Supreme Court allows appeal against lower court's annulment of cooperative assembly resolution due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' decision annulling a cooperative assembly resolution. The appellant argued the lower court erred by annulling the entire resolution for one provision, violating the principle of contractual freedom and statutory rules allowing members to also be employees. The court found the lower court's reasoning legally flawed and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 2, Art. 562 para. 4 of the Code of Civil Procedure; A resolution annulling a specific provision of a cooperative's bylaws for one reason must not invalidate the entire resolution if other provisions remain valid, and the lower court's application of constitutional principles regarding contractual freedom was incorrect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 684 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 684/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔικ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τσαγκατάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2004 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου ή έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε αιτιολογιών υπάρχει και όταν επί αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ.), η οποία υφίσταται και στην περίπτωση αγωγής, με την οποία ζητείται η ακύρωση απόφασης της Γ.Σ. αστικού συνεταιρισμού ως προς τις αποφασισθείσες τροποποιήσεις περισσοτέρων του ενός άρθρων του καταστατικού του συνεταιρισμού, η αγωγή γίνεται δεκτή και κηρύσσεται άκυρη στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση της Γ.Σ. του συνεταιρισμού για λόγο και με αιτιολογία πόυ αρμόζει σε μια μόνο από τις τροποποιήσεις για τις οποίες αυτή προσβλήθηκε.
Εν προκειμένω από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι κατά τη Γενική Συνέλευση του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού του οποίου μέλος είναι ο αναιρεσίβλητος, που έλαβε χώρα στις 14.5.2001, αποφασίσθηκε απ' αυτή παρανόμως η τροποποίηση των αναφερόμενων άρθρων του καταστατικού, στην οποία αυτός εναντιώθηκε, ζήτησε με τον πρώτο λόγο της αγωγής του, περί του οποίου εν προκειμένω δεν πρόκειται, να ακυρωθεί ολικώς η ως άνω περί τροποποιήσεως του καταστατικού απόφαση της Γ.Σ.
του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού, σε περίπτωση δε μη παραδοχής του πρώτου λόγου να ακυρωθεί ειδικώς αυτή όσον αφορά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 7, 7 παρ. 5, 8 παρ. 7 και 30 παρ. 7 του ισχύοντος καταστατικού. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αποφασισθείσα από τη Γενική Συνέλευση του αναιρεσείοντος στις 14.5.2001 τροποποίηση του άρθρου 4 παρ. 1 του καταστατικού αυτού με την προσθήκη ότι "Μέλη του συνεταιρισμού γίνονται και υπάλληλοι του συνεταιρισμού εφόσον εργάζονται σ' αυτόν και ως εκ τούτου προάγουν την ευόδωση των σκοπών του συνεταιρισμού.
Ειδικότερα επιτρέπεται η είσοδος μέχρι πέντε υπαλλήλων στο συνεταιρισμό, οι οποίοι δεν μπορούν να είναι μέλη στην ΠΟΣΕΥΔ", αντίκειται στο καταστατικό αφού, ως δέχθηκε, προβλέπεται εγγραφή ως μελών προσώπων, τα οποία δεν έχουν την προβλεπόμενη ουσιώδη ιδιότητα του θερμοϋδαυλικού και ακολούθως έτσι δεν επιτυγχάνεται η ευόδωση του σκοπού του εναγομένου, δηλαδή κυρίως με την πώληση ειδών υγιεινής, πράγμα που προϋποθέτει την άσκηση του επαγγέλματος του θερμοϋδραυλικού.
Με βάση την παραδοχή αυτή δέχθηκε την αγωγή και κήρυξε άκυρη την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του αναιρεσείοντος η οποία λήφθηκε στις 14 Μαΐου 2001. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 1667/1786 που αναφέρεται στην ακυρότητα των αποφάσεων της Γ.Σ.
των αστικών συνεταιρισμών και τον τρόπο κήρυξης αυτής, καθόσον όπως προκύπτει εκ του διατακτικού της κήρυξε άκυρη στο σύνολό της την προσβληθείσα απόφαση της Γ.Σ. του αναιρεσείοντος, ήτοι ως προς όλες τις αποφασισθείσες τροποποιήσεις του καταστατικού αυτού χωρίς καθόλου αιτιολογίες όσον αφορά τις λοιπές πλην του άρθρου 4 παρ. 1 τροποποιήσεις του καταστατικού του αναιρεσείοντος.
Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όχι δε και εκ του αρ. 1 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του Συντάγματος κατά την οποία οι γεωργικοί και αστικοί συνεταιρισμοί κάθε είδους αυτοδιοικούνται σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού τους και προστατεύονται και εποπτεύονται από το κράτος που είναι υποχρεωμένο να μεριμνά για την ανάπτυξή τους, προκύπτει ότι οι συνεταιρισμοί ως ιδιότυπες ενώσεις προσώπων που συνεργάζονται για την προάσπιση και προαγωγή των περιουσιακών, επαγγελματικών και λοιπών συμφερόντων τους, αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, η οργάνωση και η δράση των οποίων, μέσα στο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που καθιερώνει και κατοχυρώνει το Σύνταγμα με τις επιμέρους διατάξεις του τελεί υπό την προστασία και την εποπτεία του Κράτους.
Επίσης προκύπτει ότι, με εξαίρεση την υπό της παρ. 5 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη περίπτωση της δια νόμου σύστασης αναγκαστικού συνεταιρισμού για την εκπλήρωση των αναφερόμενων σ' αυτή σκοπών, το Σύνταγμα κατοχυρώνει την αρχή της ελεύθερης συμμετοχής των πολιτών σε συνεταιρισμούς, θεσπιζόμενου γενικού νομοθετικού πλαισίου προς το οποίο πρέπει να προσαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις των καταστατικών των συνεταιρισμών, χωρίς όμως οι δι' αυτού τιθέμενοι περιορισμοί να θίγουν υπέρμετρα την αυτοδιοίκηση των συνεταιρισμών και την αρχή της συμβατικής ελευθερίας που απολαύουν σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1667/1986, ο αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία, χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με την συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μια κοινή επιχείρηση.
Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ίδιου νόμου μέλη του συνεταιρισμού μπορούν να γίνουν ενήλικοι εφόσον δεν τελούν υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη και συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του καταστατικού, όπως επίσης και δήμοι, κοινότητες ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αν το προβλέπει το καταστατικό, ενώ δεν μπορεί να γίνει μέλος όποιος μετέχει σε άλλο συνεταιρισμό, που έχει την ίδια έδρα και τον ίδιο σκοπό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε άκυρη την απόφαση της Γ.Σ. των μελών του αναιρεσείοντος που ελήφθη στις 14-5-2001, με την οποία έγινε προσθήκη στο άρθρο 4 παρ. 1, ως εξής: "Μέλη του συνεταιρισμού γίνονται και υπάλληλοι του συνεταιρισμού εφόσον εργάζονται σ' αυτόν και ως εκ τούτου προάγουν την ευόδωση των σκοπών του συνεταιρισμού.
Ειδικότερα επιτρέπεται η είσοδος μέχρι πέντε υπαλλήλων στο συνεταιρισμό, οι οποίοι δεν μπορούν να είναι μέλη στην ΠΟΣΕΥΔ" δεχόμενο ότι η εν λόγω προσθήκη αντίκειται στο υπάρχον καταστατικό, με τη μέχρι τότε διατύπωση, αφού προβλέπεται εγγραφή ως μελών προσώπων, τα οποία δεν έχουν την προβλεπόμενη ουσιώδη ιδιότητα του θερμοϋδραυλικού και ακολούθως έτσι δεν επιτυγχάνεται η ευόδωση του σκοπού του εναγομένου, δηλαδή κυρίως με την πώληση ειδών υγιεινής, πράγμα που προϋποθέτει την άσκηση του επαγγέλματος του θερμοϋδραυλικού." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ήτοι ότι η αποφασισθείσα τροποποίηση του συγκεκριμένου άρθρου αντίκειται στο καταστατικό, επειδή το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του και ορίζει εφεξής ποιοι μπορούν να είναι μέλη του συνεταιρισμού, είναι διαφορετικό σε σχέση με το προηγούμενο περιεχόμενό του, παραβίασε τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις που καθιερώνουν τις αρχές της ελεύθερης συμμετοχής των πολιτών στους συνεταιρισμούς και της συμβατικής ελευθερίας των τελευταίων, καθώς και τις αναφερθείσες διατάξεις του ν. 1667/1986 από τις οποίες δεν απαγορεύεται με ρύθμιση του καταστατικού να ορισθεί ότι μέλη του συνεταιρισμού δύναται υπό τις οριζόμενες στο καταστατικό προϋποθέσεις να γίνουν και υπάλληλοι του συνεταιρισμού.
Εξάλλου ρύθμιση του καταστατικού η οποία νομότυπα αποφασίζεται από το αρμόδιο όργανο του συνεταιρισμού δύναται να είναι διαφορετική ή και αντίθετη με άλλη υπό τροποποίηση, εφόσον δεν είναι αντίθετη στο νόμο. Μόνη δε η αντίθεση της νέας ρυθμίσεως με την τροποποιούμενη δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της νέας ρυθμίσεως.
Επομένως ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε επιτρεπτώς με την έκθεση του Εισηγητού (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των άνω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 333/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε εννεακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ