Legislator Case Law & Legislation
684/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land expropriation decision citing lack of substantive law violation.

Case Number 684/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Holy Monastery of Saint Dionysius against a final expropriation decision. The monastery argued for a price determination and challenged the lower court's reasoning regarding the land's status and military necessity. The court rejected these claims as they did not constitute a violation of substantive law under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; Art. 183 KPolD: An appeal is admissible only if a substantive legal rule is violated, and arguments based on irrelevant or unsupported subsidiary grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
substantive law violation expropriation decision appeal admissibility irrelevant grounds civil procedure code monetary compensation land ownership

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 559 no. 4 KPolD
Art. 559 no. 9 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OL AP 7/2006
OL AP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 684 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 684/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου (Ν.Π.Δ.Δ.) που εδρεύει στο Λιτόχωρο Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπείται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπακώστα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών, και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 2. Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Αμύνης" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την Πάρεδρο του ΝΣΚ, Κωνσταντίνα Νασοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2009 (3297/4-9-2009) αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για απαλλοτριούμενο ακίνητο, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατόπιν εκδόσεως της 30/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.

Εκδόθηκε η απόφαση 1651/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου !93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δε μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος (παρ. 1), κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό (παρ. 2), η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη (παρ. 3), η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια...Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών (παρ. 4).

Η αναθεωρημένη ρύθμιση του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας (ΑΠ 524/10, ΑΠ 402/07). Οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 του νόμου 2882/2001, όπως το εδάφιο β' της πρώτης παραγράφου προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 2985/2002 που άρχισε να ισχύει από τη 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου), που ορίζεται ότι: " Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, ή σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου", και στην παρ. 2 που ορίζει ότι: "Ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη.

Επίσης, δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξ αιτίας αυτής.

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξη του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειροφορίας.

Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον και στις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 4 ορίζεται ότι "η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου επιτρέπεται μόνο υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 17, για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Διατηρείται πάντως η μορφή τους αμετάβλητη ως δασική". Στη συνέχεια, στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" ορίζεται ότι ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές) (παρ. 1), δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά (παρ. 2).

Στις διατάξεις του άρθρου 6 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Εις ας περιπτώσεις είναι απαραίτητον όπως προσδιορισθή η αξία δάσους ή δασικής εκτάσεως δι οιανδήποτε αιτίαν, ο προσδιορισμός ούτος ενεργείται επί τη βάσει της θέσεως, της μορφής και της συστάσεως ως και της τυχόν εις δασικά προϊόντα αποδόσεως του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, της ιδιοσυστασίας του εδάφους και των λοιπών φυσικών χαρακτηριστικών αυτού, λαμβανομένης υπ' όψιν της, κατά νόμον, αδυναμίας χρησιμοποιήσεώς του προς οικιστικούς σκοπούς ή άλλην εκμετάλλευσιν ξένην προς τον προσδιορισμόν αυτού.

Δια τον εν λόγω προσδιορισμόν δεν δύναται να ληφθούν υπ' όψιν συγκριτικά στοιχεία αναφερόμενα εις γειτονικάς οικοπεδικάς εκτάσεις ή έτερα στοιχεία εμφανίζοντα το δάσος ή την δασική έκτασιν, ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν. 2. Εφ' όσον, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, τμήματα δάσους ή δασικής εκτάσεως ήθελον διατεθή προς οικοδομικήν ή άλλην, πλην της δασοπονικής φύσεως, εκμετάλλευσιν και παρίσταται ανάγκη προσδιορισμού της αξίας αυτών, ταύτα εκτιμώνται ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν, βάσει της θέσεως εις ην ευρίσκονται και των λοιπών προσδιοριστικών της αξίας αυτών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και τα κατά το τελευταίον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δάσους ή δασικής έκτασης που ανήκει σε φυσικό ή ν.π.ι.δ. ή ν.π.δ.δ. στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του αρθ.117 παρ.4 του Συντάγματος με υποχρεωτική διατήρηση πάντως αμετάβλητης της δασικής μορφής του λαμβάνει υπόψη του τα αναφερόμενα στις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 998/1979 και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 γενικά κριτήρια προσδιορισμού αποζημίωσης.

Τα κριτήρια αυτά δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο (πρβλ.

ΑΠ 130/10, ΑΠ 1119/09). Όλα δε τα κριτήρια λαμβάνονται υπόψη μόνο στο μέτρο που παρέχουν στο δικαστήριο γενικά κριτήρια για να προσδιορίσει ελεύθερα την πλήρη, κατά το Σύνταγμα, αποζημίωση του απαλλοτριούμενου δάσους ή δασικής έκτασης, η οποία είναι η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου, κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Πάντως η προαναφερθείσα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 6 του ν.998/1979 δεν μπορεί να τύχει μεμονωμένα εφαρμογής ως τρόποι υπολογισμού της αποζημιώσεως ή της αξίας δάσους που απαλλοτριώνεται στο πλαίσιο εφαρμογής του αρθ.117 παρ.14 του Συντάγματος με υποχρεωτική διατήρηση αμετάβλητης της δασικής μορφής του, εφ' όσον η εφαρμογή της διάταξης αυτής της παρ.2 του άρθρου 6 προϋποθέτει διάθεση οποιασδήποτε μορφής εκτός του πεδίου αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για οικοδομική ή άλλη πλην της δασοπονικής φύσεως εκμεταλλεύσεως, ενώ κατά την προαναφερθείσα Συνταγματική επιταγή η απαλλοτρίωση δασικής εκτάσεως επιτρέπεται εφόσον υποχρεωτικά διατηρηθεί αμετάβλητη η δασική μορφή της.

Επομένως στην περίπτωση απαλλοτριώσεως δάσους υπέρ του Δημοσίου με τους ορισμούς του άρθρου 17 για λόγους δημόσιας ωφέλειας και με υποχρεωτική διατήρηση αμετάβλητου του δασικού χαρακτήρα, η αξία του απαλλοτριωθέντος δάσους δεν εκτιμάται υποχρεωτικά με κριτήρια μεμονωμένα οικοπεδικής αξίας αλλά με τα γενικά κριτήρια του αρθ.6 παρ.1 του ν.998/1979 και 13 παρ.1 του ν.2882/2001 συνεκτιμωμένου και κάθε πρόσφορου συγκριτικού στοιχείου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 110350817825/0010/6-12-2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Αμύνης, η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθμό (ΦΕΚ 189/21.12.2006) και διορθώθηκε όσον αφορά τον αριθμό πρωτοκόλου αυτής από το εσφαλμένο 103505817825/0010 στο ορθό 110350817825/0010 (ΦΕΚ 128/5.4.2007), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, σε έκταση 1.536.146,00 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "Ξηρόκαμπος - Μαλαθρίας" του Δήμου Λιτόχωρου του Νομού Πιερίας και εικονίζεται, με κλίμακα 1:5000, στο από μήνα Ιούνιο 2005 κτηματολογικό διάγραμμα, με στοιχεία ΥΣ30-ΥΣ31-ΥΣ32-ΥΣ33-ΥΣ34-ΥΣ1-ΥΣ2- ΥΣ423- ΥΣ423Α- ΥΣ424- ΥΣ35Α- ΥΣ36Α- ΥΣ37Α- ΥΣ38Α- ΥΣ39Α- ΥΣ40Α ΥΣ41Α-ΥΣ42Α-ΥΣ30, και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα ΓΥΣ/ΤΟΜΣ, τα οποία έχει συντάξει ο τοπογράφος - μηχανικός Α.

Β. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής του ΤΕΘΑ Υπτ/γος Η. Κ.). Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για κάλυψη στρατιωτικών αναγκών, και με δαπάνες του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, ενώ στην απαλλοτριούμενη έκταση προβάλλει δικαίωμα κυριότητας η αιτούσα. Βρίσκεται σε υψόμετρο 170 μ., στη θέση "Ξηρόκαμπος Μαλαθριάς", σε απόσταση 3,5 χλμ.

βόρεια του δ.δ. Λιτόχωρου, με το πλησιέστερο σημείο της έκτασης αυτής να απέχει 3,75 χλμ. από τη θάλασσα και 3,6 χλμ. από την εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, ενώ τα όρια της απαλλοτριούμενης περιοχής απέχουν από το πλησιέστερο σημείο με το δρόμο Λιτόχωρο - Δίον 700 μέτρα, περίπου. Τα διάδικα μέρη έχουν διάφορη γνώμη για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, υποστηρίζοντας οι καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντες ότι αυτή, λόγω και του χαρακτήρος αυτού ως δάσους, ανέρχεται στο ποσό των 0,10 ευρώ ανά τ.μ., και η αιτούσα - καθ' ης η ανταίτηση ότι αυτή, ως διαχωριζόμενη σε χορτολιβαδική, από 233.721,03 τ.μ., σε αγροτική, από 70.124,00 τ.μ., και σε δασική, από 1.232.300,97 τ.μ., ανέρχεται στο ποσό των 8,50 ευρώ ανά τ.μ..

Οι καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντες για τη θεμελίωση της άποψης τους προσκομίζουν και επικαλούνται και τα εξής : 1. Το με αριθμ. πρωτ. 9519/20.5.2011 έγγραφο της Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, κατά το οποίο η αντικειμενική αξία του απαλλοτριούμενου, ως δάσους, ανέρχεται στο ποσό των 0,54 ευρώ ανά τ.μ.. 2. Το με αριθμ. 3400/10.5.2001 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Πιερίας, σύμφωνα με την οποία η Υπηρεσία αυτή εκτίμησε:

το έτος 1989 και 1995, την αξία του δάσους Πόρρων, έκτασης 1.641 εκτάρια, που απέχει 25 χιλιόμετρα από το απαλλοτριούμενο, στο ποσό των 6,87 δρχ. και ήδη 0,020 ευρώ ανά τ.μ., και 11,21 δρχ. και ήδη 0,033 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα, το έτος 1994, 1996, 2009, την αξία του δάσους Καρυών, έκτασης 9.442 στρεμμάτων, στο ποσό των 2,37 δρχ. και ήδη 0,0069 ευρώ ανά τ.μ., 9,83 δρχ.

και ήδη 0,029 ευρώ ανά τ.μ. και 46,34 δρχ. και ήδη 0,13 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα, που καλύπτεται από άτομα πλατάνου και καστανιάς, από τα οποία παράγεται τεχνικό ξύλο και καυσόξυλο, και δρυός, από το οποίο παράγεται καυσόξυλο, και απέχει 20 χιλιόμετρα από το απαλλοτριούμενο, και το έτος 1995, του δάσους Πύργου Ολύμπου, που απέχει 5 χιλιόμετρα από το απαλλοτριούμενο στο ποσό των 8,59 δρχ.

ανά τ.μ. ήδη 0,025 ευρώ ανά τ.μ.. Τα δάση αυτά είναι παραγωγικά, αφού καλύπτονται από δασοπονικά είδη καστανιάς, πλατάνου και δρυός, και κυρίως καυσόξυλο, και έχουν διαμορφωμένο δασικό οδικό δίκτυο. 3. Το απόσπασμα διαχειριστικής μελέτης για τη δεκαετία 2008 - 2017 για το μοναστηριακό δάσος της αιτούσας, συστάδας 1.α., συνολικού εμβαδού 314,82 εκταρίων ή 3.148,2 στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί και η επίδικη έκταση.

Κατά τη μελέτη αυτή τμήμα της όλης συστάδας, έκτασης 20 ha υλοτομήθηκε το έτος 1990 - 1992 και απολήφθηκαν 41 κυβ.μ. αειφύλλων πλατύφυλλων, τμήμα της όλης συστάδας υλοτομήθηκε το έτος 2001 και απολήφθηκαν 201 τόννοι καυσόξυλα αείφυλλων, ενώ το έτος 2014 αναμένεται να αποληφθούν από υλοτομία τμήματος της όλης συστάδας μόλις 354 τόνων, χωρίς να προκύπτει ότι προήλθαν ή ότι θα προέλθουν από δασοπονικά είδη και της επίδικης περιοχής. 4.

Το με αριθμ. 15849/8/3.9.2008 έγγραφο της Β' ΔΟΥ Κατερίνης, σύμφωνα με το οποίο έγιναν μεταβιβάσεις παρακειμένων αγρών, στις 16.7.1999, έκτασης 3.940 τ.μ., αντί 381 δρχ. και ήδη 1,12 ευρώ ανά τ.μ., στις 27.11.1999, έκτασης 3.905 τ.μ., αντί 750 δρχ. και ήδη 2,20 ευρώ ανά τ.μ. και στις 11.12.1998, έκτασης 5.205 τ.μ., αντί 370 δρχ. και ήδη 1,09 ευρώ ανά τ.μ.. Η αιτούσα - καθ' ης η ανταίτηση, για τη θεμελίωση της άποψης της, προσκομίζει και επικαλείται και : 1.

Τη με αριθμ. 130/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας σε παραπλήσιες εκτάσεις, ανατολικά του απαλλοτριούμενου, στο ποσό των 3,96 ευρώ ανά τ.μ. (για τις εδαφικές εκτάσεις ΚΠ 67, 67Β και 67Δ) και 8,77 ευρώ ανά τ.μ. (για την εδαφική έκταση 67Γ), 2. Τη με αριθμ. 2741/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας, για απαλλοτριούμενα ακίνητα σε κοντινή περιοχή, το ποσό των 5.000 δρχ.

και ήδη 14,67 ευρώ ανά τ.μ. μέχρι 8.000 δρχ. και ήδη 23,48 ευρώ ανά τ.μ.. 3. Το έντυπο ΑΑ-ΓΗΣ προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας γής εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμών χωρίς ειδικούς όρους δόμησης, με το οποίο η αντικειμενική αξία της απαλλοτριούμενης έκτασης, ως οικοπεδικής, ανέρχεται σε 10.449.455,92 ευρώ, ήτοι 6,80 ευρώ ανά τ.μ..

Ο μαρτυράς της αιτούσας - καθ' ης η ανταίτηση, Γ. Ζ. του Α., αγρονόμος - τοπογράφος, κατέθεσε ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ανέρχεται σε 8,50 ευρώ ανά τ.μ. ενώ ο μάρτυρας των καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων, Ε. Ρ. του Γ., δασολόγος, κατέθεσε ότι η πραγματική αξία αυτού ανέρχεται σε 0,10 ευρώ ανά τ.μ.. Ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι τμήματα της απαλλοτριούμενης έκτασης, από 70.124,00 τ.μ., και, συγκεκριμένα, τα τμήματα με στοιχεία Α01 εμβαδού 2.345 τ.μ., Α02 εμβαδού 60.189 τ.μ., Α03 εμβαδού 2.992 τ.μ., Α04 εμβαδού 4.598 τ.μ., όπως εμφανίζονται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα σχέδιο 2 στην από τον Αύγουστο 2009 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας - αυτοψίας της ο.ε.

με την επωνυμία "...." αποτελούν αγροτικές εκτάσεις πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα τα τμήματα αυτά δεν ήταν στο παρελθόν ούτε είναι γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις, σε σημεία τους εμφανίζουν βραχώδεις εξάρσεις και είναι παντελώς άγονες. Σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, οι εκτάσεις εμφανίζουν διάσπαρτα αείφυλλα πλατύφυλλα, η παρουσία των οποίων είναι πυκνότερη στις αεροφωτογραφίες των ετών 1980 και 1996.

Η ανωτέρω βλάστηση με αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση σχηματίζουν οργανική ενότητα, και αποτελούν συνέχεια του όμορου δάσους. Η εμφάνιση μερικών από τα παραπάνω τμήματα, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1980, με γεωμετρικό σχήμα ή περιμετρικά όρια, οφείλεται σε παράνομη εκχέρσωση, και, ως εκ τούτου, δεν αίρεται ο χαρακτήρας αυτών ως τμημάτων του δάσους, μέσα στο οποίο βρίσκονται.

Ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι τμήματα της απαλλοτριούμενης έκτασης, από 185.870,00 τ.μ. και, συγκεκριμένα, τα τμήματα Χ06 εμβαδού 15.749 τ.μ., Χ07 εμβαδού 92.148 τ.μ., Χ08 εμβαδού 63.513 τ.μ., Χ09 εμβαδού 8.247 τ.μ., Χ10 εμβαδού 2.999 τ.μ., Χ11 εμβαδού 1.559 τ.μ., X12 εμβαδού 1.655 τ.μ., όπως εμφανίζονται στο αυτό παραπάνω συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, αποτελούν χορτολιβαδικές εκτάσεις πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Πρόκειται, ομοίως, στις αεροφωτογραφίες του 1945, για τμήματα διάσπαρτα μέσα σε μη αμφισβητούμενη και από την αιτούσα ξυλώδη βλάστηση, είναι βραχώδη, και καλύπτονται από διάσπαρτη βλάστηση από αείφυλλα πλατύφυλλα, η οποία είναι εντονότερη στις αεροφωτογραφίες των ετών 1980, 1996, ενώ υφίσταται οργανική ενότητα αυτών με τη λοιπή ανωτέρω και κατωτέρω έκταση δάσους.

Ειδικότερα, η τελευταία, από 1.232.300,97 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο αυτό παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, αποτελεί δάσος, (άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003), καθώς καλύπτεται σε ποσοστό δασοκάλυψης 60 -70% από αείφυλλα πλατύφυλλα, με κυρίαρχο είδος το πουρνάρι, με βαθύ έδαφος και κλίση 8 - 10%, λόγω της μορφής του, βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση και σε ενιαία οργανική ενότητα, αποτελεί ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Ο χαρακτήρας του δάσους εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, και γίνεται πυκνότερος στις αεροφωτογραφίες 1980 και 1996.

Συνεπώς, η όλη έκταση των 1.488.294,07 τ.μ. αποτελεί δάσος και από πλευράς ωφελιμότητας ανήκει στην κατηγορία του προστατευτικού δάσους (άρθρ. 4 παρ. 1β του ν. 998/1979). Για τους παραπάνω λόγους και με τη με αριθμ. 6354/19.12.2005 πράξη του Δ/ντή Δασών Πιερίας, η οποία εκδόθηκε μετά από σχετική αίτηση της XXIV Τεθ/νης Ταξιαρχίας Λιτόχωρου, η ανωτέρω απαλλοτριούμενη έκταση χαρακτηρίστηκε ως δάσος.

Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι το υπόλοιπο απαλλοτριούμενο τμήμα Χ05 εμβαδού 47.851,03 τ.μ. (1.488.294,97 + 47.851,03=1.536.146 τ.μ.), όπως εμφανίζεται στο αυτό παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, έχει χαρακτηριστεί ως πεδινή χορτολιβαδική έκταση του άρθρου 3 παρ. 6β του ν. 998/1979, με τη με αριθμ. 7839/3.12.1991 απόφαση του Δ/ντή Δασών Πιερίας, στην οποία είναι συνημμένη απόσπασμα χάρτου της έκτασης, κοινοποιηθείσα σ' αυτήν (ως αιτούσα το χαρακτηρισμό) στις 11.12.1991, καθώς και στις υπηρεσίες της Επιθεώρησης Δασών Κέντρο και Δυτικής Μακεδονίας, Δ/νση Γεωργίας Πιεριάς και Δασονομείο Λιτόχωρου, και ήδη τηρηθείσα η διαδικασία δημοσιότητας αυτής σε δύο εφημερίδες και στο δημοτικό κατάστημα Λιτόχωρου (6.4.2009, 4.4.2009 και 8.4.2009).

Οι καθ' ων η αίτηση αμφισβήτησαν την εφαρμογή της απόφασης αυτής στην απαλλοτριούμενη έκταση αλλά και το χαρακτηρισμό της έκτασης ως πεδινής χορτολιβαδικής έκτασης από το δασάρχη, επικαλούμενοι ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα και ως πεδινή. Ανεξαρτήτως του ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε την ανωτέρω επικαλούμενη με αριθμ. 7839/3.12.1991 απόφαση ούτε το συνημμένο σ' αυτήν απόσπασμα χάρτου, προκειμένου να ελεγχθεί αν πράγματι η επικαλούμενη έκταση χαρακτηρίστηκε ως πεδινή χορτολιβαδική έκταση και να γίνει ταυτοποίηση της χαρακτηρισθείσας έκτασης με το ανωτέρω τμήμα της απαλλοτριούμενης έκτασης, ο χαρακτηρισμός αυτός δε δεσμεύει το παρόν πολιτικό δικαστήριο, δεδομένου ότι για την κυριότητα επί του ως άνω τμήματος αρμόδια είναι μόνο τα πολιτικά δικαστήρια, στην άμεση προστασία της οποίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Σ., αποβλέπει και η προκείμενη δίκη καθορισμού πλήρους αποζημίωσης και για το τμήμα αυτό, στο οποίο προβάλλει δικαίωμα κυριότητας η αιτούσα.

Από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 προκύπτει ότι και το τμήμα αυτό είναι έκταση με διάσπαρτη βλάστηση από αείφυλλα πλατύφυλλα, που γίνεται πυκνότερη στις αεροφωτογραφίες των ετών 1980 και 1996, και βρίσκεται σε άμεση επαφή και σε οργανική ενότητα με το προπεριγραφέν δάσος. Το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο τμήμα υφίστανται κατασκευές μαντριού δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως δάσους.

Συνεπώς, και το τμήμα αυτό έχει χαρακτήρα δάσους (αρθρ. 3 παρ. 1 του ν. 998/1979) με την αυτή παραπάνω ωφελιμότητα. Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η έκταση αυτή έχει το χαρακτήρα χορτολιβαδικής έκτασης δεν πρόκειται για πεδινή έκταση, καθώς έχει κατά το πλείστον βραχώδεις εξάρσεις, με διάσπαρτη βλάστηση αειφύλλων - πλατύφυλλων και τελεί, με το βορειοδυτικά του, παραπάνω όμορο φυσικό δάσος, σε πλήρη οργανική ενότητα (αρθρ. 3 παρ 1 και 3 του ν. 998/1979).

Άλλωστε και στην παραπάνω από τον Αύγουστο του έτους 2009 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας - αυτοψίας γίνεται μεν αναφορά ότι το ανωτέρω τμήμα αποτελεί τμήμα της απαλλοτριούμενης έκτασης και της ευρύτερης χέρσας περιοχής, που χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική, όχι, όμως, ως πεδινή χορτολιβαδική έκταση. Η όλη απαλλοτριούμενη έκταση έχει βλάστηση είναι χαμηλή, η απόδοση υλοτόμησης πενιχρή και για το λόγο αυτό είναι ασύμφορη οιασδήποτε δασοπονικής εκμετάλλευσης.

Σε πολύ μικρό βαθμό και εντελώς περιστασιακά χρησιμοποιείται για δευτερεύουσα κάρπωση βοσκής, ενώ δεν υφίσταται καμία γεωργικώς καλλιεργούμενη έκταση. Βρίσκεται σε περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, στους πρόποδες του Ολύμπου, με θέα στον Θερμαϊκό κόλπο και λόγω του χαρακτήρα της ως δάσους δεν είναι εκμεταλλεύσιμη με τον τρόπο εκμετάλλευσης ακινήτων της ευρύτερης περιοχής.

Ειδικότερα, μόνο στην τελευταία (ευρύτερη περιοχή) προσφέρεται η ανάπτυξη ήπιων και φιλικών προς το περιβάλλον δραστηριοτήτων, όπως δημιουργία εγκαταστάσεων αγροτουρισμού και τουριστικών εγκαταστάσεων και όχι στο επίδικο. Το απαλλοτριούμενο δάσος βρίσκεται σε επαφή με αμπελώνα χρήσης της μισθώτριας εταιρίας οινοποιίας "....", με μονάδα βιολογικής εκτροφής, ενώ στη γειτονική περιοχή υφίστανται καλλιεργήσιμες εκτάσεις, οι οποίες έχουν και δύο γεωτρήσεις, σε απόσταση πολύ κοντινή η πρώτη και σε απόσταση 600 μέτρων η δεύτερη.

Βρίσκεται, κατά τα ως άνω, κοντά στο δρόμο που συνδέει την Κατερίνη με τον αρχαιολογικό χώρο του Δίου, το Λιτόχωρο, τον ορεινό όγκο του Ολύμπου, τις τουριστικές παραλίες της Γρίτσας. του Βαρικού και της Πλάκας Λιτόχωρου, και έχει εύκολη πρόσβαση προς τη Θεσσαλονίκη (100 χιλιόμετρα) και τη Λάρισα (80 χιλιόμετρα).

Η όλη απαλλοτριούμενη έκταση συνορεύει άμεσα με το πεδίο βολής της XXIV Τεθ/νης Ταξιαρχίας Λιτόχωρου. Η γειτνίαση αυτή λειτουργεί μειωτικά, ενώ η, σε απλό σχέδιο Κ.Υ.Α., στα πλαίσια εκπόνησης από το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (Γενική Δ/νση Περιβάλλοντος -δ/νση περ/κού σχεδιασμού) περιβαλλοντικής μελέτης του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου, πρόταση για απαγόρευση της πραγματοποίησης εκπαιδευτικών βολών πυροβολικού στη θέση της παραπάνω ταξιαρχίας, αναφέρεται σε μελλοντικό απώτερο χρόνο, που δεν εγγίζει τον επίδικο κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Η επίδικη έκταση. Ο ισχυρισμός της αιτούσας - καθ' ης η ανταίτηση ότι η άσκηση της ανταίτησης, με την οποία ζητείται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας του ακινήτου σε ποσό κατώτερο αυτού που ζήτησαν με την αίτηση προσωρινής τιμής μονάδας, λόγω της μεταστροφής τους, είναι απαράδεκτη, και σε κάθε περίπτωση καταχρηστική, είναι απορριπτέος.

Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός αυτός, κατά την κύρια βάση του, είναι μη νόμιμος, καθώς η αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας είναι αυτοτελής και δεν εξετάζονται πλημμέλειες, παραλείψεις, εσφαλμένες απόψεις των διαδίκων της δίκης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας ή του Δικαστηρίου που καθόρισε την προσωρινή αυτή τιμή (πρβλ.

ΑΠ 671/06). Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση άσκησαν την από 5.7.2007 και με αριθμ. έκθ. κατ. 2633/188/2007 αίτηση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, με την οποία ζήτησαν τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας για την απαλλοτριούμενη έκταση στο ποσό των 1,06 ευρώ ανά τ.μ.. Την αίτηση αυτή υποστήριξαν και με τις σχετικές προτάσεις τους, στο παραπάνω Δικαστήριο.

Από τις ενέργειες, όμως, αυτές των καθ' ων η αίτηση -ανταιτούντων δε μπορεί να συναχθεί αποδοχή του ποσού των 1,06 ευρώ ανά τ.μ. ως ελάχιστο ύψος της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, καθώς στηρίχθηκαν σε πλάνη περί τα πράγματα. Ειδικότερα, η Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, τελώντας σε πλάνη ως προς το χαρακτήρα της απαλλοτριούμενης έκτασης, με προγενέστερα φύλλα της υπολόγισε την αντικειμενική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου στο ποσό των 1,50 ευρώ ανά τ.μ.

ως να ήταν το απαλλοτριούμενο χέρσα μη αρδευόμενη έκταση και σε σχέση με την αρδευόμενη και με ύπαρξη πολυετούς καλλιέργειας της οποίας η αντικειμενική αξία ανέρχονταν στο ποσό των 4,32 ευρώ ανά τ.μ.. Σημειώνεται ότι οι τιμές αυτές αναφέρονται, ως ανωτέρω αντικειμενικές, στις από 18.9.2008 προτάσεις των καθ' ων η αίτηση και στη με αριθμ. 30/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, ενώ τα φύλλα δεν προσκομίζονται στην παρούσα δίκη.

Στη συνέχεια, η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του Ν 2882/2001, βασιζόμενη στην παραπάνω εσφαλμένη εκτίμηση, με την από 20.3.2007 έκθεση της, εκτίμησε ότι η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 1,06 ευρώ ανά τ.μ. Ακολούθως, οι καθ' ων η αίτηση, στηριζόμενοι στην εσφαλμένη παραπάνω εκτίμηση, ζήτησαν, με την παραπάνω αίτηση, να οριστεί προσωρινή τιμή μονάδας του απαλλοτριούμενου στο ποσό των 1,06 ευρώ ανά τ.μ..

Οι ήδη καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντες, κατά την άσκηση της αίτησης προσωρινής τιμής μονάδας, και στήριξη αυτής και με τις προτάσεις τους, τελούσαν σε πλάνη περί τα πράγματα, δεδομένου ότι πίστευαν εύλογα ότι τόσο η Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης όσο και η Εκτιμητική Επιτροπή, είχαν λάβει υπόψη τους τον πραγματικό χαρακτήρα της έκτασης ως δάσους.

Στην αυτή πραγματική πλάνη τελούσε και ο εξετασθείς, στη δίκη προσωρινής τιμής μονάδας, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, μάρτυρας των ήδη καθ' ων η αίτηση. Οι τελευταίοι δε δημιούργησαν στην αιτούσα εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ζητήσουν με ανταίτησή τους τον καθορισμό μικρότερης οριστικής τιμής μονάδας για το απαλλουτριούμενο ακίνητο.

Ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι ο προσδιορισμός της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, λόγω του δασικού χαρακτήρα του, θα λάβει χώρα αποκλειστικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 998/1979, και, ειδικότερα, ως έχον οικοπεδική αξία, με βάση την οποία βρίσκονται και τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία της αξίας τους, μεταξύ των οποίων και τα συγκριτικά στοιχεία που αναφέρονται σε γειτονικές οικοπεδικές εκτάσεις, ως εφαρμοζόμενη στην περίπτωση διάθεσης δάσους ή δασικής έκτασης για άλλη πλην δασοπονικής εκμετάλλευσης, επικαλούμενη ότι και στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για λόγους στρατιωτικούς σκοπούς και στρατιωτικά έργα (αρθρ. 45 και 59 του ν. 998/1979), πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

Κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου προβλέπονται στις ουσιαστικές διατάξεις τόσο του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 όσο και του άρθρου 6 του ν. 998/1979, πλην όμως δεν είναι δεσμευτικά στο μέτρο που άγουν σε διάφορη της πλήρους αποζημίωσης του απαλλοτριούμενου, που είναι η πραγματική αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που προβλέπεται από το άρθρο, 17 παρ.2 του Συντάγματος και τελεί σε αρμονία και με το άρθρο 117 παρ. 4 του Συντάγματος, με το οποίο προβλέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση δάσους ή δασικής έκτασης που ανήκει σε φυσικό ή ν.π.ι.δ.

ή ν.π.δ.δ., με διατήρηση, πάντως, αμετάβλητης της δασικής μορφής του. Άλλωστε, στην προκείμενη περίπτωση, δεν πρόκειται για, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.998/1979, διάθεση δάσους ή δασικής έκτασης για οποιοσδήποτε, άλλη πλην δασοπονικής, εκμετάλλευση αλλά ούτε και διάθεση για δασοπονική εκμετάλλευση. Πρόκειται για απαλλοτρίωση λόγω δημόσιας ωφέλειας, και διατηρείται αναλλοίωτη η δασική μορφή του απαλλοτριούμενου, απαραίτητη, κατά το άρθρο 117 παρ. 4 του Σ., προϋπόθεση για την απαλλοτρίωση της επίδικης έκτασης στην οποία προβάλλει δικαίωμα κυριότητας, ενώ η προβλεπόμενη επέμβαση με τεχνικά έργα για θερινή εκπαίδευση των σπουδαστών της Σχολής Ευελπίδων είναι μικρής έκτασης.

Ενόψει των παραπάνω, και του γεγονότος ότι η πραγματική αξία του επίδικου ακινήτου, ως ανεπίδεκτου οποιασδήποτε εκμετάλλευσης, υπολείπεται και αυτής της ανωτέρω αντικειμενικής αξίας που αναφέρεται στο από 9519/20.5.2011 έγγραφο της Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η πραγματική αξία του ανωτέρω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου, και, συνεπώς, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο ακίνητο (Ολ ΑΠ 13/2000), ανέρχεται στο ποσό των 0,15 ευρώ ανά τ.μ., κατά τον κρίσιμο χρόνο της 23.5.2011, ενόψει του ότι από την από 18.9.2008 συζήτηση της αίτησης προσωρινής τιμής μονάδας παρήλθε χρόνος πλέον του έτους.

Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι το τμήμα των 47.851,03 τ.μ. είναι ιδιωτική πεδινή χορτολιβαδική έκταση και ότι ως εκφεύγουσα των περιορισμών χρήσης που επιβάλλουν οι προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενόψει της θέσης, της έκτασης και των λοιπών συμβατών και πρόσφορων σε οικόπεδο κριτηρίων, και της απροθυμίας, όμως από οποιονδήποτε, και απ' αυτήν την αιτούσα, για επένδυση επ' αυτού και χρήσης του ως οικοπέδου, ή χέρσας έκτασης για την ανάπτυξη στο τμήμα αυτό οποιασδήποτε και ήπιας και φιλικής προς το περιβάλλον δραστηριότητας, όπως δημιουργία εγκαταστάσεων αγροτουρισμού και τουριστικών εγκαταστάσεων κ.λ.π., πλην αυτής του βοσκότοπου και της ανέγερσης καταλύματος ζώων, ακόμη και ήταν δυνατή η άρδευση του από τις προαναφερθείσες γεωτρήσεις, και ενώ δεν είναι άμεση η γειτνίαση του με το ανωτέρω πεδίο βολής, η πραγματική αγοραία αξία τόσο του τμήματος αυτού, 47.851,03 τ.μ.

όσο και του λοιπού τμήματος, κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, ανέρχεται στο ποσό των 0,15 ευρώ ανά τ.μ., που αποτελεί την προαναφερθείσα πλήρη αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο ακίνητο. Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις κατά ένα μέρος τις αντίθετες αίτηση και ανταίτηση των αντιδίκων μερών καθορίζοντας την προαναφερθείσα οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο δασικού χαρακτήρα ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας Μονής που απαλλοτριώθηκε υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ 1 παρ.1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ 17 παρ.2, 24 παρ.1 117 παρ.4 και 20 παρ.2 του ισχύοντος Συντάγματος, 6 παρ.1 του ν.998/1979 13 παρ.1 του ν.2882/2001, 3 παρ.1 του ν.998/1979 όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ.1 παρ.1 του ν.3208/2003 και δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν.998/1979 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του δασικού χαρακτήρα στο σύνολό του ακινήτου της αναιρεσείουσας Μονής υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και για λόγους δημόσιας ωφέλειας και με αμετάβλητο μετά την απαλλοτρίωση το δασικό χαρακτήρα πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των προαναφερθεισών διατάξεων για την απαλλοτρίωση δάσους υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου λόγω δημόσιας ωφέλειας και δικαιολογούν την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων πλήν μεμονωμένα εκείνης του αρθ.6 παρ.2 του ν.998/1979.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, τέταρτο, όγδοο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ιδίων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Εξ αλλού, οι ίδιοι δεύτερος, τέταρτος, έκτος, όγδοος και ένατος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του δασικού χαρακτήρα στο σύνολό της της επίδικης απαλλοτριωθείσας έκτασης και του αμετάβλητου αυτής παρά την απαλλοτρίωσή της για λόγους δημόσιας ωφέλειας στο μέλλον και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:

α) με το ότι με την απαλλοτρίωση ο σκοπός του ακινήτου άλλαξε για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών, β)ότι τέτοια αλλαγή δεν αποκλείεται ούτε στο μέλλον, γ)ανεπίτρεπτα λήφθηκαν υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία ανόμοια ακίνητα, δ)το Υπουργείο Άμυνας, δεν δεσμεύεται να διατηρήσει αναλλοίωτη τη δασική αρχή, ε)το Ελληνικό Δημόσιο ενώ γνώριζε το δασικό χαρακτήρα του απαλλοτριωθέντος παρέλειψε να επικαλεσθεί τα στοιχεία της παρ.1 του αρθ.6 του ν.998/1979, τα οποία επικαλέσθηκε στη συνέχεια αδικαιολόγητα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθενται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τηρήθηκε η κατ' άρθρο 17 του ν.2882/2001 προδικασία με τη μεταγραφή της πράξεως απαλλοτριώσεως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης όπως αυτό προέκυπτε από το προσκομισθέν με αριθμό 3324/16-2-2007 πιστ/κό μεταγραφής. Ήδη η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αρ.1, 14 και 20 του αρθ.559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση της διάταξης του αρθ.17 του ν.2882/2001 το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο από το γεγονός ότι η απόφαση κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ουδέποτε μεταγράφηκε νομίμως. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος δοθέντος ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως "προσκομίζεται η με αριθμ. 1103508117825/0010/6-2-2006 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Αμύνης (ΦΕΚ 189/21.12.2006) και διορθώθηκε μόνο όσον αφορά τον αριθμό πρωτοκόλλου αυτής από το εσφαλμένο 103505817825/0010 στο ορθό 110350817825/0010 (ΦΕΚ 128/5-4-2007), το με αριθμ. 3324/16-2-2007 πιστοποιητικό μεταγραφής αυτής στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στον τόμο 524 με αυξ. Αριθμ. 480 - ", η από προφανή δε παραδρομή αντί του αριθμού 1103508 καταχώρηση εσφαλμένα του αριθμού 110 350 58 όσον αφορά τον αριθμό πρωτοκόλλου της κ.υ.α δεν δημιούργησε οποιαδήποτε αμφιβολία για την ταυτότητα της ένδικης απαλλοτρίωσης.

ΙΙΙ. Ενόψει των παραδοχών της προηγηθείσας μείζονας νομικής σκέψης ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν.998/1970 και 13 παρ.1 του ν.2882/2001 και της μη μεμονωμένης εφαρμογής της διάταξης του αρθρ.6 παρ.2 του ν.998/1979 δεν ήταν ανεπίτρεπτη η λήψη υπόψη εκ μέρους του Εφετείου ως πρόσφορου συγκριτικού στοιχείου των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων (εγγράφων) που αφορούσαν τις αξίες δασικών εκτάσεων που δεν είχαν οικοπεδική αξία και επομένως οι εκ του αρθρ.559 αρ.11 περ. α' του ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 354 ΚΠολΔ όποιος ομολόγησε μπορεί ν' ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ανάκληση αυτή δικονομικά επιτρεπτά μπορεί να γίνει και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεων του ανακαλούντος την ομολογία του όταν η επίκληση της ομολογίας αυτής έγινε εκ μέρους του αντιδίκου του ομολογήσαντος με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως βεβαιώνονται τα ακόλουθα. Και ειδικότερα α) οι αναιρεσίβλητοι με την 2633/188/2007 και στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης απευθυνόμενη αίτησή τους ζήτησαν τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για την απαλλοτριούμενη έκταση στο ποσό του 1,06 Ευρώ ανά τ.μ., επί της οποίας και της ανταιτήσεως της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 30/2009 απόφαση αυτού, με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 2,00 Ευρώ ανά τ.μ., β) στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι με την ασκηθείσα με τις προτάσεις τους ανταίτηση ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό του 0,10 Ευρώ ανά τ.μ., γ) η αναιρεσείουσα, η οποία άσκησε αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, υποστήριξε με τις υποβληθείσες προτάσεις της ότι οι αναιρεσίβλητοι ομολόγησαν με την αίτησή τους καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ότι η αξία της απαλλοτριούμενης εκτάσεως ανέρχεται σε 1,06 Ευρώ ανά τ.μ.

και ο αιτούμενος προσδιορισμός της με την αίτηση οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό του 0,10 Ευρώ ανά τ.μ προσκρούει στην εν λόγω ομολογία τους και είναι απαράδεκτο το διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα, γ) προς απόκρουση του εν λόγω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας οι αναιρεσίβλητοι υποστήριζαν με την προσθήκη στις προτάσεις τους ότι το αίτημα για καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό του 1,06 Ευρώ ανά τ.

μ. οφείλεται σε πλάνη για την πραγματική κατάσταση της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, στην οποία στηρίχθηκε ομοίως το προσκομισθέν από εκείνου εμμάρτυρο και έγγραφο αποδεικτικό υλικό και δ) ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσιβλήτων κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι επιτρεπτώς διατυπώνεται από δικονομικής απόψεως και μετά από θετική αξιολόγηση του και από ουσιαστική άποψη καθόρισε με κρίσιμο χρόνο εκείνο της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της υποθέσεως (23-5-2011) την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό του 0,15 Ευρώ ανά τ.μ.

Πρόκειται περί ομολογίας και μάλιστα εξώδικης, εφόσον η αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως αποτελεί αυτοτελές εισαγωγικό δικόγραφο και η αναγόμενη δι' αυτού δίκη είναι εντελώς διακριτή από εκείνη της προσωρινής τιμής μονάδες αποζημιώσεως με την ανέλεγκτη δε πραγμάτων κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατ' αποτέλεσμα ότι η εν λόγω εξώδικη ομολογία δεν απαντά στην πραγματικότητα, με άμεση δικονομική συνέπεια να παύει η ισχύς της ως αποδεικτικό μέσο.

Επομένως και με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης για τις συνθήκες της επιτρεπτής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ανακλήσεως της ομολογίας τους με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών τους στο Εφετείο, ως μη ανταποκρινομένης στην αλήθεια παραδεκτά αποκρούσθηκε από το Εφετείο η λήψη της επικληθείσας εκ μέρους της αναιρεσείουσας ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, τα δε όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 11β, 12 και 13 του αρθ.559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

V. Όταν η απόφαση στηρίζεται κατά το διατακτικό της επαρκώς σε συγκεκριμένη απρόσβλητη κύρια αιτιολογία αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον προσβάλλεται η επικουρική αιτιολογία που στηρίζει το ίδιο διατακτικό δεν δημιουργείται δε ο εκ του αρθ.559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως γι' αντιφατική αιτιολογία.

Ενόψει αυτών τα όσα με τον έκτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τους αριθ.10 και 19 του αρθ.559 του ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και έχουν σχέση: 1)με αντιφάσεις ως προς την αιτία κηρύξεως της ένδικης απαλλοτρίωσης για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών με διατηρούμενη αναλλοίωτη τη δασική μορφή του απαλλοτριούμενου παρά την προβλεπόμενη επέμβαση για τεχνικά έργα μικρής έκτασης για την θερινή εκπαίδευση των σπουδαστών της Σχολής Ευελπίδων 2)με επικουρική αιτιολογία ως προς το τμήμα των 47851,03 τ.μ.

που άλλοτε χαρακτηρίζεται ως δάσος με μεμονωμένες κατασκευές μαντριού και άλλοτε ως ιδιωτική πεδινή χορτολιδαβική έκταση κρίνονται αβάσιμα, στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην πρώτη μεν περίπτωση δεν αλλοιώνεται ο σκοπός της απαλλοτριώσεως για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών, χωρίς η δασική μορφή του απαλλοτριούμενου να αναιρείται από, την προβλεπόμενη επέμβαση για τεχνικά έργα μικρής εκτάσεως για τη θερινή εκπαίδευση των σπουδαστών της Σχολής Ευελπίδων, στην δε δεύτερη περίπτωση η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης για το δασικό χαρακτήρα του προαναφερθέντος εδαφικού τμήματος στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αποτέλεσμα η επικουρική αιτιολογία που εμφανίζεται ως αντιφατική για το ίδιο εδαφικό τμήμα να προσβάλλεται αλυσιτελώς.

Εξ άλλου με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ.4 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που έχουν σχέση με την παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί επί συναφούς αιτήματος της αναιρεσείουσας για τη νομιμότητα της υπ'αριθ.6354/2005 πράξεως χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Πιερίας με την οποία χαρακτηρίσθηκε η επίδικη έκταση ως δασική καίτοι η ίδια η έκταση το 1991 χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο Διευθυντή δασών ως μη δασική.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι το Εφετείο με κύρια αιτιολογία, μη προσβαλλόμενη με την ένδικη αναίρεση απέρριψε το ίδιο αίτημα για το λόγο ότι δεν προσκομίσθηκε από την αναιρεσείουσα η επικαλούμενη απ' αυτήν υπ'αρ.7839/1991 απόφαση, ούτε το συνημμένο σ'αυτήν απόσπασμα χάρτου για να ελεγχθεί η ταυτότητα της αμφισβητούμενης έκτασης και αν πράγματι αυτή το έτος 1991 χαρακτηρίσθηκε ως πεδινή χορτολιβαδική.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 183 Κ.Πολ.Δ), τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1651/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ