά, θλάσεις εγκεφάλου με οίδημα, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά μετωποκροταφικά, κατάγματα πλευρών και κλείδας αριστερά, αιμοπνευμοθώρακα αριστερά, θλάσεις πνεύμονα, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια και κάκωση της θωρακικής αορτής.
Την επομένη, υποβλήθηκε σε κρανιοτομία δεξιά και αφαιρέθηκε το υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Στις 19-8-2005, διακομίστηκε στο νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", λόγω διαχωριστικού ανευρύσματος θωρακικής αορτής, το οποίο στις 20-8-2005 αντιμετωπίστηκε με τοποθέτηση ενδοαυλικού μοσχεύματος (stent). Μετά από λίγες ημέρες (24-8-2005), διακομίστηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου "Γεννηματάς", όπου νοσηλεύτηκε μέχρι 7-9-2005 και ακολούθως στη νευροχειρουργική κλινική του ίδιου νοσοκομείου έως 13-9-2005, οπότε εξήλθε με σύσταση να λαμβάνει φαρμακευτική αντιεπιληπτική αγωγή και να παρακολουθείται από τα εξωτερικά ιατρεία.
Στις 5-10-2005, εξετάστηκε από χειρουργό-οφθαλμίατρο του Νοσοκομείου Αθηνών "ΕΛΠΙΣ", η οποία διαπίστωσε ότι έπασχε από πάρεση του έξω ορθού, εσωτροπία, οφθαλμικό ραιβόκρανο και για αυτό του συνέστησε την αγορά ειδικών γυαλιών. Λίγο αργότερα, στις 19-10-2005, μετά από αξονική τομογραφία εγκεφάλου και μεσοθωρακίου, που διενεργήθηκαν στο νοσοκομείο "Γεννηματάς", διαπιστώθηκαν μετεγχειρητικά ευρήματα κρανιοτομής μετωποκροταφικά δεξιά, μετεγχειρητικές αλλοιώσεις σύστοιχα και αύξηση των διαστάσεων του κοιλιακού συστήματος.
Επιπλέον, από το ατύχημα υπέστη και σοβαρές βλάβες στην οδοντοστοιχία του για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποβληθεί σε πολλαπλές οδοντιατρικές θεραπείες. Στις 20-2-2006, εισήλθε πάλι στο νοσοκομείο "Γεννηματάς", όπου υποβλήθηκε σε νευροχειρουργική επέμβαση για την κάλυψη του οστικού ελλείμματος του κρανίου (κρανιοπλαστική) και εξήλθε στις 22-2-2006.
Λόγω της άνω κατάστασης της υγείας του με την με αρ. 1375/3-3-2006 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος, κρίθηκε ανάπηρος, σε ποσοστό 80%, για το χρονικό διάστημα από 12.9.2005 έως 31.12.2007 και για το λόγο αυτό του απονεμήθηκε σύνταξη αναπηρίας. Στις 10-5-2009, λόγω γενικευμένης επιληπτικής κρίσης, εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου η αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε τα ίδια ως άνω μετατραυματικά ευρήματα ενώ από τότε δεν παρουσίασε άλλη.
Με αυτά τα δεδομένα προκύπτει ότι η κύρια βλάβη της υγείας του και η από αυτήν αναπηρία, για την οποία έλαβε σύνταξη από το ΙΚΑ, είναι η κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Για το λόγο αυτό, είναι και αυτός συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του, σε ποσοστό 20%, διότι δεν φορούσε κράνος, κατά τον βάσιμο, εν μέρει, σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων.
Περαιτέρω, όσον αφορά την παρούσα κατάσταση της υγείας του πρέπει να αναφερθούν τα εξής. Σύμφωνα με τον διορισμένο από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα, ο οποίος τον εξέτασε στις 16-2-2011, ο ενάγων παρουσιάζει μεγάλη έκπτωση των ανωτέρων νοητικών λειτουργιών του (μνήμη, προσοχή, συγκέντρωση, κρίση) και σοβαρές διαταραχές του συναισθήματος, τα οποία οφείλονται στην απώλεια και καταστροφή εγκεφαλικού ιστού στις περιοχές των μετωπιαίων και κροταφικών λοβών.
Παρουσιάζει κρίσεις επιληψίας, για τις οποίες λαμβάνει κατάλληλη αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, έχει αστάθεια στη βάδιση και δεν μπορεί να οδηγήσει, ούτε να εργαστεί. Επίσης, εξαιτίας του αορτικού μοσχεύματος παρουσιάζει ταχυκαρδίες, εύκολο λαχάνιασμα και χρήζει τακτικής παρακολούθησης από καρδιολόγο.
Λόγω δε των άνω προβλημάτων της υγείας του, ο πραγματογνώμονας γνωματεύει, ότι έχει καταστεί εφόρου ζωής ανάπηρος, σε ποσοστό 80% και ανίκανος παντελώς, εφόρου ζωής, να ασκήσει κάθε επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένου και αυτού, που ασκούσε προηγουμένως, ήτοι του διανομέα τροφίμων και σερβιτόρου σε κατάστημα εστίασης...".
Τα ανωτέρω περιστατικά καλύπτονται από το δεδικασμένο που θεμελιώνεται στην ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων κατά τη διάγνωση της έννομης σχέσης στην οποία, στην παρούσα δίκη, επιχειρεί ο ενάγων να θεμελιώσει την εκ μέρους του προβαλλόμενη αξίωση καταβολής αποζημιώσεως.
Σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν, προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 931 ΑΚ είναι η από την άδικη πράξη, πρόκληση αναπηρίας, να ασκεί επίδραση στην επαγγελματική, κοινωνική και οικογενειακή εξέλιξη του παθόντα. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, ήταν ένας νέος 27 ετών υγιέστατος, με όρεξη για ζωή και εργασία και ξαφνικά, εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, βρέθηκε με βαριά αναπηρία, η οποία έχει επηρεάσει τα μάτια του, την άρθρωσή του, αφού δε μιλάει πια με ευκρίνεια, δυσκολεύεται στις συνεννοήσεις του για απλά, καθημερινά θέματα, ακόμη και με τους γονείς του και τη σύζυγό του, λόγω των προβλημάτων από την κρανιοεγκεφαλικη κάκωση, αλλά και των επιληπτικών κρίσεων, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να ζει ήρεμα, να μην κουράζεται, να μην εκτίθεται σε κινδύνους.
Εξάλλου δεν έχει πλέον τις ίδιες ευκαιρίες στη ζωή, όπως οι υγιείς άνθρωποι στην ηλικία του, ούτε τη δύναμη να αγωνισθεί για να κερδίσει τις ευκαιρίες αυτές. Λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας του, ο ενάγων αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος για την οικογένειά του και βιώνει μεγάλο ψυχικό άλγος, άγχος και ταλαιπωρία.
Οπωσδήποτε η αναπηρία του επιδρά στο μέλλον του, ήτοι, όχι μόνο στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη αλλά και στην κοινωνική, οικογενειακή και εν γένει προσωπική του εξέλιξη. Ως εκ τούτου πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ. Λαμβανομένου δε υπόψιν και του ποσοστού συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του και των εξ αυτού απορρεόντων προβλημάτων υγείας του, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως αποζημίωση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο στην προκειμένη περίπτωση...".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας το ποσό της πρόσθετης εκ του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικής παροχής, στο ποσό των 20.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αλλά και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή του να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Κατ' ακολουθίαν ο συναφής πρώτος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 931 του ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επεδίκασε σ' αυτόν, για την προεκτειθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική, αλλά και την περί δικαίου συνείδηση υπολείπεται καταφανώς του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις, αν ληφθούν υπόψη ιδίως το είδος και οι συνέπειες της αναπηρίας του και της ηλικίας του, πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, δεύτερου και τρίτου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες:
α) από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι έλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αναπηρίας που δέχθηκε ότι προξενήθηκε σ' αυτόν από το ένδικο ατύχημα και β) με τον τρίτο λόγο, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αφού οι πλημμέλειες αυτές αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου (πρώτου) που έγινε δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και όχι κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "……." και με τον διακριτικό τίτλο "…", να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον αναιρεσείοντα και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως προς το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο πρώτος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί, ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τις παραδοχές της (απόφασης), περιορίσθηκε μέχρι την αξία του αυτοκινήτου (άρθρ. 4 του ΓΠΝ/1911), ήτοι κατά το ποσό των 10.400 ευρώ, κατά παραδοχή σχετικής ένστασής της, και συνεπώς μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα παραπάνω, η ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν μπορεί να ανέλθει σε μεγαλύτερο ποσό, εφόσον η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, η αναίρεση που στρέφεται κατ' αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης) πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα την αναίρεση (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά από την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν επιδικάζονται, αφού αυτή δεν παρέστη και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 26-4-2018 αίτηση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 1821/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "……" και τον διακριτικό τίτλο "….".
Αναιρεί την ίδια ως άνω απόφαση, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία: "……………".
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και
Καταδικάζει την παραπάνω δεύτερη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ