Legislator Case Law & Legislation
683/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract nature, rejecting claim that court misdated evidence.

Case Number 683/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the nature of a labor contract. The appellant argued the appellate court erred by accepting a document dated 2010 instead of 2001, which allegedly proved the relationship was freelance rather than employment. The court found the appeal baseless because the appellate court correctly weighed all evidence, including the disputed document, without relying on it exclusively to form its judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 20, 561 no. 2, 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a distortion of evidence dates is inadmissible if the lower court properly considered all evidence without relying exclusively on the contested document to form its conviction.

Keywords

AI generated
appeal admissibility labor contract nature evidence date distortion freelance vs employment appellate court error

Cited Legislation

AI generated
Article 553 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553 paragraph 1 item b, 556 paragraph 1, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Λευκής Χατζηδάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Α. Π., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελή Κοκοτού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 250/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5204/2013 μη οριστική και 5151/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1403/ 107/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 5151/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28-3-2011 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 250/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 14-5-2008 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 111548/2736/2008) αγωγή αυτού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, συμπροσβάλλεται δε και η υπ' αριθ. 5204/2013 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε διατάξει συμπληρωματικές αποδείξεις, παρότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον της (άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, με την από 14-5-2008 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 111548/2736/2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού με την ονομασία "...", που εκπέμπει στα UHF, απασχολήθηκε σ' αυτήν από τις αρχές του έτους 2001 έως την 9-3-2008, ως δημοσιογράφος και συγκεκριμένα ως παρουσιαστής της εβδομαδιαίας τηλεοπτικής εκπομπής με τίτλο "...".

Ότι ο μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως πλέον των βαρυνουσών εξ ολοκλήρου την εργοδότρια ασφαλιστικών εισφορών, με την ειδικότερη συμφωνία ότι η καταβολή του (μισθού) θα ξεκινούσε τον μήνα Ιούλιο του έτους 2001, εφόσον η ανωτέρω εκπομπή θα ετύγχανε της αποδοχής του τηλεοπτικού κοινού, προϋπόθεση απαραίτητη για τη συνέχιση της προβολής της.

Ότι, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω εκπομπή εμφάνιζε υψηλά ποσοστά τηλεθέασης και προβαλλόταν ανελλιπώς από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης, η τελευταία δεν του κατέβαλλε τον συμφωνηθέντα μισθό, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, εν τέλει δε την 8-3-2008 κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση ατύπως και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Ότι οι απαιτήσεις του από την ένδικη σύμβαση ανέρχονται για το επίδικο διάστημα, ήτοι από 1-7-2001 έως 9-3-2008, στο συνολικό ποσό των 195.822 ευρώ και αφορούν δεδουλευμένους μισθούς, δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα, επίδομα αδείας και αποζημίωση καταγγελίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ζητούσε δε, με βάση τα παραπάνω και επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να του επιδικαστεί το ποσό των 195.822 ευρώ, από το οποίο 12.000 ευρώ, που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένους μισθούς από 1-7-2001 έως 31-12-2001, καταψηφιστικώς και 183.822 ευρώ, που αντιστοιχούν στις λοιπές απαιτήσεις του, αναγνωριστικώς, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του εν μέρει σε αναγνωριστικό με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αλλά και με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικσαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 250/2011 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 28-3-2011 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκαν α) η υπ' αριθ. 5204/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις με την εξέταση του εκκαλούντος Κ.

Χ. και του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, Β. Κ. και β) η υπ' αριθ. 5151/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση, με την οποία θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ανωτέρω υπό στοιχ.

α' μη οριστική απόφαση (άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1526/2021, 686/2021, ΑΠ 1510/2011).

Εξάλλου, στα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα συγκαταλέγονται οι μάρτυρες, τρίτοι, εκτός των διαδίκων πρόσωπα, καθώς και η εξέταση των διαδίκων, η οποία υλοποιείται, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με τήρηση των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 415-420 ΚΠολΔ.

Προς διάδικο εξομοιώνεται, μη δυνάμενος να εξεταστεί ως μάρτυρας, τόσο ο νόμιμος αντιπρόσωπος του ανίκανου να παρίσταται φυσικού προσώπου (ΚΠολΔ 64 παρ. 1), όσο και ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου (ΚΠολΔ 64 παρ. 2) ή το μέλος της διοίκησης αυτού, τους οποίους μπορεί το δικαστήριο να εξετάσει με την προδιαληφθείσα ιδιότητά τους (ΚΠολΔ 415 παρ. 2,3).

Διαφορετικά, η εξέτασή τους ως μαρτύρων αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, η παρά ταύτα λήψη υπόψη του οποίου στοιχειοθετεί τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 1080/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 417 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να εξεταστούν με όρκο για το ίδιο γεγονός οι διάδικοι που αντιδικούν.

Από τη διάταξη αυτής, σκοπός της οποίας είναι η αποφυγή αντιφατικών όρκων, σαφώς προκύπτει ότι δεν μπορούν να εξεταστούν ενόρκως για το ίδιο γεγονός αμφότεροι οι διάδικοι που αντιδικούν και όχι ο ένας εξ αυτών, του οποίου η ένορκη εξέταση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (άρθρο 417 παρ. 1 εδ.

α' και β' ΚΠολΔ).

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ενώπιόν του ένορκη εξέταση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως διαδίκου, παρά το γεγονός ότι αυτός εξετάστηκε με όρκο για το ίδιο γεγονός για το οποίο εξετάστηκε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της αντιδίκου του, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 417 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ταυτάριθμων με αυτή πρακτικών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά από την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο μεν εκκαλών και ήδη αναιρεσείων εξετάστηκε με όρκο, ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης χωρίς όρκο, συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη του τόσο την ένορκη εξέταση του εκκαλούντος, όσο και την χωρίς όρκο εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα την ενώπιόν του εξέταση, ως μάρτυρα, του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ταυτάριθμων με αυτή πρακτικών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά από την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εξετάστηκε χωρίς όρκο ο νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης Β.

Κ., συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη του την ως άνω χωρίς όρκο εξέταση του τελευταίου, όπως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης ("... και τη χωρίς όρκο εξέταση του Β. Κ., νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης ... που διατάχθηκε με την 5204/2013 μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και διενεργήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στο ακροατήριό του ..."), δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά αναφέρεται, από προφανή παραδρομή, ότι "Στη συνέχεια ο Πρόεδρος κάλεσε τον μάρτυρα Β. Κ.", καθόσον ακολούθως αναφέρεται ότι ο ανωτέρω εξετάστηκε χωρίς να ορκιστεί, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 408 ΚΠολΔ οι μάρτυρες εξετάζονται πάντοτε ενόρκως, εξαιρουμένων των περιπτώσεων του άρθρου 405 του ίδιου Κώδικα (πρόσωπα που δεν συμπλήρωσαν το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας τους ή που έχασαν συνεπεία καταδίκης τα πολιτικά τους δικαιώματα), καμία από τις οποίες δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. πρωτ. Ε40/138/4-3-2011 έγγραφο του Διευθυντή Ασφάλισης - Εσόδων ΙΚΑ, το οποίο αυτός (αναιρεσείων) είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ως σχετικό με αριθμό 31.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στην 23η σελίδα αυτής μνημονεύεται το ανωτέρω έγγραφο ως εξής: "... επανεξέταση του θέματος, που ζητήθηκε με το Ε40/138/4-3-2011 έγγραφο του Διευθυντή Ασφάλισης - Εσόδων ...". Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίστηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 194/2005).

Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από την εφεσίβλητη από 12-10-2001 εγγράφου, που φέρει την υπογραφή του ενάγοντος και με το οποίο αυτός δηλώνει ότι η σχέση συνεργασίας που έχει με τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης είναι αυτή του άμισθου συνεργάτη.

Ειδικότερα, η ως άνω αποδιδόμενη πλημμέλεια συνίσταται στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι το επίμαχο έγγραφο φέρει ημερομηνία 12-10-2010, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, καθιστώντας έτσι το έγγραφο τούτο ισχυρό αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνέβαλε ουσιωδώς στο σχηματισμό της κρίσης του ως προς τον χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους.

Από την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του και το οποίο φέρει ημερομηνία 12-10-2000 και όχι 12-10-2001, καθώς και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις αρχές του έτους 2001 είχε την χαρακτήρα σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν οι διάδικοι, ήτοι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και εξέταση διαδίκων, όσον αφορά δε το επίμαχο έγγραφο, το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, ήτοι χωρίς να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο συγκεκριμένο έγγραφο.

Ειδικότερα, στην 22η σελίδα της προσβαλλόμενης αναφέρεται ότι "... η κρίση αυτή, περί μη ύπαρξης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ενισχύεται και από τα εξής: α)... , β)... , γ) από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη από 12-10-2010 έγγραφη δήλωση, η οποία φέρει την υπογραφή του ενάγοντος και η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από αυτόν, με την οποία δήλωνε, ότι η σχέση συνεργασίας που είχε με τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης ήταν αυτή του άμισθου συνεργάτη ... , δ) ... ".

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1403/ 107/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 5151/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ