Supreme Court allows appeal against tax authority's seizure due to procedural error in debt announcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the tax authority's seizure request. The tax authority argued the debt announcement was insufficient, while the Court of Appeal found it vague and procedurally flawed. The Court ruled that the announcement contained all necessary elements and the substantive validity could be proven via public tax records, establishing a procedural error in the lower court's dismissal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216, 224, 527, 529, 559, 580, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The lower court erred in dismissing a seizure request when the creditor's debt announcement contained sufficient elements and the substantive validity could be established through public documents admissible under Article 529.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 684/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Μοσχάτου Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3698/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5107/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26/7/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 7/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5107/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 17/10/2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 3698/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 21-5-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία μεταρρυθμίσθηκε ο υπ' αρ. .../2007 πίνακας κατάταξης δανειστών της συμβ/φου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου, απεβλήθη το αναιρεσείον για ποσό 14.320,61 ευρώ και στη θέση του κατετάγη η αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 972§1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.
Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρ. 118 ΚΠολΔ (ΑΠ 1349/2011). Ειδικότερα η αναγγελία αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή και στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρο 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.
Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.
Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι έτσι άκυρο, κατά το άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης, όταν η αοριστία προκαλεί σ' αυτόν που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις.
Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για αναγγελία, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ (ΑΠ 387/2001, 119/2003), αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (ΟλΑΠ 1 και 2/2010, ΑΠ 1349/2011).
Η αναγγελία, ειδικότερα, του Δημοσίου σε πλειστηριασμό επισπευδόμενο από τρίτο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 55§1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), κατά τις οποίες ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ. χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, περιλαμβάνει δε ο πίνακας αυτός το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (ΑΠ 1087/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, της από 21-5-2007 ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και του .../2007 πίνακα κατάταξης, της 3673/2007 αναγγελίας μετά του πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Μοσχάτου και της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευσε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ" κατά του οφειλέτη της Ε.
Ε., αναγγέλθηκε το Ελληνικό Δημόσιο για χρέη του οφειλέτη βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. Μοσχάτου, ποσού 34283,17 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, όπως τα χρέη αυτά από Φ.Π.Α. και πρόστιμο Φ.Π.Α. περιγράφονται στον συνημμένο στην υπ' αριθ. 3673/1.3.2007 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Μοσχάτου πίνακα χρεών, ο οποίος μαζί με την αναγγελία επιδόθηκε στην υπάλληλο επί του πλειστηριασμού.
Στο έγγραφο της αναγγελίας, αναφέρεται το όνομα του οφειλέτη Ε. Ε. και παραπλεύρως αυτού ο Α.Φ.Μ. ..., ενώ στον συνημμένο στην αναγγελία ταυτόχρονο πίνακα χρεών εμφανίζεται ατομικά ο ίδιος Ε. Ε. για το ποσό των 19.962,56 ενώ υπό τον προαναφερθέντα Α.Φ.Μ. του και υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής, νομικού προσώπου κατά το ποσό των 14.320,61 ευρώ αλλά και ο Α.Φ.Μ. 093646544.
Ωστόσο, αν και δεν διευκρινίζεται ο Α.Φ.Μ. αυτός, και ποιά εταιρεία αφορά, η αναγγελία ωστόσο, περιέχει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία, ως και τα ποσά που στην προκειμένη περίπτωση καθιστούν την αναγγελλία επαρκώς ορισμένη για τον σκοπού που αυτή έγινε.
Ειδικά ως προς την αμφισβητηθείσα από την αναιρεσίβλητη με την ανακοπή της αναγγελθείσας επί μέρους απαίτησή του αναιρεσείοντος του ποσού 14.132,61 ευρώ. Περαιτέρω, από την παραδεκτή και επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Το εκκαλούν , Ελληνικό Δημόσιο, πράγματι στην αναγγελία του δεν μνημονεύει στοιχεία σχετικά με τον προσδιορισμό του νομικού προσώπου (επωνυμία, νομική μορφή κλπ.) για τα χρέη της οποίας φέρεται σ' αυτή ως οφειλέτης ο Ε.
Ε., για να κριθεί εντεύθεν, εάν υφίσταται πράγματι πρόσθετη προσωπική υποχρέωση αυτού για τα άνω χρέη ως εκ της φερόμενης σ' αυτή ιδιότητας του ως διαχειριστή. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, δεν επικαλέσθηκε αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την απαίτηση του και κατά του Ε. Ε., μετά και την άνω αμφισβήτηση με την ανακοπή εκ μέρους της εφεσίβλητης, με τις έγγραφες προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μέχρι την οποία ήταν δυνατή, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, η εκ μέρους του επίκληση αυτών και ούτε προσκόμισε μέχρι τότε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξή τους.
Για πρώτη φορά με την υπό κρίση έφεση του επικαλείται ότι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ Μοσχάτου αναγγέλθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για τις άνω προνομιακές και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του σε βάρος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε", της οποίας ο οφειλέτης τυγχάνει ομόρρυθμο μέλος της και ευθύνεται αλληλέγγυος και εις ολόκληρον για τα χρέη της , χωρίς, σημειωτέον, να προσκομίζει και αποδεικτικά στοιχεία προς τούτο.
Η επίκληση όμως μετά την πρώτη συζήτηση της άνω ανακοπής και συγκεκριμένα για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, των περιστατικών αυτών , τα οποία αποτελούν τα θεμελιωτικά στοιχεία της απαιτήσεως του κατά του οφειλέτη Ε. Ε. και όχι μέσα επίθεσης και άμυνας , ώστε να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτη σύμφωνα με τα άρθρα 216 και 224 Κ.Πολ.Δ. ...".
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι στην παραπάνω αναγγελία η περιγραφή της απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι αόριστη, με συνέπεια, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, να αρνηθεί με βάση την παραπάνω αναγγελία τη μεταρρύθμιση, του υπ' αριθ. .../2007 πίνακα κατάταξης, έσφαλε και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφού όπως προεκτέθηκε η αναγγελία περιλαμβάνει με επάρκεια όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να επιτελέσει τον σκοπό της, η δε ουσιαστική βασιμότητα της αναγγελθείσας απαίτησης μετά την αμφισβήτησή της μπορούσε να προκύψει από δημόσια έγγραφα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.
παραδεκτά προσκομιζόμενα για πρώτη φορά και στο Εφετείο κατά τη διάταξη του αρθ. 529 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της εξετάσεως των λοιπών λόγων αυτής (αναίρεσης) από τους αριθμούς 11 και 14 του ίδιου άρθρου. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί υπό άλλη σύνθεση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη που ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του στην αίτηση αναίρεσης (άρθρο 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στο οποίο όμως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Παρέδρου του ΝΣΚ, θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22§§1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5§12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5107/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ