Legislator Case Law & Legislation
683/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding retroactive application of law and interpretation of pending cases.

Case Number 683/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple co-owners against a first-instance judgment regarding property division. The appellants argued that the court failed to consider the retroactive nature of specific legal provisions and the interpretation of 'pending' cases, but the court ruled these claims did not constitute valid grounds for appeal under the relevant articles. Consequently, the appeal was rejected, the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs, and their appeal bond was deposited into the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 146(9)(a) & (d) of the Civil Procedure Code; An appeal based on alleged non-consideration of the retroactive character of a law or the interpretation of 'pending' cases is inadmissible if the claims do not constitute matters under Article 559(8) whose omission creates a statutory ground for appeal.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal inadmissibility Retroactive application Pending cases interpretation Property division appeal Legal costs award Appeal bond deposit

Cited Legislation

AI generated
Article 190 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 146(9)(a) and (d) of Law 4070/2012
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 1(3) of Law 4335/2015
Article 1(9) of Law 4335/2015
Articles 176, 183, and 189(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1) and 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 683/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. (α) Α. Π. του Ε., () Α. Ε. του Π., (γ) Α. Ι. του Π., κατοίκων ... (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 ο πρώτος και από 3/8 οι λοιποί), 2. (α) Αλ Γ. του Η., () Α. Α. του Π., () Α. Φ. του Π., (δ) Μ. Κ. συζ. Φ., το γένος Π. Α., () Τ. Κ. συζ. Ν., το γένος Π. Α., (στ) Τ. Ν. του Α., κατοίκων …. (για την με ΑΚΠ …. ιδιοκτησία, κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος), 3. (α) Α.

Μ. του Α., συζ. Μ. Μ. και (β) Μ. Μ. του Ν., κατοίκων … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας), 4. Β. Η. του Π., κατοίκου … (για τις με ΑΚΠ … και … ιδιοκτησίες), 5. (α) Δ. Π. του Γ. και (β) Δ. Ι. του Γ., κατοίκων …. (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας), 6. Ζ. Δ. του Η., κατοίκου …. (για τις με ΑΚΠ …., … και … ιδιοκτησίες ως ενιαίο ακίνητο), 7.

Ζ. Ι. συζ. Γ., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 8. Η. Α. του Π., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 9. Η. Γ. του Β., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ …. ιδιοκτησία), 10. Η. Χ. - Β. του Γ., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 11. Η. Γ. του Ι., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ …. ιδιοκτησία), 12. Λ. Ι. του Π., κατοίκου ... (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 13.

Λ. Π. του Ι., κατοίκου ... (για την με ΑΚΠ …. ιδιοκτησία), 14. (α) Λ. Σ. του Π., (β) Λ. Α. του Π., (γ) Λ. Δ. του Π., κατοίκων … (για τις με ΑΚΠ … και … ιδιοκτησίες, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία), 15. Λ. Α. του Π., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 16. Λ. Σ. του Π., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ …. ιδιοκτησία), 17. (α) Π. Β. του Γ.

και () Ε. Μ. του Ε., συζ. Β. Π., κατοίκων …. (για την με ΑΚΠ …. ιδιοκτησία και τμήμα της αρχικής με ΑΚΠ …, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας), 18. Π. Π. του Ι., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 19. Α. Χ. συζ. Δ., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 20. Δ. Χ. του Α., κατοίκου …. (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 21. Σ. Ε.

συζ. Θ., κατοίκου …. (για το 1/2 αδιαιρέτως της με ΑΚΠ … ιδιοκτησίας), 22. Σ. Θ. του Ν. και Θ., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία και το 1/2 αδιαιρέτως της με ΑΚΠ … ιδιοκτησίας), 23. Λ. Γ. του Π., κατοίκου … (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία), 24. Κ. Μ. του Π., κατοίκου …. (για την με ΑΚΠ … ιδιοκτησία) και 25. Κ. Π. του Γ., κατοίκου … (για τις με αριθμούς …, … και ….

ιδιοκτησίες), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 79/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 30-8-2011 (κύρια) αίτηση και τις από 1-2-2012 και 8-10-2012 παρεμπίπτουσες αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, με τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 31/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 53/2015, 7/2016 και 1/2017 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-3-2015 αίτησή τους, καθώς και οι υπό στοιχ. 3α και 3β των αναιρεσειόντων με τους από 17-1-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 21-2-2018 έκθεση της τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 13-3-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, καθώς και την από 10-2-2020 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ουρανίας Παπαδάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-1-2020 αίτησης προσθέτων λόγων αναίρεσης ως απαράδεκτης (εκπροθέσμως ασκηθείσα). Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει την συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1921/2014, Α.Π. 652/2014, πρβλ. Α.Π. Ολομ.8/2009, Α.Π. Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αναιρέσεως, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά την συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος την συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Α.Π.

Ολομ. 4/1994, Α.Π. Ολομ. 2/1992, Α.Π. 2062/2017, Α.Π. 1863/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση η από 13.3.2015 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 7/2018 αίτηση αναιρέσεως των Π. Α. κ.λπ. και οι 17.1.2020 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των εκ των αναιρεσειόντων με αυξ. αριθμ. αναιρετηρίου … και … Μ. Α. του Α. και Μ. Μ. του Ν., αντίστοιχα, κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.

Με την αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως διώκεται η αναίρεση της 31/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως η 2.3.2018, κατά την οποία ανεβλήθη εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 25.1.2019, οπότε ανεβλήθη για τη δικάσιμο της 21.2.2020 και κατ' αυτήν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18.12.2020).

Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και συγκεκριμένα από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της επ' αυτού επισημειώσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π., που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αποδεικνύεται ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο της 2.3.2018 επέσπευσαν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες.

Ωστόσο, από την επισκόπηση των προσκομιζομένων πληρεξουσίων δεν προκύπτει ότι, εκτός των αναιρεσειόντων με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου: … (Α. Π.), … (Α. Ε.), …. (Α. Ι.) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ … και … (Π. Β.) και … (Ε.- Π. Μ.) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ … ιδιοκτησία (οι οποίοι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ξαπλαντέρη, δυνάμει του …./2018 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Βόλου Φίλιππου Κοντά (οι ως άνω υπό στοιχ.

…, …, και …) και …/2017 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγιώτας Κούβελα (οι υπό στοιχ. … και …), οι λοιποί αναιρεσείοντες είχαν επισπεύσει και αυτοί έγκυρα τη συζήτηση, καθ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως άνω ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.

Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι πιο πάνω αναιρεσείοντες (για τους οποίους δεν προκύπτει ότι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα) έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες (που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση) ή από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να είναι δικονομικά απόντες.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 576 παρ.3 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δικ., όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013 και ισχύει από τις 23.3.2013, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, πρέπει, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους παραπάνω με αύξ.

αριθμ. αναιρετηρίου αναιρεσείοντες: … (Α. Π.), … (Α. Ε.), …. (Α. Ι.), … (Π. Β.) και … (Ε.- Π. Μ.), ως προς τους οποίους πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων σ' αυτήν λόγων ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.

Α.Π. 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 368/2008). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 68/2017, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015).

Επίσης, και η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής για την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ν. 2882/2001, εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν οι αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, και δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (Α.Π. 68/2017, Α.Π.101/2015, Α.Π. 1329/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου τέταρτου του ν. 3555/2007 "1. Κατά την κήρυξη των απαλλοτριώσεων των εδαφικών εκτάσεων που είναι απαραίτητες για την κατασκευή των έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, τα οποία ανατίθενται με το σύστημα υποβολής προσφορών "μερική ή ολική αυτοχρηματοδότηση του έργου, με διάφορα ανταλλάγματα" του άρθρου 4 παρ. 4 περ.

η' του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α') όπως ισχύει, εφαρμόζονται οι παρακάτω ρυθμίσεις: α) Η απαλλοτρίωση κηρύσσεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αντίγραφο της απαλλοτριωτικής απόφασης και δύο αντίτυπα του οικείου κτηματολογικού διαγράμματος αποστέλλονται στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, β) Εφόσον έχουν εγκριθεί οι Περιβαλλοντικοί Όροι του έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α'), όπως ισχύει, δεν απαιτείται η έκδοση γνωμοδοτήσεων υπηρεσιών Υπουργείων που έχουν εγκρίνει τους Περιβαλλοντικούς Όρους κατά τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17 Α'), όπως ισχύει, και δεν απαιτείται η προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου ανακοίνωση της υπηρεσίας που προτείνει την απαλλοτρίωση..........6.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, για την προεκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ακινήτων και των επικειμένων τους, περιλαμβανομένης της μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων, κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτησιών κατά το άρθρο 1 του ν. 653/1977 (ΦΕΚ 214 Α'), καθώς και του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης, συντάσσεται σχετική έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.) του ν. 820/1978 (ΦΕΚ 174 Α'), ανεξαρτήτως του αν oι απαλλοτριωθείσες εκτάσεις υπάγονται ή όχι στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων.

Η αίτηση προς το Σ.Ο.Ε. υποβάλλεται από την αρμόδια για την εκτέλεση των έργων του παρόντος νόμου υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και η έκθεση του Σώματος υποβάλλεται σε εύλογο χρόνο, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των δύο μηνών........".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλομένη 31/2014 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, κατά την δικάσιμο της 1ης Απριλίου 2013, την από 9.3.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσιβλήτου, στρεφομένη μεταξύ άλλων και κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με τριάντα (30) αυτοτελείς αιτήσεις μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και την από 22.3.2013 ανταίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, που ασκήθηκε με τις προτάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και ιδιαίτερης, κατ' άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) ως αποδεικτικό πόρισμα, κατά το ενδιαφέρον ενταύθα μέρος, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 122004/13-7-2004 Κ.Υ.Α.

και την υπ' αριθμ. 101747/24-2-2006 τροποποιητική αυτής εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντολογικοί όροι για τον αυτοκινητόδρομο Τρίπολη-Καλαμάτα, στον οποίο περιλαμβάνεται η κατασκευή του τμήματος Τσακώνα-Καλαμάτα, από τη χιλιομετρική θέση 21+900,00 έως τη χιλιομετρική θέση 29+100,00, στο Νομό Μεσσηνίας. Ακολούθως, με την υπ' αρ. 1059399/4624/0010/25.7.2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ' 732/5.9.2006, όπως συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την υπ' αρ. 1055094/3498/0010/5.6.2008 Κ.Υ.Α.

των ως άνω Υπουργών, οι οποίες καταχωρήθηκαν, με αριθμό πρωτοκόλλου 1484 και με ημερομηνία 10.6.2009, στο Βιβλίο Ημερολογίου, που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμάτας, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από τη χιλιομετρική θέση 21+900 έως τη χιλιομετρική θέση 29+100 του Αυτοκινητόδρομου Κορίνθου Τρίπολης - Καλαμάτας, του τμήματος Τσακώνα - Καλαμάτα της Ν.Ε.Ο.

Τρίπολης - Καλαμάτας, έκταση συνολικού εμβαδού 405.254 τ.μ. εκτεινόμενη στο Δήμο Καλαμάτας, όπως αυτή εμφαίνεται υπό κλίμακα 1:1000 στα από 25.11.2004 και αριθμούς σχεδίου Κ2.3, Κ2.4, Κ2.5 κτηματολογικά διαγράμματα και στους με ίδια ημερομηνία κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τους μελετητές "Αθ. Γεωργίου και Συν/τες Ε.Ε.", "ΑΝΟΔΟΣ Ε.Π.Ε." και "ΕΜΑ Ε.Π.Ε.", εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ.

Δ12/οικ. 37113/4.8.2005 απόφαση του διευθυντή της Δ/νσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και θεωρήθηκαν, την 4.8.2005, από τον Προϊστάμενο της ίδιας υπηρεσίας Ιωάννη Σαραντινό και ήδη στα από τον Ιούνιο του 2007 κτηματολογικά διαγράμματα και στους, με ίδια ημερομηνία, κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τους μελετητές "Αθ.

Γεωργίου και Συν/τες Ε.Ε.", "ΑΝΟΔΟΣ Ε.Π.Ε." και "ΕΜΑ Ε.Π.Ε." και έχουν θεωρηθεί από το Διευθυντή της Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ Ιωάννη Σαραντινό την 21.3.2008. Ήδη με το υπ' αριθμ. Δ12/7979/4.11.2011 2ο (εγκεκριμένο) και Δ12/7147/Π6/ 17.1.2013 3ο (εγκεκριμένο) Διορθωτικό Κτηματολόγιο η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα με αριθμό σχεδίου Κ2,3, Κ2,4 και Κ2,5 από 6.7.2011 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο 2ο και 3ο διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα, που συνέταξαν οι μελετητές Χ.

Κ. και Δ. Δ., αντίστοιχα και έχει θεωρήσει η διευθύντρια της Δ/σης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Ε. Δ. την 4.11.2011 (απόφαση έγκρισης Δ12/7979/4.11.2011) και την 17.1.2013 (απόφαση έγκρισης Δ12/7147/Π6/17.1.2013). Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες του ενάριθμου έργου …. Η απαλλοτριούμενη έκταση είναι πεδινή, ομαλή και εύφορη, απέχουσα από τη θάλασσα και τις τουριστικώς ανεπτυγμένες περιοχές του νομού και βρίσκεται στο Δήμο Καλαμάτας, στα δημοτικά διαμερίσματα ..., ..., ..., ...

και …. της Περιφερειακής Ενότητας …. Η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκεται κυρίως εκτός σχεδίου πόλεως, στην περιφέρεια των ως άνω δημοτικών διαμερισμάτων και πρόκειται περί αγροτικής και πεδινής περιοχής με το μεγαλύτερο ποσοστό της έκτασης να καλλιεργείται κυρίως με ελαιώνες, λίγους αμπελώνες και ελάχιστους πορτοκαλεώνες.

Τα αγροτεμάχια είναι κατά κύριο λόγο μη αρδευόμενα, πλην όμως υπάρχουν και αρδευόμενα από τις υπάρχουσες ιδιωτικές γεωτρήσεις ή πηγάδια. Σε κάποια από τα ανωτέρω αγροκτήματα υπάρχουν κτίσματα, τα οποία ως επί το πλείστον αποτελούν βοηθητικές κατασκευές για την εξυπηρέτηση των αναγκών των γεωργικών καλλιεργειών (αποθήκες, ποιμνιοστάσια και εποχιακές κατοικίες).

Περιλαμβάνονται όμως στην απαλλοτριούμενη έκταση και οικοπεδικές εκτάσεις εντός του οικισμού του ... και του ... ..., όπως και άλλες εντός της ζώνης των 500 μέτρων από το κέντρο του οικισμού της ..., του ... και του ... ..., στις οποίες υπάρχουν και κατοικίες. Οι απαλλοτριούμενες ως άνω εδαφικές εκτάσεις εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα εθνική οδό Τρίπολης-Καλαμάτας και καλοσυντηρημένο επαρχιακό και ημιαστικό δίκτυο.

Έχουν σύνδεση με τα κοινόχρηστα δίκτυα ηλεκτρισμού, ύδρευσης, σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, διέλευσης υπεραστικών λεωφορείων και διαθέτουν πρόσοψη, κατά περίπτωση, σε αγροτικές και ιδιωτικές οδούς και σε επαρχιακές οδούς, λίγες δε εξ αυτών στην υφιστάμενη (παλαιά) Εθνική Οδό Τρίπολης - Καλαμάτας. Λόγω του ομαλού γεωγραφικού αναγλύφου της περιοχής, οι υπό απαλλοτρίωση περιοχές έχουν εύκολη και ταχεία πρόσβαση στο κέντρο της πόλεως της Καλαμάτας, από την οποία απέχουν από 0 έως 7 χλμ., καθώς και στις απαραίτητες υποδομές που εδρεύουν σε αυτήν (Νομαρχιακό Νοσοκομείο και διάφορες κρατικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις, σχετιζόμενες με τον τομέα αγροτικής παραγωγής).

Για τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις δεν υπάρχουν περιορισμοί ως προς τη χρήση τους, πλην αυτών που σχετίζονται με τους όρους δόμησης, δεσπόζει όμως η γεωργική εκμετάλλευση και δη η καλλιέργεια ελαιοδέντρων, η οποία είναι αρκούντως αποδοτική, λόγω του ευφόρου εδάφους. Τμήματα δε της απαλλοτριούμενης εκτάσεως παρουσιάζουν εμπορικό και οικιστικό χαρακτήρα (στο δ.δ.

Ανττκαλάμου), ενώ σε τμήματα του δ.δ. Λαιΐκων και Καλαμάτας έχει αναπτυχθεί οικιστική χρήση με την ανέγερση πολυτελών κατοικιών. Για τον υπολογισμό της οριστικής τιμής μονάδας των απαλλοτριουμένων ακινήτων εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο και οι εκτιμητικές εκθέσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, συνταχθείσες κατόπιν αιτήσεως του Δημοσίου, οι οποίες στηρίχθηκαν στην επιτόπια έρευνα των συντακτών αυτών και για κάθε ιδιοκτησία ιδιαίτερα, πλην, όμως, το Δικαστήριο τούτο δεν ακολουθεί αυτήν την μέθοδο καθορισμού αποζημίωσης για κάθε ακίνητο χωριστά, αλλά θα προχωρήσει σε κατηγοριοποιήσεις των γεωτεμαχίων (οικοπέδων και αγροτικών ακινήτων), καθώς και των επικειμένων αυτών (κτιρίων, εγκαταστάσεων, δένδρων και λοιπών).

Βάσει των προαναφερομένων, η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης των υπό κρίση αιτήσεων, δηλαδή την 1-4-2013, λαμβανομένου υπόψη ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από τη συζήτηση των αιτήσεων για τον προσωρινό προσδιορισμό (19.10.2010), σύμφωνα με τα άρθρα 17 παρ.2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδ.

β' του Ν. 2882/2001, όπως το ως άνω εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2985/2002 [..........] είναι η αναφερόμενη κατωτέρω, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ανατίμηση ή η υποτίμησή τους από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή την κατασκευή του με αυτήν προβλεπόμενου έργου (για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των ακινήτων λαμβάνονται υπόψη τα με αριθμό σχεδίου Κ2,3, Κ2,4 και Κ2,5 από 6.7.2011 κτηματολογικά διαγράμματα και ο αντίστοιχος 2ος και 3ος διορθωτικός κτηματολογικός πίνακας, που συνέταξαν οι μελετητές Χ.

Κ. και Δ. Δ. και έχει θεωρήσει η διευθύντρια της Δ/σης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Ε. Δ. την 4.11.2011 και 17.1.2013 και με βάση την από 25.11.2011 έκθεση προεκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 και τις υπ' αριθμ. Φ1691/8657/28.1.2009, Φ3581/9948/12.2.2010, Φ6086/12236/29-11-2011, Φ6087/11730/29.11.2011, Φ7295/12483/8.10.2012, Φ7296/12323/8.10.2012 και Φ6536/11166/2-2-2012 εκθέσεις εκτίμησης απαλλοτριουμένων ακινήτων των Μ.

Β. και Γ. Κ., Σ. Γ. και Γ. Κ., Μ. Β. και Ν. Π., ορκωτών εκτιμητών του Σ.Ο.Ε. Η αποζημίωση αυτή συνιστά την κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος "πλήρη αποζημίωση", δηλαδή εκείνη με την οποία παρέχεται στους αιτούντες ιδιοκτήτες η δυνατότητα αποκατάστασης των απαλλοτριωθέντων με άλλα ίσης αξίας. Περαιτέρω, ως προς την αξία των επικειμένων, αυτή πρέπει να προσδιοριστεί, όπως ορίζεται ειδικότερα κατωτέρω, αφού συνεκτιμηθούν τα εκτιθέμενα στις προαναφερόμενες εκθέσεις εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι".

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους δεν έλαβε υπόψη αποκλειστικά ως κριτήριο την αντικειμενική αξία αυτών, αλλά και άλλα κριτήρια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφιο 2 του Κ.Α.Α.Α., με το να λάβει υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων τους, αλλά και του σχετικού ύψους της ιδιαίτερης αποζημιώσεως, μόνο την αντικειμενική αξία τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ολ.

Α.Π. 2/2008, 42/2002). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.) (Α.Π. 498/2018).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).

Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 388/2018, Α.Π. 12/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., οι ως άνω αναιρεσείοντες (ως προς τους οποίους συζητείται η υπόθεση) αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και την ιδιαίτερη αποζημίωση, τις εκθέσεις εκτιμήσεως του Σ.Ο.Ε.

και τις τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων τους, οι οποίοι βεβαίωσαν ενόρκως το περιεχόμενό τους στο ακροατήριο. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι τα ως άνω έγγραφα δεν προσκομίζονται και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα:

α) από την αναφορά σ' αυτήν ότι οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα "από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, κατά τη συζήτηση για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης, οι οποίες και περιέχονται στα υπ' αριθμ. 79/2011 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, πλην των καταθέσεων των μαρτύρων Γ.

Κ., Δ. Β. και Ε. Σ., των οποίων οι καταθέσεις δεν λαμβάνονται υπ' όψιν για την απόδειξη αντικειμένου άνω των 6.000 ευρώ, αφού δεν έχουν ειδικές γνώσεις και όλων των μαρτυριών που λήφθηκαν στα πλαίσια ενόρκων βεβαιώσεων και προσκομίζονται από τους διαδίκους, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ειδική διαδικασία (άρθρα 19 παρ. 9 και 20 παρ. 6 του Ν. 2882/2001), τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), και όλα τα έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι λαμβανόμενες υπόψη ως ιδιωτικά έγγραφα, κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ., τεχνικές εκθέσεις και τα τοπογραφικά διαγράμματα των αρμοδίων επιστημόνων και οι εκθέσεις της Επιτροπής του άρθρου 15 Κ.Α.Α.Α.

και του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών" και β) από την αναφορά της, σύμφωνα με την οποία "όσον αφορά στις εκθέσεις εκτίμησης απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών με τα επικείμενά τους και αυτών που αφορούν στον υπολογισμό της μείωσης της αξίας των απομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.), θα ληφθούν υπόψη απλώς ως αποδεικτικά στοιχεία για την κατ' ουσίαν εξέταση της υπόθεσης, καθώς η προσκομιδή αυτών δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της προδικασίας της προκείμενης υπόθεσης, διότι ο Ν. 3559/2007 που κύρωσε τη σύμβαση παραχώρησης του έργου κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου, στο οποίο αφορά η κρινόμενη υπόθεση, δεν παρέπεμψε ρητά στο άρθρο τέταρτο του Ν. 3555/2007", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις φερόμενες ως αγνοηθείσες εκθέσεις εκτιμήσεως του Σ.Ο.Ε.

και τεχνικές εκθέσεις των και ενόρκως βεβαιωσάντων το αντικείμενό τους τεχνικών συμβούλων των αναιρεσειόντων, πλην όμως, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με την επίκληση δε της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας προβάλλεται παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Πρέπει να αναφερθεί εδώ, ότι ανεξάρτητα από το αν η προσκομιδή των εκθέσεων εκτιμήσεως απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών με τα επικείμενά τους και υπολογισμού της μειώσεως της αξίας των απομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.) αποτελεί αναγκαία πράξη της προδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο του Ν. 3555/2007, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση απαλλοτριώσεως αφορά έργο παραχωρήσεως, ή δεν αποτελεί, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απαραίτητο στοιχείο της προδικασίας της προκειμένης υποθέσεως, ενόψει του ότι ο Ν. 3559/2007 που κύρωσε τη σύμβαση παραχώρησης του έργου κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου, στο οποίο αφορά η κρινόμενη υπόθεση, δεν παρέπεμψε ρητά στο άρθρο τέταρτο του Ν. 3555/2007, οι αναιρεσείοντες αλυσιτελώς, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, ισχυρίζονται ότι για την ένδικη υπόθεση απαλλοτριώσεως, ως αφορώσα έργο παραχωρήσεως, έπρεπε να συνταχθεί ως αναγκαία πράξη της προδικασίας μόνο η κατά το άρθρο τέταρτο του Ν. 3555/2007 έκθεση εκτιμήσεως του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, εφόσον η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής για την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ν. 2882/2001, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας και δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (Α.Π. 68/2017, Α.Π. 101/2015, Α.Π. 1329/2013) ενώ στην προκειμένη περίπτωση, παράλληλα με τις εν λόγω εκθέσεις, που δεν δεσμεύουν τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων, συντάχθηκαν και εκθέσεις εκτιμήσεως απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών με τα επικείμενά τους και υπολογισμού της μειώσεως της αξίας των απομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.), που, όπως βεβαιώνει το Εφετείο, λήφθηκαν υπόψη απ' αυτό, ως αποδεικτικά στοιχεία για την κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της αποφάσεως, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της αποφάσεως ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης αποφάσεως και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (Α.Π. 1506/2014, Α.Π. 812/2011, Α.Π. 1153/2010, Α.Π. 2061/2007).

Επομένως, ο ίδιος (πρώτος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για αντίφαση που εντοπίζεται στο αιτιολογικό της, αφορώσα (μετά την, κατά τα ανωτέρω κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες) στον χαρακτηρισμό του είδους του ακινήτου με Α.Κ.Π. 2153, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του νόμου 4070/2012 (Φ.Ε.Κ. 82/Α/10.4.2012)και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του ν. 4070/2012), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης και ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας από την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (ολ.

Α.Π. 31/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το συναφή δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επειδή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, που αφορά στην πλήρη αποζημίωση των αναιρεσειόντων και ειδικότερα ως προς ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ακινήτων τους, που απαλλοτριώθηκαν και τα επικείμενα σ' αυτά κτίρια και τα συστατικά τους.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι παρότι αυτοί με την ένδικη από 8-10-2012 (89/2012) αίτησή τους επικαλέστηκαν ότι επήλθε σημαντική μείωση της αξίας των τμημάτων των ακινήτων τους που βρίσκονται εκτός απαλλοτριώσεως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έθεσε ρητά ως βάση της κρίσεώς της την έννοια "σημαντική" μείωση, αλλά ούτε και σιωπηρά, όπως κατ' εκτίμηση των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προκύπτει.

Σχετικώς με το ζήτημα αυτό το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ως προς τις στηριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Κ.Α.Α.Α. αιτήσεις για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των θιγόμενων ακινήτων, οι οποίες αιτήσεις νομίμως και παραδεκτώς υποβάλλονται και κατά την προκειμένη δίκη για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας [............], λαμβάνοντας υπ' όψιν και τις εκτιμητικές εκθέσεις της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 και του Σ.Ο.Ε αντίστοιχα, σε συνδυασμό με τα υπό στοιχεία Κ2.3, Κ2.4, Κ2.5 κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, καθώς και τις συμπληρωματικές εκθέσεις εκτίμησης του Σ.Ο.Ε., αποδεικνύεται ότι υφίστανται μείωση της αξίας, για τους λόγους και κατά τα ποσοστά που κατωτέρω εκτίθενται, με την σημείωση ότι για την εκτίμηση της μείωσης της αξίας και κατ' ακολουθίαν για την πληρότητα της αποζημίωσης, λαμβάνονται υπόψη τόσο η κατά περίπτωση κατάτμηση των εναπομενόντων ιδιοκτησιών σε μικρότερες μη προσβάσιμες μεταξύ τους ιδιοκτησίες και οι επιπτώσεις στην οικοδομησιμότητά τους, όσο και το είδος του εκτελούμενου έργου [........] που θα είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας με μεγάλη υψομετρική διαφορά σε σχέση με την επιφάνεια των ακινήτων, αλλά και με δυσμενείς ρυπογόνους επιδράσεις, και περιβαλλοντολογικές επιβαρύνσεις για τις παρόδιες ιδιοκτησίες.

Σημειώνεται ότι για την εκτίμηση της μειώσεως της αξίας των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικών εκτάσεων, δεν θα ληφθούν υπόψη τα στοιχεία της συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία δεν έχει υπόψη του το δικαστήριο και δεν αποτελούν αντικείμενο της ένδικης διαφοράς.

Θα συνεκτιμηθεί, όμως, η πρόβλεψη της κατασκευής βοηθητικών οδών, όπου αυτή προβλέπεται και προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για την εκτίμηση του περίκλειστου ή μη των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων. Ειδικότερα:.., 5)Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ …, το οποίο είναι αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, συνολικής επιφάνειας 1.468 τ.μ απαλλοτριώνεται εδαφικό τμήμα, επιφανείας 1.252 τ.μ.

και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα 216 τ.μ. Το τμήμα αυτό καθίσταται μη οικοδομήσιμο και, λόγω της μικρής εκτάσεώς του περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητα αξιοποίησής του ως αγροτεμάχιο.

Συνεπώς, υφίσταται μείωση της αξίας του σε ποσοστό 70%...., 12Β) "... Από την ιδιοκτησία με ΑΚΠ …, συνολικής επιφάνειας 3.801,20 τ.μ., απαλλοτριώνεται εδαφικό τμήμα επιφανείας 3.085 τ.μ. με αποτέλεσμα η αρχική ιδιοκτησία να διχοτομείται και να απομένουν εκτός ορίων απαλλοτρίωσης δύο εδαφικά τμήματα και πλέον συγκεκριμένα, ένα εδαφικό τμήμα τριγωνικού σχήματος βορειοδυτικά του ορίου της απαλλοτρίωσης, επιφανείας 539 τ.μ.

κι ένα εδαφικό τμήμα τριγωνικού σχήματος, επιφανείας 177,20 τ.μ. νοτιοανατολικά του ορίου της απαλλοτρίωσης. Τα τμήματα αυτά υφίστανται μείωση της αξίας τους από την κατάτμησή τους, που επιβαρύνει οικονομικά και τη γεωργική τους εκμετάλλευση (διαφορετικές υποδομές, μεταφορά προϊόντων, μηχανημάτων κ.λ.π.), σε ποσοστό 45% για το πρώτο και 80% για το δεύτερο, σύμφωνα και με το αίτημα του Δημοσίου.

Αντιθέτως δεν επηρεάζονται και δεν υφίστανται μείωση της αξίας τους τα επικείμενα (δένδρα - φυτό)...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αναφέρει τα κριτήρια που έλαβε υπόψη για την κρίση του περί απομειώσεως ή μη της αξίας των εκτός της απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων των ως άνω αναιρεσειόντων και των επικειμένων τους και την εκτίμηση του βαθμού της απομειώσεως της αξίας αυτών (κατάσταση των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση, απώλεια της οικοδομησιμότητας του πρώτου τούτων, οικονομική επιβάρυνση της γεωργικής εκμεταλλεύσεως και επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων του δευτέρου εξ αυτών) και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες δεν εξειδικεύουν σε τι συνίσταται η εκ μέρους τους επικαλούμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως και συγκεκριμένα δεν αναφέρουν ποιο στοιχείο, αναγκαίο για την πληρότητα της νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, λείπει από το δικανικό συλλογισμό του δικαστηρίου της ουσίας και ποια επίδραση θα είχε αυτό στο διατακτικό της αποφάσεως, ενόψει και του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, με την προσβαλλομένη απόφαση καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 70% για το πρώτο ακίνητο και 45% και 80% για τα δύο τμήματα του δευτέρου ακινήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξ άλλου, ο ίδιος, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αριθμητική μόνο επίκληση των άρθρων αυτών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, αφού, για την πληρότητα των λόγων αυτών, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν αναφέρεται ο αυτοτελής ισχυρισμός που προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες και δεν τον έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, στη δε δεύτερη περίπτωση δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (Α.Π. 87/2013).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ολομ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1454/2014, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421 - 425/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους, κατά τα προεκτεθέντα, εξετάζεται κατ' ουσίαν, η υπόθεση, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (αληθώς από τον αριθμό 8 περ.

β'), γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι σημαντική ζημία υπέστησαν και τα επικείμενα επί του εναπομείναντος εκτός της απαλλοτριώσεως τμήματος του ακινήτου τους (ήτοι του ακινήτου με ΑΚΠ …). Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ως άνω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αντιμετωπίστηκε ευθέως και απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξης αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημίωσης, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (ολ.Α.Π. 502/2005 και 17/2000, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 413/2012) προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (Κ.Α.Α.Α.), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, αντένστασης ή παρέμβασης.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του Κ.Α.Α.Α., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Α.Π. 49/2016, Α.Π. 1175/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, καταδίκασε το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που συνιστά φορέα υπαγόμενο στη Γενική Κυβέρνηση, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των δικαιούχων, τόσον ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, όσον και ενώπιόν του την οποία όρισε:

α) ως προς τους αιτούντες σε ποσοστό 1% επί της άνω καθοριζομένης αποζημιώσεως για τη σύνταξη των αιτήσεων και 0,5% για τη σύνταξη των προτάσεων επί των αιτήσεων, πλέον ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ για κάθε αυτοτελώς αιτούντα και κάθε ομάδα δικαιούχων που παρίστανται με κοινό δικόγραφο μετά των εξόδων από οκτακόσια (800) ευρώ και β) ως προς τους καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ανταιτούντες σε ποσοστό 1% επί του ποσού της άνω καθοριζομένης αποζημιώσεως υπέρ τούτων, δηλαδή στο ήμισυ της αμοιβής του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε και, επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να εφαρμόσει κατά τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82α/10-4-2012), που προβλέπει μειωμένη δικαστική δαπάνη για το Δημόσιο, παραβίασε τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, του άρθρου 13 παρ. 1 του Κ.Α.Α.Α., του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

και του άρθρου 1 παρ. 1α του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., θίγοντας έτσι και την αρχή της "δίκαιης δίκης" και του σεβασμού της περιουσίας (περίπτωση 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ,),είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά τα σκέλη του, με τα οποία οι ως άνω αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αφ' ενός μεν γιατί το Εφετείο δεν περιέλαβε ρητή διάταξη περί επιδικάσεως και του Φ.Π.Α.

που αναλογούσε επί της αμοιβής του δικηγόρου τους ή απαλλαγής από αυτόν, αφ' ετέρου δε για το χαμηλό ύψος του επιδικασθέντος ποσού των 800 ευρώ για δικαστικά έξοδα, καθιστώντας έτσι αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις σχετικές διατάξεις της, για παραβίαση των πιο πάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων και για τους λόγους αυτούς, εφόσον αυτοί, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων απ' αυτούς δικογράφων, που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, ότι είχαν υποβάλει αίτημα για την επιδίκαση Φ.Π.Α.

ή αναγνώριση της απαλλαγής τους απ' αυτόν, καθόσον δε αφορά στη δεύτερη περίπτωση, ότι υπέβαλαν στο Εφετείο κατάλογο των αποδοτέων, εξόδων, που να περιέχει αναλυτικά τα κατ' ιδίαν κονδύλια εξόδων που πρέπει να αποδοθούν, κατ' άρθρο 190 του Κ.Πολ.Δικ., ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν μεγαλύτερο ύψος των αναγκαίων εξόδων, στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείοντες.

Ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εφ' όσον οι ισχυρισμοί των ως άνω αναιρεσειόντων που φέρονται ότι αγνοήθηκαν και αφορούν στον χαρακτήρα της αναδρομικότητας του άρθρου 146 παρ. 9 περ. α' και δ' του ν. 4070/2012 και στην ερμηνεία του όρου "εκκρεμείς" υποθέσεις, δεν συνιστούν πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου, η μη λήψη των οποίων, αν και προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα (ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά στους λοιπούς αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως), πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου: … (Α. Π.), … (Α. Ε.), …. (Α. Ι.) Α.Κ.Π. … και … (Π. Β.) και …. (Ε.- Π. Μ.) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ … και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες αυτούς παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). Τέλος, οι ως άνω αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολ.Δικ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.3.2015 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 7/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου: … (Α. Π.), … (Α. Ε.), … (Α. Ι.) Α.Κ.Π. … και … (Π. Β.) και … (Ε.- Π. Μ.) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ ….

Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους ως άνω αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13.3.2015 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 7/2015 αιτήσεως και των από 17.1.2020 προσθέτων σ' αυτήν λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ