Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding DEHE employee classification and salary revision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision concerning his employment status at DEHE. The court found that the appellant lacked the specific maritime engineering degree required for the new technical category he sought, rendering his claim for salary revision baseless. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 of the Staff Status Regulations; Art. 42 para. 4 of the Staff Status Regulations; Art. 288 of the Civil Code; Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 9 para. 3 of the Code of Civil Procedure: The court must reject an appeal when the lower court correctly applied statutory requirements for employee classification and dismissed the underlying claim for salary revision as factually unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 684/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 759/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9040/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2005 αίτησή του και τον από 17-1-2007 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 6-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του από 17-1-2007 μοναδικού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή το προσωπικό της ΔΕΗ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της, που διαλαμβάνεται στην από 4-10-1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε με την υπ΄ αριθ. 2842/442/1973 της 24/25-10-1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 1274) και έχει ισχύ νόμου, γιατί κυρώθηκε αναδρομικώς με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
΄Εκτακτο προσωπικό είναι το προσλαμβανόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Επιχειρήσεως και μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 4 του Κανονισμού να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό, με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από γνώμη του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού, το τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια Α΄, Β΄, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 και η κατάταξη αυτή αποτελεί αποκλειστικώς μισθολογική διαβάθμιση του προσωπικού, η οποία δεν παρέχεις το ίδιο δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ.
Περαιτέρω, το τακτικό προσωπικό της, με βάση το άρθρο 4 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ανωτέρω Κανονισμού, κατατάσσεται σε κλάδους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορεί επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Ο κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσεως.
Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεως αυτού και ορίζονται σε κλάδους : α) στελεχών γενικών θέσεων (Γ), β) τεχνικών (Τ), γ) διοικητικό - οικονομικών (Δ-Ο), δ) δικηγόρων (Ν), ε) υγειονομικών (Υ) και στ) μισθωτών γενικών υπηρεσιών (ΓΥ). Ο κλάδος τεχνικών, περιλαμβάνει επτά κατηγορίες, δηλαδή, τις κατηγορίες Τ-1 έως Τ-7.
Στην κατηγορία Τ-3 (τεχνολόγων), εντάσσονται υπάλληλοι που έχουν πτυχίο αναγνωρισμένης σχολής ανωτέρας τεχνικής εκπαιδεύσεως ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής και εξελίσσονται σε πέντε βαθμίδες (από την ε΄ μέχρι την καταληκτική α). Στη βαθμίδα ε΄ αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 7, 8 και 9, με εισαγωγικό το τελευταίο.
Στην κατηγορία των τεχνικών Τ-4 εντάσσονται οι υπάλληλοι που έχουν πτυχίο αναγνωρισμένης κατώτερης τεχνικής σχολής και εξελίσσονται σε έξι βαθμίδες, δηλαδή από τη στ΄ μέχρι την καταληκτική α΄ . Στην εισαγωγική δε βαθμίδα στ΄ αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια 9, 10, 11, 12, 13 και 14, με εισαγωγικό το τελευταίο.
Με το άρθρο 5 του Κανονισμού ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) και ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού που προηγήθηκε της εντάξεώς του στο τακτικό προσωπικό, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο ο οποίος κατά το άρθρο 22 απαιτείται για την πρώτη, μετά την ένταξη, μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο εντάξεως.
Εξάλλου, με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ", η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 227/1990) έγινε ανακλιμάκωση των μισθολογικών κλιμακίων εξελίξεως του προσωπικού της αναιρεσίβλητης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει ότι η το πρώτον ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και, συνακολούθως, ούτε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί της εντάξεως αυτής ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρεώσεως προσλήψεως του εντασσόμενου στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ) και κατατάξεώς του στους οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, που είναι εκ των προτέρων από τον κανονισμό δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο, με βάση τα τυπικά προσόντα του.
Συνεπώς, το δικαίωμα του έκτακτου μισθωτού να ενταχθεί στην, κατά τους όρους του ΚΚΠ/ΔΕΗ και με βάση τον τίτλο σπουδών του, κατηγορία, αποτελεί ενοχικό δικαίωμά του, που πηγάζει από ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό. Εντεύθεν, θεμελιώνεται αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς ένταξη του έκτακτου προσωπικού της στην κατηγορία του τακτικού, στην οποία τούτο δικαιούται να ενταχθεί με βάση τον εν λόγω Κανονισμό, και συνεπώς η μη εκπλήρωση από την αναιρεσίβλητη (ΔΕΗ) της υποχρέωσής της αυτής, είτε με τη μη ένταξη, είτε με ένταξη σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη στην οποία δικαιούτο να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως : (βλ. σχ. ΑΠ 815/2006). Εξάλλου, η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει τόσο από το άρθρο 288 Α.Κ., όσο και από τα άρθρα 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η οικειοθελής παροχή του εργοδότη δεν αποτελεί μεν, κατ΄ αρχήν, μισθό, παρέχεται όμως προς τους εργαζόμενους εντός των πλαισίων της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως.
Συνεπώς, η κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εξαίρεση από την οικειοθελή παροχή ορισμένων από τους εργαζομένους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν υπό τις ίδιες συνθήκες την ίδια εργασία, με εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε αυτή, συνιστά παράβαση των εκ της εργασιακής συμβάσεως υποχρεώσεων του εργοδότη και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 185/2005, 419/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ : Ο αναιρεσείων είναι από το έτος 1981 πτυχιούχος της αναγνωρισμένης ανώτερης σχολής ναυπηγών "..... ".
Η αναιρεσίβλητη στις 4-12-1985 προκήρυξε διαγωνισμό για την πρόσληψη, μεταξύ των άλλων, μηχανοτεχνικών ΑΗΣ, ΥΥΣ και αεριοστροβίλων, για τη συμμετοχή στον οποίο απαραίτητο τυπικό προσόν ήταν πτυχίο αναγνωρισμένης κατώτερης ή μέσης τεχνικής σχολής ειδικότητας μηχανοτεχνίτη ή δίπλωμα μηχανικού εμπορικού ναυτικού.
Ο αναιρεσείων πέτυχε στο διαγωνισμό και προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη την 1-12-1986 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ετήσιας διάρκειας, ως έκτακτος μισθωτός με καθήκοντα τεχνικού (γενικά) και τοποθετήθηκε στην κατηγορία Τ4. Η σύμβαση εργασίας ανανεώθηκε με μεταγενέστερες όμοιες έγγραφες συμβάσεις.
Την 1-1-1989 η αναιρεσίβλητη ενέταξε τον αναιρεσείοντα στο τακτικό προσωπικό της και συγκεκριμένα στην ίδια κατηγορία Τ4 και στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, από 1-12-1989 προήχθη στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο, από 1-10-1991 στο 9ο, από 25-9-1992 στο 8ο και από 25-9-1995 στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο της ίδιας κατηγορίας. Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο, ότι η ένταξη του αναιρεσείοντος έγινε σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου ΚΚΠ/ΔΕΗ με βάση την προκήρυξη του διαγωνισμού για την πρόσληψή του, την ιδιότητα και την ειδικότητα για την οποία προσλήφθηκε ως έκτακτος, αφού η πρόσληψή του έγινε για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της αναιρεσίβλητης και ότι η με αυτόν τον τρόπο ένταξη του αναιρεσείοντος δεν έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΚΠ/ΔΕΗ ή της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ/ΔΕΗ.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε και τα ακόλουθα : Με την 35/1990 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, η οποία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 4 παρ. 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, προστέθηκε στην κατηγορία Τ3 του προσωπικού νέα ειδικότητα με τίτλο Τ3/Η Τεχνολόγοι Μηχανολόγοι Μηχανικοί Σταθμών Παραγωγής, για δε την πρόσληψη, ένταξη και μετάταξη στην κατηγορία αυτήν ορίστηκε ότι ο εργαζόμενος πρέπει να κατέχει πτυχίο αναγνωρισμένης ανώτερης δημόσιας σχολής αξιωματικών εμπορικού ναυτικού μηχανολογικής κατεύθυνσης ή ισότιμου αλλοδαπής.
Στη συνέχεια με την 36/1990 απόφαση επίσης του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης αποφασίστηκε η μετάταξη στην ως άνω νέα κατηγορία Τ3/Η από την κατηγορία Τ4/Δ όσων εργαζομένων είχαν το ως άνω τυπικό προσόν και απασχολούνταν σε σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και εγκρίθηκε η ένταξή τους με την 58/1990 απόφαση του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης. Η μετάταξή τους έγινε γιατί και οι τρεις ήταν κάτοχοι πτυχίου της αναγνωρισμένης Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού μηχανολογικής κατευθύνσεως. Ο αναιρεσείων, κατέχει μεν πτυχίο ανώτερης σχολής, όχι όμως μηχανολογικής κατευθύνσεως, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάταξή του με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ των τριών αυτών εργαζομένων και του αναιρεσείοντος ως προς την ένταξή τους σε διαφορετική κατηγορία, αφού κατέχουν διαφορετικά τυπικά προσόντα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει εκ μέρους της αναιρεσίβλητης παραβίαση των αρχών της ισότητας και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθ. 759/1999 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι επικύρωσε την τελευταία απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 16-3-1997 αγωγή του για αναγνώριση ότι έπρεπε να ενταχθεί στην κατηγορία Τ-3-Τεχνολόγοι του Κλάδου Τεχνικών και στα αναφερόμενα βαθμίδες και μισθολογικά κλιμάκια, επικουρικώς δε στην κατηγορίας Τ3/Η-πτυχιούχοι μηχανικοί τεχνολογικής εκπαίδευσης, έτσι ώστε να του καταβληθούν οι επιπλέον μισθολογικές διαφορές.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, τις διατάξεις της παραπάνω από 28-2-1990 Ε.Σ.Σ.Ε. "περί των όρων αμοιβής και εργασίας προσωπικού της ΔΕΗ", καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 288 του ΑΚ, 4 παρ. 1 , 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και 141 (πρώην άρθρου 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η ένταξη του αναιρεσείοντος στην κατηγορία Τ4-Τενικοί (εν γένει) και στα αντίστοιχα βαθμίδες και μισθολογικά κλιμάκια έγινε σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ με βάση την προκήρυξη του διαγωνισμού, στον οποίο αυτός συμμετέσχε, την ιδιότητα και την ειδικότητα για την οποία αυτός προσλήφθηκε ως έκτακτος μισθωτός για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων είχε ήδη καταστήσει γνωστό στην αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο της εντάξεώς του στο τακτικό προσωπικό της ότι ήταν πτυχιούχος της παραπάνω αναγνωρισμένης Ανώτερης Σχολής.
Εξάλλου, με το να μη μεταταχθεί ο αναιρεσείων στη νέα κατηγορία Τ3/Η από την κατηγορία Τ4, δεν παραβιάστηκε η ανωτέρω αρχή του άρθρου 288 του ΑΚ, γιατί, σύμφωνα με όσα δέχτηκε το Εφετείο, οι συνάδελφοι αυτού, οι οποίοι μετατάχθηκαν στην εν λόγω νέα κατηγορία Τ3/Η είχαν το απαιτούμενο τυπικό προσόν της κατοχής πτυχίου αναγνωρισμένης ανώτερης δημόσιας σχολής εμπορικού ναυτικού μηχανολογικής κατεύθυνσης, τυπικό προσόν το οποίο δεν είχε ο αναιρεσείων, το οποίο αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάταξή του με βάση τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, αφού η ανώτερη σχολή, της οποίας κάτοχος πτυχίου ήταν αυτός, δεν ήταν μηχανολογικής κατεύθυνσης.
Επομένως, αμφότεροι οι, ενιαίως κρινόμενοι, μοναδικοί, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-
2.- Επειδή, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα για καταβολή "των προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών από τη διεκδικούμενη μισθολογική αναθεώρηση". Το Εφετείο όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξετάζοντας τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως δέχτηκε, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αφενός ότι η ένταξη του αναιρεσείοντος στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και αφετέρου ότι ορθά δεν μετατάχθηκε ο ίδιος από την κατηγορία Τ4 στη νέα κατηγορία Τ3/Η, ακολούθως δε απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της.
Επομένως απέρριψε, ως εκ του πράγματος, και το αγωγικό αίτημα για καταβολή των μισθολογικών διαφορών που προέκυπταν από "τη διεκδικούμενη μισθολογική αναθεώρηση", δεδομένου ότι προϋπόθεση της τελευταίας αξιώσεως ήταν η παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμου του αγωγικού ισχυρισμού για ένταξη του αναιρεσείοντος στην κατηγορία Τ3-Τεχνολόγοι, άλλως για μετάταξη από την κατηγορία Τ4 στη νέα κατηγορία Τ3/Η.
Στη συνέχεια δε, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεσή του, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της. Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το ως άνω μερικότερο αγωγικό αίτημα και γι΄ αυτό ο πιο πάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
γ΄ ΚΠολΔ, μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 9040/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ