Legislator Case Law & Legislation
684/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lack of substantive law violation and insufficient evidence of ownership.

Case Number 684/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to properly assess evidence of long-term possession and misinterpreted a document regarding the appellant's absence from Greece. The court ruled that the appeal was inadmissible because the cited grounds did not constitute substantive law violations and lacked the necessary specificity required by civil procedure rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(12), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges procedural provisions or lacks specific factual grounds required to prove a violation of substantive law or the rules of evidence.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility substantive law violation evidence rules property ownership long-term possession civil procedure court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Articles 976, 977, 979, 980 of the Civil Code
Article 810 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 336(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 684 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 684/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Tων αναιρεσειουσών: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδων Γασπαρινάτο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσόστομο Γασπαράτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-1994 αγωγή του ΨΨ αρχικού διαδίκου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/1995 προδικαστική, 42/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1177/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-2-2007 αίτησή της και με τους από 7-7-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 3-12-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 976, 977, 979, 980 ΑΚ, προκύπτει ότι η νομή μπορεί να αποκτηθεί και να ασκηθεί και με αντιπρόσωπο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 810ΑΚ,με τη σύμβαση χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους (χρήστης), παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ελλείψεις όμως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, η οποία, κατά την γενόμενη εκτίμηση του δικογράφου της από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είχε ως βάση της την απόκτηση της κυριότητας τούτου από τον ενάγοντα, σύζυγο της ήδη αναιρεσίβλητης, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας:

Με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων αγόρασε το επίδικο ακίνητο, που περιγράφεται στην απόφαση και ευρίσκεται στο χωριό ... του Ν. ... . Η αγορά του ακινήτου έγινε τυπικά στο όνομα του ΑΑ, ως αγοραστή, όμως πραγματικός αγοραστής του ήταν ο αδελφός αυτού, ενάγων ΨΨ, ο οποίος, όντας ναυτικός που απουσίαζε από την Ελλάδα, έστειλε τα απαιτούμενα χρήματα για την αγορά του σ' εκείνον, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα αμφισβητήσει την κυριότητά του επ' αυτού.

Από τον χρόνο της αγοράς του ακινήτου ο ενάγων παρέλαβε τη νομή και κατοχή του και άσκησε επ' αυτού με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες προς τη φύση του διακατοχικές πράξεις, κατά το χρονικό διάστημα από 1956 έως το 1991 (και όχι 1981, που από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται στην απόφαση, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τις αμέσως πιο κάτω αναφερόμενες παραδοχές αυτής), οπότε οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν για πρώτη φορά την επ' αυτού κυριότητά του αλλά και συνεχώς έως τον θάνατό του, το έτος 1997.

Ειδικότερα, από τον χρόνο αγοράς του ακινήτου (1956),ο αδελφός του ενάγοντος, ΑΑ, και η σύζυγός του, ήδη αναιρεσίβλητη, δημοδιδασκάλισσα, ενεργώντας ως αντιπρόσωποί του, προέβησαν σε οριοθέτηση του ακινήτου, ήλθαν, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, σε συμφωνία με τους ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων και διάνοιξαν, με έξοδα του ενάγοντος, τη δίοδο που διέρχεται από το επίδικο, και με την επίβλεψή τους ανεγέρθηκε η διώροφη κατοικία που υπάρχει στο επίδικο.

Η οικοδομή ανεγέρθηκε με χρήματα αρωγής (δανείου) 24.000 δραχμών, που έλαβε ο ΑΑ, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δύο αδελφών, με την υποχρέωση του ενάγοντος να εξοφλήσει αυτήν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, και με χρήματα που έστειλε ο ενάγων και από τους μισθούς της συζύγου του. Όταν ο ενάγων επέστρεψε από τα ταξίδια του, βρήκε αποπερατωμένα τα δύο δωμάτια του ισογείου της οικοδομής και προοδευτικά, με προσωπική του πλέον επίβλεψη, αποπερατώθηκε ο πρώτος όροφος, στον οποίο από το 1958 άρχισαν να κατοικούν ο ίδιος με τη σύζυγό του, από δε το έτος 1961 κατοικούσε μόνιμα σ' αυτό μέχρι τον θάνατό του (1997), ενώ ταυτόχρονα, παραχώρησε στον αδελφό του ΑΑ, οποίος από το έτος 1950 αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα λόγω της προοδευτικής επιδείνωσης της ασθένειας "νωτιάς φθίσεως", ιδιαίτερου τύπου νευροσιφύλιδος, τη χρήση των δύο δωματίων του ισογείου χωρίς αντάλλαγμα (χρησιδάνειο), ενώ ο ενάγων με τη σύζυγό του κατοικούσε στον πρώτο όροφο της οικοδομής και χρησιμοποιούσε και τμήμα του ισογείου ως αποθήκη, όπου είχε τοποθετήσει και τον λέβητα του καλοριφέρ, αυτή δε τη χρήση συνεχίζει μέχρι σήμερα και η σύζυγός του, ήδη αναιρεσίβλητη.

Ο ενάγων, το ίδιο έτος φύτεψε στο επίδικο κληματαριές, μία πορτοκαλιά, μία μανταρινιά, δύο λεμονιές και μία ροδακινιά και τα περιποιείτο, μαζί με τα ελαιόδενδρα που είχαν απομείνει στο ακίνητο, συνεχώς και αδιαλείπτως έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Το έτος 1964 κατασκεύασε, με δικά του χρήματα, στο επίδικο, ένα γκαράζ και μια υδατοδεξαμενή.

Το έτος 1966 συνήψε ο ίδιος σύμβαση με τη ΔΕΗ για ηλεκτροδότηση του επιδίκου, το έτος 1975 επεξέτεινε με δικά του έξοδα τον πρώτο όροφο της οικοδομής κατά 8 περίπου τετραγωνικά μέτρα για χρήση κουζίνας και λουτρού ενώ από το χρόνο θανάτου του αδελφού τον, ΑΑ (1989), παρέλαβε στην κατοχή του και τα δύο δωμάτια του ισογείου, στα οποία διέμενε ο αδελφός του, και συνέχισε να νέμεται και να κατέχει αυτά πλέον ο ίδιος έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Όσο ζούσε ο ενάγων, αυτόν αναγνώριζαν ως αδιαμφισβήτητο κύριο του επιδίκου τόσο οι κάτοικοι της περιοχής όσο και ο αδελφός του και δικαιοπάροχος των εναγομένων ΑΑ και ποτέ δεν τον ενόχλησε κάποιος. Οι εναγόμενοι, αμφισβήτησαν για πρώτη φορά την κυριότητά του επί του επιδίκου στις αρχές του 1991, οπότε ο ενάγων έλαβε γνώση της δημοσιεύσεως της ...

δημοσίας διαθήκης του αποβιώσαντος αδελφού του ΑΑ, με την οποία κατέλιπε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο κατά μεν ψιλή κυριότητα στην πρώτη εναγομένη ανιψιά του, την επικαρπία των δύο δωματίων του ισογείου στο δεύτερο εναγόμενο αδελφό του και την επικαρπία του πρώτου ορόφου στον ενάγοντα και τη σύζυγό του.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων ΨΨ απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς ασκούσε με διάνοια κυρίου όλες τις ανωτέρω πράξεις νομής καθόλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1956 έως και το έτος 1991, οπότε για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε η κυριότητά του από τους εναγομένους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία καθώς και για την δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου κατοχή του ισογείου τούτου από τον αδελφό αυτού και δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσιόντων, ΑΑ, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, ο ενάγων, που απέκτησε τη νομή του επιδίκου διά του, ως αντιπροσώπου αυτού ενεργούντος, αδελφού του ΑΑ, άσκησε τη νομή επί του επιδίκου, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1956 έως και το έτος 1991, δηλαδή επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία, αρχικώς διά των ως αντιπροσώπων αυτού ενεργούντων, αδελφού του ΑΑ και της ήδη αναιρεσίβλητης συζύγου του, ο τρόπος διορισμού των οποίων ως αντιπροσώπων δεν ενδιαφέρει παρά μόνο το πραγματικό γεγονός ότι αυτοί ασκούσαν τη νομή, στο όνομα και για λογαριασμό όχι των ίδιων αλλά του ενάγοντος, μετέπειτα δε ο ίδιος προσωπικά, και, συνεπώς συνέτρεξαν στο πρόσωπο αυτού οι απαιτούμενες από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατά το έτος δε 1958 παραχώρησε στον αδελφό του ΑΑ τη χρήση των δύο δωματίων του ισογείου χωρίς αντάλλαγμα (χρησιδάνειο), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν το έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1045 και 810 ΑΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, ο πέμπτος, δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, από το άρθρ.559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά, με τον χρόνο διορισμού του ΑΑ ως αντιπροσώπου του ενάγοντος, το χρόνο κατάρτισης μεταξύ των ανωτέρω της σύμβασης χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας ο πρώτος διέμενε στο ισόγειο της επίδικης διώροφης κατοικίας, τον ακριβή χρόνο που για πρώτη φορά οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο καθώς και τη δυνατότητα του ΑΑ να ασκεί πράξει νομής επί του επιδίκου για λογαριασμό του ενάγοντος, λόγω της αναφερόμενης ασθένειάς του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος πέμπτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από την ίδια ως άνω διάταξη, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών, λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν, α) αν η εικονικότητα του προσώπου του αγοραστή του επίδικου ακινήτου, με το ... συμβόλαιο ήταν σε γνώση των συμβαλλομένων, οι οποίοι και θέλησαν όπως τα αποτελέσματα της σύμβασης αυτής επέλθουν στο πρόσωπο του ενάγοντος, β) ποίο ήταν το τίμημα της αγοράς του επιδίκου και το ποσό των χρημάτων που απέστειλε ο ενάγων για τον σκοπό αυτό, είναι αβάσιμος, ως αλυσιτελής, διότι με τον λόγο αυτό πλήττονται αιτιολογίες οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτό από το έτος 1956 έως και το έτος 1991.

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι σ' αυτήν δεν περιέχονται αιτιολογίες σχετικά, με τον λόγο για τον οποίο, ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων ΑΑ, δαπάνησε το ποσό της αρωγής που έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την ανέγερση της κατοικίας στο επίδικο οικόπεδο, εξέδωσε στο όνομά του την οικοδομική άδεια για την ανέγερση τούτου, επιμελήθηκε για την άρση του εμπράγματου βάρους που είχε επιβάλει η εν λόγω Τράπεζα στο επίδικο, υπέβαλε αίτηση στον ΟΤΕ για παροχή τηλεφωνικής σύνδεσης στο ακίνητο αυτό στο όνομά του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, οι οποίες ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα, όπως προεκτέθηκε, εκτίθεται με σαφήνεια.

Για την ίδια αιτία είναι απαράδεκτος ο από την ίδια διάταξη έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης,, πέμπτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν γιατί δεν πείσθηκε το δικαστήριο της ουσίας από τις προσαχθείσες από τους εναγομένους φορολογικές δηλώσεις εισοδήματος ότι το επίδικο δηλώνονταν ως κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, πέμπτος, έκτος, κατά το τρίτο μέρος τους, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης, σχετικά με την ανικανότητα του ΑΑ προς εργασία, λόγω ασθένειας, από το έτος 1956, και της αιτίας λήψης από εκείνον της αρωγής (δανείου) το έτος 1955 προς ανέγερση οικοδομής, είναι απαράδεκτοι προεχόντως διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν ουσιώδη ζητήματα στην κρινόμενη υπόθεση.

Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 70, 118 αριθ. 4, 216 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται μεταξύ των άλλων, να αναφέρεται το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, το οποίο, στην εν λόγω αγωγή, συνίσταται στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος είτε με την αποβολή του και κατάληψη του ακινήτου, είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει είτε με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτήν δημιουργείται για το δικαίωμα σύγχυση και αμφιβολία.

Στην προκείμενη υπόθεση, με την ένδικη αγωγή, ζητήθηκε η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επί του περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, διότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν το δικαίωμά του αυτό. Επομένως, εφόσον με την αμφισβήτηση αυτή δημιουργείτο σύγχυση και αμφιβολία για το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου, ορθώς κρίθηκε ορισμένη η αγωγή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη λόγω μη επίκλησης του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος, είναι αβάσιμος.

Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 138, 1041 επ, 1045 επ ΑΚ, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, καθόσον, σύμφωνα με το λόγο αυτό αναίρεσης, υπήρχε αντίφαση μεταξύ του ιστορικού αυτής, με το οποίο γινόταν επίκληση παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα, και του αιτητικού της, με το οποίο ζητείτο η αναγνώριση της κυριότητάς του λόγω έκτακτης χρησικτησίας, είναι αβάσιμος, διότι με την αγωγή γινόταν επίκληση έκτακτης χρησικτησίας ως τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα.

Ο από την ίδια διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 138, 947 επ, 1041 επ, 1045 επ. ΑΚ, διότι ενώ στην ένδικη αγωγή ιστορείτο ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά το έτος 1956 δυνάμει του ...

εικονικού, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, συμβολαίου, έκανε δεκτό ότι ο εν λόγω διάδικος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αυτό από το έτος 1956 και εφεξής επί μία εικοσαετία, ενώ προς τούτο η με διάνοια κυρίου νομή έπρεπε να στρέφεται κατά ξένου ακινήτου, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή έγινε δεκτό ότι με την ένδικη αγωγή ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, αλλά μόνο έκτακτη χρησικτησία.

Με την ίδια αιτιολογία πρέπει να απορριφθούν, ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, δεύτερο και τρίτο μέρος, από τους αριθ. 10 και 19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ερεύνησε εάν ο ενάγων απέκτησε ή όχι την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ούτε διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη παραδοχές για το ζήτημα αυτό, και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, από τους αριθ. 1, 14, 10, 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι ενώ με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων του ενάγοντος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έγινε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής ,ως προς την αιτία για την οποία καταρτίσθηκε το ...

συμβόλαιο αγοράς του επιδίκου στο όνομα του ΑΑ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν την απέρριψε ως μη νόμιμη, άλλως ως απαράδεκτη, ούτε και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό.

Επειδή, οι υπεύθυνες δηλώσεις του ν.δ. 105/1969 και ήδη του ν. 1599/1986, παραδεκτώς λαμβάνονται υπ' όψη ως δικαστικά τεκμήρια από τα δικαστήρια της ουσίας, εφόσον δεν προκύπτει ότι δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση. Συνακόλουθα, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ως πλημμέλεια η παρά το νόμο λήψη υπόψη από το Εφετείο των από 21-6-2001 και 3-7-2001 υπεύθυνων δηλώσεων τρίτων, οι οποίες συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν κατά την προκείμενη δίκη, είναι αβάσιμος, διότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ.561 παρ.1ΚΠολΔ), οι υπεύθυνες αυτές δηλώσεις δεν συντάχθηκαν προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη και, συνεπώς, ορθώς λήφθηκαν υπόψη, ως τεκμήρια, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του.

Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στην 62/2002 εισηγητική έκθεση και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με την άσκηση διακατοχικών πράξεων, με διάνοια κυρίου επί του επίδικου ακινήτου, από τον ενάγοντα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1956 έως και το έτος 1991 και, συνακόλουθα την κτήση της κυριότητας τούτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και την κατοχή των ανωτέρω χώρων του ισογείου του επιδίκου από τον αδελφό του ενάγοντος ΑΑ, δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου, τόσο την κατάθεση της μάρτυρας ΒΒ, η οποία δόθηκε για τα θέματα απόδειξης της 48/2001 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλονιάς και διαλαμβάνεται στην σχετική εισηγητική έκθεση, όσο και τα έγγραφα που μ' επίκληση προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, ήτοι την με αριθ. ...

άδεια της Πολεοδομίας ..., την με αριθ. ... βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, την από 2-2-1976 αίτηση προς τον ΟΤΕ του ΑΑ, τα βιβλιάρια ενσήμων του ΑΑ, την από 30-10-1979 αίτηση αυτού για συνταξιοδότησή του, το ... δελτίο ελέγχου του Υπουργείου Εργασίας, τα ..., ..., ..., ... συμβόλαια, την ... βεβαίωση του ΤΕΒΕ, το από 14-9-1959 συμφωνητικό, την από 31-8-1967 άδεια κυνηγιού, το από 28-7-1973 συμφωνητικό, τις 1443/1973, 1752/1973 εντολές είσπραξης, την ...

άδεια της Πολεοδομίας ..., το από 6-1-1985 συμφωνητικό, τις με αριθ. 2,3 φωτογραφίες, το 77/19-2-1955 πρακτικό και την από 27-7-1955 αίτηση προς την ΑΤΕ. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, τέταρτος του κυρίου δικογράφου, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, πρόσθετοι, κατά το δεύτερο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι.

Ο από την ίδια διάταξη έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι ήδη αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα τα οποία οι εν λόγω διάδικοι προσκόμισαν μ' επίκληση και τα οποία δεν έλαβε υπόψη του Εφετείο.

Επειδή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ., όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και κατά τη διάταξη του άρθρ.559 αριθ.10 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή της ένστασης ή της αντένστασης.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με το πρώτος μέρος των τέταρτου, πέμπτου ,έκτου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, καθώς και με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ 8β ΚΠολΔ, αποδίδονται ως πλημμέλειες ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των ήδη αναιρεσειόντων, ότι ο δικαιοπάροχος αυτών, ΑΑ, ως αποκλειστικός κύριος του επιδίκου προέβη σε διαγραφή της υποθήκης που είχε εγγραφεί σ' αυτό, προς εξασφάλιση του δανείου που είχε λάβει από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, έλαβε άδεια επέκτασης της επίδικης οικοδομής το έτος 1975, είχε τη δυνατότητα αγοράς του επίδικου οικοπέδου και ανέγερσης σ' αυτό οικίας, διότι το έτος 1956 δεν έπασχε από την ανωτέρω αναφερόμενη ασθένεια και απασχολείτο με οικοδομικές εργασίες έως το έτος 1961 και μετά ως οικοδόμος-ξυλουργός, υπάλληλος τεχνικού γραφείου, κ.ά., ότι είχε κριθεί δικαιούχος της δανειακής αρωγής ένα έτος πριν την αγορά του επιδίκου, προς εξασφάλιση του οποίου είχε παραχωρήσει υπέρ της δανείστριας Τράπεζας υποθήκη, και επομένως είχε την πρόθεση και τη δυνατότητα να προβεί σε ανοικοδόμηση σε οικόπεδο το οποίο θα αγόραζε και θα νεμόταν αποκλειστικά μόνο στο όνομά του, καθώς και ότι ο ανωτέρω ήταν κύριος του επιδίκου, στις δε φορολογικές του δηλώσεις αναφέρει ότι κατοικεί σε ιδιόκτητη οικία Επίσης, με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τέταρτο μέρος, προβάλλεται, κατά την γενόμενη εκτίμησή του, η από τη διάταξη του άρθρ.559 αριθ.10 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ήτοι τα περιστατικά αναφορικά με την αγορά του επίδικου ακινήτου από τον ΑΑ για λογαριασμό του ενάγοντος αδελφού του.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της σε έκτακτη χρησικτησία στηριζόμενης βάσης της ένδικης αγωγής και επομένως, η μη λήψη αυτών υπόψη, και η αποδοχή του τελευταίου ως αληθινού, χωρίς αποδείξεις, από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τους επικαλούμενους από τους αριθ. 8 περ.

β και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Επειδή, για τη θεμελίωση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει, εκτός των άλλων, το έγγραφο να αφορά την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα, ενώ αν το έγγραφο αφορά την απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Συνακόλουθα, ο τρίτος κύριος λόγος, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση, από το δικαστήριο της ουσίας, του περιεχομένου του με αριθ. ... ναυτικού φυλλαδίου του ενάγοντος, αναφορικά με τον χρόνο της απουσίας του από την Ελλάδα, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.

Επειδή, ο έβδομος πρόσθετος λόγος, μέρος πρώτο, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 336 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι αναίρεση κατά το άρθρο 559αριθ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται μόνο όταν η παραβιαζόμενη διάταξη είναι ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική, όπως είναι η ως άνω διάταξη του άρθρου 336 παρ.3 ΚΠολΔ.

Επειδή, για το παραδεκτό του από τη διάταξη του άρθρ.559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει ο αναιρεσείων, εκτός των άλλων, να επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αποδεικτικό μέσο ως προς το οποίο υπάρχει παράβαση κατά την αποδεικτική αυτού δύναμη και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη δικαστικής ομολογίας του ενάγοντος, ότι δε νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο και επομένως δεν απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2007 αίτηση και τους από 7-7-2008 πρόσθετους λόγους των Χ1, κλπ για αναίρεση της 1177/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών .

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ