Supreme Court dismisses appeal for misrepresentation of evidence where facts were not proven by document alone.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Angelos Karagiannidis A.E. against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court misinterpreted a bank's demand note and failed to apply specific debt restructuring laws. The court held that the appellant did not clarify whether the note referred to restructuring agreements or original loan contracts, and that the lower court's evaluation of the note's evidentiary value was not a reversible error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 and Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's evaluation of a document's evidentiary value constitutes a proper exercise of judicial discretion rather than a clear distortion of the document's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 684/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ Α.Ε", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Σπυρίδων Νικολάου και Σεραφείμ Ανααστασάκος.
Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως - ΕΤΒΑ ΑΕ",την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ζωγραφία Ευαγγελίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.12.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4320/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2590/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11.4.2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 24.10.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οπό περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 17/2006 και 4/2005).
Η δε νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της δε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.ΑΠ 18/1998).
Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 30 του νόμου 2789/2000, με το οποίο ρυθμίσθηκε η εξόφληση ληξιπροθέσμων απαιτήσεων οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα και προσδιορίσθηκε το ύψος των απαιτήσεων, που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή, ορίζεται, ότι "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαιτήσεως, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών, ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας συμβάσεως ή κατά το νόμο:
α) το τετραπλάσιον, εάν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31-12-1985, β) το τριπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι τις 15-4-1998". Με την παρ. 8 του αυτού άρθρου, ορίζεται, ότι: "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν, εκτός άλλων, όσα ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (ΦΕΚ 21/11.2.2000, Τ.Α'), και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη".
Τέλος, με την παρ. 4 περ. α' του αυτού άρθρου, ορίζεται ότι: "από της ισχύος του παρόντος νόμου (από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατ' άρθρο 31 αυτού) τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αιτήσεως στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στην ρύθμιση της παρ. 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους".
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οφειλές από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν είχαν συμπεριληφθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 του Νόμου 1789/2000, εάν οι πιστωτικές συμβάσεις είχαν καταγγελθεί οριστικά ή οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί που ετηρούντο γι' αυτές είχαν κλείσει οριστικά, μετά την 15-4-1998 (ΑΠ 236/2005 και 118/2005), και ανεξάρτητα από εάν οι προαναφερθείσες καταγγελίες έλαβαν χώρα μέχρι και την έναρξη ισχύος του νόμου 2789/2000 κατά την 11-2-2000, μετά όμως την 15-4-1998.Ενόψει δε αυτών, για τις ίδιες πιστωτικές συμβάσεις, που καταγγέλθηκαν μετά την 15-4-1998, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής ούτε της προαναφερθήσας ρυθμιστικής εξαίρεσης της παρ. 8 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, με την οποία ορίστηκε ότι οι ευνοϊκές ρυθμίσεις της παρ. 1 του ίδιου άρθρου δεν επηρεάζουν τις συμβιβαστικές ρυθμίσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών που είχαν καταρτισθεί μέχρι την 11-2-2000 που δημοσιεύθηκε ο νόμος 2789/2000, αφού η εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης είχε ως προϋπόθεση, την κατ' αρχήν υπαγωγή της συγκεκριμένης σύμβασης στη ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.πολ.Δ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 4-12-2002 αγωγή της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι εκτίθενται τ' ακόλουθα: "Προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ανέγερση ξενοδοχείακού συγκροτήματος σε ακίνητο της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με πέντε (5) διαδοχικές συμβάσεις δανείων, που κατάρτισε κατά το χρονικό διάστημα από 12-9-1972 μέχρι 5-2-1976 με την εναγομένη "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως - ΕΤΒΑ Α.Ε.", η οποία από 1-12-2003 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της από την παριστάμενη στο Δικαστήριο αυτό και συνεχίζουσα τη δίκη "Τράπεζα Πειραιώς-ανώνυμος Εταιρία", έλαβε για το σκοπό αυτό από την τελευταία το ποσό των 35.674.000 δραχμών συνολικά, ενώ προστέθηκαν αναλογικά στα δάνεια αυτά και, προς υλοποίηση της επιβληθείσας από το νόμο έκτακτης εισφοράς, τρία (3) ακόμη αυτοτελή δάνεια.
Ότι για τα δάνεια αυτά και, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής, καταρτίστηκαν ανάμεσα στους διαδίκους συμβολαιογραφικές πράξεις, αρχικά η 2493/29-4-1977 περί του τρόπου εξυπηρετήσεως των δανείων και στη συνέχεια, η 2780/30-4-1979, περί αναμορφώσεως των δανείων και προσδιορίστηκαν τα οφειλόμενα την 1-7-1979 από κάθε δάνειο ποσά, ενώ καθορίστηκε ενιαίος τρόπος εξυπηρετήσεως τους, καθώς και το ποσοστό τόκου σε περίπτωση καθυστερήσεως οφειλόμενης δόσεως τους και έτσι, την 1-1-1980 το οφειλόμενο γι' αυτά ποσό ανερχόταν στα 44.684.976 δραχμές συνολικά.
Ότι, λόγω μη κανονικής εξυπηρετήσεως των δανείων και επιβαρύνσεως αυτών με τόκους υπερημερίας, με την 5.470/30-6-1992 μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτισθείσα συμβολαιογραφική νέα πράξη ρυθμίσεως χρεών, ρυθμίστηκαν οι μέχρι τότε άληκτες, καθώς και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της, το αυτό δε έγινε με το μεταξύ τους από 7-10-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής ρυθμίσεως οφειλών, για το οφειλόμενο στις 31-12-1995 συνολικό ποσό, ύψους 204.258.948 δραχμών.
Ότι η εξυπηρέτηση των άνω δανείων με βάση το συμφωνητικό αυτό συνεχίστηκε μέχρι το μήνα Μάιο 1998, ότε και διακόπηκε παντελώς, ενόψει δε ρητού όρου του συμφωνητικού αυτού, η εν λόγω ρύθμιση ανατράπηκε αυτοδικαίως από 20-6-1998 και οι οφειλές της επανήλθαν στην πριν από τη ρύθμιση αυτή πραγματική κατάσταση. Ότι για την οφειλή της στην εναγομένη, ανερχόμενη στις 22-9-1999 στα 41.274.752 δραχμές για άληκτα κεφάλαια και 249.752.967 δραχμές για καθυστερούμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και τόκους τόκων, η τελευταία της κοινοποίησε την από 30-6-1999 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία, επικαλούμενη υπερημερία της ως προς την εξυπηρέτηση των δανείων, αφενός "κατάγγειλε όλα τα δάνεια", αφετέρου την επέτασσε να της καταβάλει το ποσό των 291.027.719 δραχμών, εντόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Ότι μετά από αυτά και, ενόψει της δημοσιεύσεως στις 11-2-2000 του Ν. 2789/2000, με το άρθρο 30 του οποίο προβλέφθηκαν ευνοϊκές για τους οφειλέτες δανείων ρυθμίσεις των χρεών τους, υπέβαλε στην εναγομένη την προβλεπόμενη από την παρ. 4α' του άρθρου αυτού, από 11-4-2000 εξώδικη αίτηση-δήλωσή της, με την οποία της δήλωνε, ότι υπάγεται στις διατάξεις του νόμου αυτού και της ζητούσε να της γνωρίσει εγγράφως το ύψος της οφειλής της κατά το κεφάλαιο και τόκους, χωρίς, όμως, να λάβει απάντηση, για να της απευθύνει και νέα, την από 26-7-2000 όμοιου περιεχομένου εξώδικη, επίσης, αίτηση-δήλωσή της.
Ότι, μετά από αυτά η εναγομένη της γνωστοποίησε, ότι το συνολικό ύψος κατ' αυτήν της οφειλής της μέχρι την 1-8-2000, χωρίς την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του νόμου αυτού, ανερχόταν σε 331.000.000 δραχμές, ποσό το οποίο, με επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων της, κατέβαλε στην εναγόμενη την 1-8-2000. Ότι για κάθε δάνειο, όπως είχε διαμορφωθεί την 1-1-1980 με τη 2.780/3-4-1979 άνω συμβολαιογραφική πράξη, η πραγματική οφειλή της στην εναγομένη την 1-8-2002, μετά την αφαίρεση του ποσού των 316.708.964 δραχμών που μέχρι τότε από την αρχή των δανείων της είχε καταβάλλει, ανερχόταν στο ποσό των 14.086.136 δραχμών και έτσι, μετά την αφαίρεση του ποσού αυτού, από την παράνομη και αρνητική στο αίτημα της συμπεριφορά της εναγομένης, εξαναγκάσθηκε να της καταβάλει αχρεώστητα και άλλα 316.913.864 δραχμές.
Ότι η παράλειψη της εναγομένης να της γνωστοποιήσει, ότι η οφειλή της εμπίπτει στις διατάξεις του άνω νόμου, καθώς και το ύψος αυτής κατά κεφάλαιο και τόκους, αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο αυτό ενέργειας της και είναι παράνομη, όπως παράνομη είναι και η απαίτηση της να της καταβάλει την 1-8-2000 το άνω ποσό, προκειμένου να προβεί αυτή σε συνομολόγηση εξοφλήσεως της οφειλής, ώστε να γίνει άρση των εμπραγμάτων βαρών επί ακινήτων της.
Ότι τα παραπάνω καθιστούν την ενέργεια της εναγομένης κακόβουλη και καταχρηστική, που έγινε με σκοπό να την εξαναγκάσει με την απειλή της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος περιουσιακών της στοιχείων, σε καταβολή του αξιούμενου από αυτή ποσού. Και ότι, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης, ζημιώθηκε κατά το άνω ποσό, που της κατέβαλε αχρεώστητα.
Επικουρικά δε, ότι η εναγομένη κατά το άνω ποσό έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της. Ζήτησε, κατόπιν αυτών, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση το άνω ποσό λόγω της αδικοπραξίας, που τέλεσε σε βάρος της, άλλως να της καταβάλει το ποσό αυτό κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, νομιμότοκα σε κάθε περίπτωση, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις".Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2590/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αγωγή αυτή κρίθηκε και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με τις ακόλουθες παραδοχές:
Με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά, η ενάγουσα στηρίζει την κυρία βάση της αγωγής στις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Ως παράνομη δε συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, αποδίδει την παράλειψή τους, αφενός να υπαγάγουν την οφειλή της στις ευεργετικές διατάξεις του άνω Νόμου, αφετέρου να της γνωστοποιήσει η εναγόμενη το ύψος της οφειλής της για να προβεί με βάση το νόμο, αυτό σε εξόφλησή της.
Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή για την υπαγωγή στο νόμο αυτό των άνω δανείων της, απαιτείτο αφενός να είχε γίνει καταγγελία των συμβάσεων ή, εφόσον δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, να είχε καταστεί η απαίτηση της εναγόμενης γι' αυτά εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους των οικείων συμβάσεων ή κατά νόμο, αφετέρου τα περιστατικά αυτά (καταγγελία ή ληξιπρόθεσμο και απαιτητό) να είχαν συμβεί μέχρι τις 15-4-1998 (άρθρο 30 παρ. 1 νόμου αυτού), χωρίς να εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του άνω άρθρου, όσες περιπτώσεις ρυθμίστηκαν με συμφωνία μεταξύ της πιστοδότριας Τράπεζας και της δανειολήπτριας μέχρι τη δημοσίευση στις 11-2-2000 του Νόμου αυτού (2.789/2000) και η συμφωνία αυτή να εξακολουθεί να δεσμεύει τα μέρη.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως εκτίθεται στην αγωγή, αφενός μεν η καταγγελία των συμβάσεων έγινε στις 30-9-1999, αφετέρου δε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατέστη η οφειλή της αναιρεσείουσας - ενάγουσας στις 20-6-1998, δηλαδή και στις δύο αυτές περιπτώσεις τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά τις 15-4-1998, που ορίζεται κατά τα άνω από το νόμο.
Εξάλλου, με σχετικές μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμφωνίες, είχε και πριν από την άνω ημεροχρονολογία ρυθμιστεί η οφειλή της ενάγουσας από τα δάνεια, και συγκεκριμένα, με τις από 29-4-1977, από 3-4-1979 και από 30-6-1992 άνω συμβολαιογραφικές πράξεις, καθώς και το από 7-10-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό και, όπως η ενάγουσα στην αγωγή αναφέρει, μέχρι τη δημοσίευση (11-2-2000) του άνω Νόμου, μόνο η ρύθμιση με το τελευταίο συμφωνητικό, λόγω μη τηρήσεως από αυτή των όρων του, είχε αυτοδικαίως ανατραπεί, ενώ οι προηγούμενες ρυθμίσεις ίσχυαν, αφού η ίδια αναφέρει ότι η πραγματική οφειλή της για κάθε δάνειο, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί την 1-1-1980 με τη 2780/3-4-1979 συμβολαιογραφική πράξη, ανερχόταν την 1-8-2000 στα 14.086.136 δραχμές συνολικά.
Έτσι, σε κάθε περίπτωση, η οφειλή της ενάγουσας δεν υπαγόταν στη ρύθμιση του άνω Νόμου. Κατόπιν αυτών, η εναγομένη Τράπεζα δεν είχε από το νόμο υποχρέωση να υπαγάγει την πιο πάνω οφειλή της ενάγουσας στη ρύθμιση του νόμου αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ότι η αγωγή της δεν ήταν νόμιμη.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά της η αγωγή της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμη, αφού η οφειλή της αναιρεσείουσας δεν υπαγόταν στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 2781/2000, ως προερχόμενη από καταγγελία της αναιρεσίβλητης τράπεζας, που έγινε μετά την 15-4-1998, και ειδικότερα την 30-6-1999.
ώστε τελικά η άρνηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας στο να δεχθεί την υπαγωγή της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του άρθρ. 30 του ίδιου νόμου δεν ήταν παράνομη. Με το ν' αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα και τη ζητούμενη έννομη προστασία με την αναφορά σ' αυτή και του στοιχείου της καταγγελίας των ένδικων πιστωτικών συμβάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας στις 30-5-1999, δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία, που δεν ήταν αναγκαία για την κρίση του και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, ούτε παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προαναφερόμενου αρθρ. 30 του Νόμου 2789/2000.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτεοι.
ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.( Ολ.ΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι (κατά το ένα μέρος τους) με τους οποίους με τη ρητή επίκληση αιτιάσεων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι οι ένδικες πιστωτικές συμβάσεις δεν ήταν δυνατό να υπαχθούν στη ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, με τις προαναφερθείσες τρεις επάλληλες αιτιολογίες (καταγγελία, ληξιπρόθεσμα συμβιβαστικές ρυθμίσεις), είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ. Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά το ένα μέρος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς: 1) "ότι η ένδικη οφειλή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη έπρεπε να υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000" και 2) " ότι η ένδικη οφειλή της αναιρεσείουσας δεν υπάγεται στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 εκ του ότι η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων έλαβε χώρα μετά την 15-4-1998"Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι ο πρώτος ισχυρισμός είχε προταθεί από την αναιρεσείουσα υπό τη θετική μορφή του, ότι δηλαδή η οφειλή της υπαγόταν στην ευεργετική ρύθμιση του προαναφερθέντος άρθρου 30 του Ν 2789/2000, προκειμένου να κριθεί το βάσιμο της αγωγής της για οποιοδήποτε εκ των δύο βάσεων (εξ αδικοπραξίας ή εκ αδικαιολογήτου πλουτισμού), αλλά και ως αναγκαία προϋπόθεση για το ότι οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης και αντιστοίχως οι οφειλές της αναιρεσείουσας από τα επίδικα δάνεια, υπάγονταν στη ρύθμιση του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000την οποία (προϋπόθεση) η αναιρεσείουσα θεωρούσε ως δεδομένη.
Εξάλλου, από το δεύτερο ισχυρισμό, το πραγματικό περιστατικό της καταγγελίας όλων των ένδικων δανειακών συμβάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας, περιλαμβάνονταν ρητά και ειδικά στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας με το ιστορικό της που προαναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη, και ειδικότερα με τη διατύπωση: "Στις 30-9-1999 η αντίδικος μας κοινοποίησε επιταγή πληρωμής με την οποία επικαλούμενη το γεγονός ότι η εταιρεία είχε περιέλθει σε υπερημερία εξυπηρετήσεως των ως άνω δανείων, το μεν κατήγγειλε όλα τα παραπάνω δάνεια, το δε μας διέταξε πως καταβάλουμε πάραυτα σ' αυτή το εισέτι συνολικό κατ' αυτήν οφειλόμενο μέχρι την ως άνω ημερομηνία ποσό των δραχμών 291.027.719 εντόκως με το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, των μεν εν καθυστερήσει ποσών από 23-9-1999 μέχρι εξοφλήσεως και με εφαρμογή του άρθρου 12 του Ν. 2001/1998 περί εκτοκισμού των καθυστερούμενων τόκων, του δε άληκτου κεφαλαίου από της εκθέσεως περί ης ο λόγος επιταγής". (βλέπετε σελ. 6 και 7 της αγωγής παρ. 10).
Η προβολή δε εκ μέρους της ίδιας της αναιρεσείουσας με την αγωγή της του πιο πάνω θεμελιωτικού πραγματικού ισχυρισμού, που αφορούσε την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000, αλλά και δεν ήταν αναγκαίο να αποτελέσει περιεχόμενο καταλυτικού ισχυρισμού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δεν συνοδεύτικε από αντίστοιχο διευκρινιστικό ισχυρισμό της ότι η επικαλούμενη καταγγελία όλων των δανείων", αφορούσε μόνο τις ρυθμιστικές συμφωνίες αποπληρωμής του δανειακού χρέους, και όχι και τις βασικές δανειακές συμβάσεις, καίτοι με την επιδοθείσα επιταγή της αναιρεσίβλητης ζητήθηκε κατά την αγωγή η συνολική οφειλή από όλα τα δάνεια.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση)και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ, (όχι δε για δικόγραφο όπως η αγωγή) περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο 'λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που παραμόρφωσε. Έτσι παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν εκτιμά κατ' ουσίαν πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να υπάρξουν διαγνωστικά λάθη κατά την εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση εγγράφου.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 πέμπτος και τελευταίος λόγος (κατά το τρίτο μέρος του) της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη πλημμέλεια, ως προς την παραμόρφωση του περιεχομένου της από 30-9-1999 επιταγής της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος όπως και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2005 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικές Ξενοδοχειακές Ναυτιλιακές Επιχειρήσεις Άγγελος Καραγιαννίδης ΑΕ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2590/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2008 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ