Legislator Case Law & Legislation
683/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company for excessive mental distress damages awarded to mother.

Case Number 683/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal filed by the mother of a deceased victim against an insurance company's liability. While the court dismissed appeals from the victim's siblings and grandmother due to lack of merit, it found the lower court violated Article 932 of the Civil Code by awarding excessive compensation for the mother's mental anguish. Consequently, the judgment was annulled regarding the mother's claim, and the case was remanded for a new trial to determine the appropriate amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The principle of proportionality requires that compensation for mental distress be reasonable and not excessive, mandating remand when the lower court fails to observe this standard.

Keywords

AI generated
mental distress damages principle of proportionality civil liability insurance appeal procedure remand for retrial Article 932 Civil Code excessive compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 683/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) M. G. …...κλπ.(6), κατοίκων …………………, εκ των οποίων οι 1η, 3ος, 4η, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στη ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο - Τσαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3237/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1114/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, η από 14-12-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1114/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.). Με την άνω απόφαση απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων, έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "……" και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 3237/2016 εκκαλούμενη, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Ακολούθως το, Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κράτησε την υπόθεση και δίκασε στην ουσία την ένδικη με αριθμ. κατάθεσης 23517/2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή και επεδίκασε στους ενάγοντες, συγγενείς της αποβιωσάσης I. T. του K. (πατέρα, μητέρα, αδελφούς και γιαγιά της θανούσης κατά το ένδικο, αυτοκινητικό ατύχημα), τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν, από το θάνατό της, ο οποίος προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα, του οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ……. ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οποίο αυτή επέβαινε και το οποίο (αυτοκίνητο), ήταν ασφαλισμένο, για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, κατά την κυκλοφορία του, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Παρ. 2. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Παρ. 3. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (όπως το εδαφ.

β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες. Όπως, όμως, αποδεικνύεται από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της εν λόγω υπόθεσης κατά τη σειρά της, απ' το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απουσίασε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Δημήτριο Ντοκατζή.

Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν έκθεση επιδόσεως από την οποία να προκύπτει ότι αυτοί κάλεσαν τον δεύτερο αναιρεσείοντα, απλό ομόδικό τους να παραστεί στη συζήτηση της αναίρεσης, για την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο δεν ερευνάται η υπόθεση, να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς αυτόν και να χωρίσει η συζήτηση της αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους που επιτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οπουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια, να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό, για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια, να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου η αρχή αυτή ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της, ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος, από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της εννοίας του, "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, η ηλικία του θανόντος, ο βαθμός υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ' αυτού θανάσιμου τραυματισμού, του βαθμού συγγένειας που συνέδεε τον κάθε ενάγοντα με τον θανόντα, της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης τους και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών (εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική).

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Στις 12-7-2014, ο Ε. Μ. του Δ. έβαινε στην επαρχιακή οδό …………… και δη στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από την ……… προς το …………., οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ……..

ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του Δ.Μ. του Ε., το οποίο ήταν ασφαλισμένο, ως προς την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "…………’’ στο δε όχημα αυτό επέβαινε και δη ως συνοδηγός η I.(ον.) T. (επ.) του K.. Σημειωτέον δε ότι στον τόπο του ατυχήματος, ήτοι στην 1η χ/θ της Επαρχιακής Οδού ………………., η ως άνω οδός είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 13,20 μέτρων (6,6 μέτρα ανά ρεύμα κυκλοφορίας), με δύο λωρίδες ανά ρεύμα κυκλοφορίας, σχηματίζει ελαφρά αριστερή ανηφορική καμπύλη για τους κινούμενους με κατεύθυνση προς το …………… και σημαίνεται με οριζόντια διαγράμμιση επί του οδοστρώματος συνισταμένη σε διπλή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας και αποχρωματισμένες διακεκομμένες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των λωρίδων κυκλοφορίας.

Επιπλέον, το όριο ταχύτητας ανήρχετο σε 50,00 χλμ/ώρα σύμφωνα με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32, η άσφαλτος ήταν ξηρά και σε καλή κατάσταση, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ο φυσικός φωτισμός ήταν επαρκής και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή. Στο χρονικό δε σημείο κατά το οποίο το οδηγούμενο υπό του Ε.

Μ. του Δ. με στοιχεία κυκλοφορίας ……….Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο προσέγγιζε τον τόπο του ατυχήματος κινούμενο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του οδηγούμενου υπ' αυτού οχήματος, το οποίο πλαγιολίσθησε λόγω της φυγοκέντρου δυνάμεως λοξώς δεξιά της αρχικής αυτού πορείας για απόσταση 31,5 μέτρων και προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά αυτού αρχικώς σε μεταλλικό στύλο φωτισμού παραπλεύρως του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το ………… και ακολούθως επανειλημμένα σε περίφραξη από σκυρόδεμα, εκτινάχθηκε στον αέρα και αφού πραγματοποίησε επανειλημμένες περιστροφές στον αέρα διέσχισε διαγώνια τις δύο λωρίδες του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το ……….., εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ακινητοποιήθηκε διαγώνια εντός αυτού έχοντας διανύσει απόσταση 37 μέτρων από την πρώτη πρόσκρουση, όλα δε τα ανωτέρω προκύπτουν από την από 12-7-2014 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Θέρμης και το συνημμένο σ' αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπως και από την από 26-9-2014 Έκθεση Ένορκης Εξέτασης του αυτόπτη Μάρτυρα Κ.

Ν.. Αποκλειστικός υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ήταν ο οδηγός του με στοιχεία κυκλοφορίας ……… Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Ε. Μ. του Δ.. Ειδικότερα, η υπαιτιότητά του συνίστατο σε αμέλεια, καθόσον, μη επιδεικνύοντας την απαιτούμενη κατά νόμο επιμέλεια, δεν οδηγούσε με σύνεση και με τεταμένη την προσοχή αυτού, ώστε να δύναται να ελέγξει το οδηγούμενο υπ' αυτού όχημα υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες και να εκτελεί τους απαιτούμενους κατά περίπτωση χειρισμούς, αντιθέτως δε εκινείτο με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από το εν ισχύ όριο ταχύτητας, και δη 135 χιλ/ώ., όπως εκτίμησε ο ανωτέρω πραγματογνώμονας που διορίσθηκε από την Τροχαία, ενώ και ο ίδιος ο Μ.

Ε. συνομολογεί με το από 20-10-2014 Υπόμνημά του Προς τη Διεύθυνση Τροχαίας Θέρμης Θεσσαλονίκης ότι η ταχύτητά του ήταν 100 χιλ/ώ., καίτοι οι επικρατούσες κατά τον τόπο του ατυχήματος συνθήκες (στροφή) επέβαλαν να έχει περιορίσει την ταχύτητά του σε ύψος μικρότερο από το ανώτατο εν ισχύ όριο ταχύτητας και δη στα 40 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οδηγούμενου υπ' αυτού οχήματος.

Ήτοι δε συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1 εδ. α' και β' και 19 § 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), οι οποίες ορίζουν την προσήκουσα οδική συμπεριφορά κατά τις προμνησθείσες συνθήκες, αφετέρου είχε ως αποτέλεσμα (συνδέεται αιτιωδώς με) τη σύγκρουση, καθώς εάν ο προμνησθείς συμπεριφερόταν επιμελώς και περιόριζε την ταχύτητά του στην προσήκουσα δεν θα έχανε τον έλεγχο του οδηγούμενου υπ' αυτού οχήματος και δεν θα λάμβανε χώρα το ατύχημα.

Επίσης, στο ίδιο Υπόμνημά του ο Μ. Ε. συνομολογεί ότι η ως άνω θανούσα συνεπιβάτης του αυτοκινήτου του, όπως και ο ίδιος, έφεραν ζώνες ασφαλείας.

Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης, που επαναφέρεται ως πρώτος λόγος της συνεκδικαζόμενης α' έφεσης, ότι το ατύχημα οφείλεται στην προσπάθεια του Μ. Ε. να αποφύγει ένα σκύλο, που εισήλθε στο οδόστρωμα, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, γιατί δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, κυρίως δε από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Κ.

Ν.. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την πρωτόδικη απόφαση, με εν μέρει διάφορες αιτιολογίες, ομοίως έκρινε ορθά ερμήνευσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο πρώτος λόγος της α' συνεκδικαζόμενης έφεσης. Συνεπεία δε του ως άνω αυτοκινητικού ατυχήματος, η επιβάτιδα του οχήματος, I.(ον.) T. (επ.) του K.

υπέστη σωρεία κακώσεων στην κεφαλή και στον κορμό αυτής, εκ των οποίων επήλθε ο θάνατος αυτής ήδη κατά τη διακομιδή της με το ΕΚΑΒ στο Γ.Ν. Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" (βλ. την από 12-7-2014 Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής του Ιατροδικαστή Φ. Χ.). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι οι ενάγοντες M. (ον.) G. (επ.) του Γ., μητέρα της ως άνω θανούσης, K. (ον.) T. (επ.) του Σ., πατέρας αυτής, L. (ον.) T. (επ.) του K., M. (ον.) T. (επ.) του K.

και N. (ον.) T. (επ.) του K., αδελφοί αυτής, εκ των οποίων ο τρίτος εκπροσωπούνταν κατά την πρωτοβάθμια δίκη από την ασκούσα την επ' αυτού γονική μέριμνα πρώτη ενάγουσα μητέρα του και ήδη, μετά την ενηλικίωσή του, παρίσταται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου στο δικό του όνομα, και L.(ον.) G. (επ.), γιαγιά της θανούσης από τη μητρική γραμμή (βλ.

την ………………/2014 Βεβαίωση του Γενικού Προξενείου της Γεωργίας στη Θεσσαλονίκη περί ληξιαρχικών πράξεων γεννήσεως, θεωρημένη από τη Διεύθυνση Τροχαίας Θεσσαλονίκης, το από 3-8-2012 πιστοποιητικό γεννήσεως της α' ενάγουσας, στο οποίο αναγράφεται ότι μητέρα της, άρα γιαγιά της θανούσας, είναι η 6η ενάγουσα, νόμιμα μεταφρασμένο, και την από 13.7.2014 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Δήμου Θερμαϊκού της Ι.Τ., στο οποίο αναγράφεται ότι οι 1η και 2ος ενάγοντες είναι οι γονείς της), οι οποίοι, όπως και η θανούσα, είναι γεωργιανής υπηκοότητας, εφαρμόζεται δε επί αυτών η διάταξη του άρθρ. 26 ΑΚ, διότι η αδικοπραξία έλαβε χώρα στην Ελλάδα (βλ.

μείζονα σκέψη), υπέστησαν ψυχική οδύνη εκ της αδικοπρακτικής θανατώσεως του προμνησθέντος προσφιλούς οικείου αυτών. Ενόψει δε των κατ' ιδίαν περιστάσεων της αδικοπραξίας..., ήτοι των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αδικοπραγήσαντος, των καλών σχέσεων της θανούσας με τους ενάγοντες, της νεαρής ηλικίας της θανούσας και της οικονομικής κατάστασης των εκατέρωθεν πλευρών (η οικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής εταιρίας δεν λαμβάνεται υπόψη καθόσον η ευθύνη της είναι εγγυητική) ανέρχεται στο ποσό των 40.000,00 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα-μητέρα της θανούσας, 40.000,00 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα - πατέρα αυτής, για τον οποίο, μολονότι αυτός ζούσε στη Γεωργία, ήτοι μακριά από τη θανούσα, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι δεν συνδέονταν με τη θανούσα θυγατέρα του με σχέσεις αγάπης, στο ποσό των 30.000,00 ευρώ για έκαστο των τριών αδελφών της θανούσης και στο ποσό των 15.000,00 ευρώ για τη γιαγιά αυτής, η οποία μέχρι το χρόνο του ατυχήματος διέμενε στη Γεωργία, εντούτοις από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι δεν την συνέδεαν με την εγγονή της σχέσεις αγάπης, ποσά τα οποία κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού είναι εύλογα.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση άλλως έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο πρώτος λόγος της συνεκδικαζόμενης β' έφεσης και να γίνει δε δεκτός εν μέρει ως ουσία βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της συνεκδικαζόμενης α' έφεσης...".

Με τις κρίσεις και παραδοχές του αυτές το Εφετείο, που καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση της πρώτης αναιρεσείουσας, μητέρας της θανούσης στο ποσό των 40.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατά το μέρος όμως, που το Εφετείο καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση στους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο (αδελφούς της θανούσας) και έκτη (γιαγιά της θανούσας) τα ποσά των 30.000 ευρώ για κάθε ένα των τριών αδελφών της θανούσας και το ποσό των 15.000 ευρώ για τη γιαγιά αυτής, δεν υπερέβη, τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα επιδικασθέντα στους προαναφερομένους αναιρεσείοντες ποσά, κατά την κοινή πείρα, δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν είναι καταφανώς κατώτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή τους, να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στους προαναφερομένους αναιρεσείοντες (αδελφούς και γιαγιά της θανούσης) τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλύτερων ποσών, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, και συνακόλουθα και η κρινόμενη αναίρεση κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους τέσσερις παραπάνω αναιρεσείοντες (αδελφούς και γιαγιά της θανούσης) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ η αναίρεση που ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα (μητέρα της θανούσας), πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, αφού το Εφετείο επιδικάζοντας στην προαναφερομένη αναιρεσείουσα το ανωτέρω αναφερόμενο χρηματικό ποσό (40.000 ευρώ), ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής της οδύνης, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και την αρχή της αναλογικότητας.

Συνεπώς ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα, όσον αφορά το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που δίκασε προηγουμένως και εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί, ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, εκ νέου (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας και να διαταχθεί η επιστροφή στον καταθέσαντα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, οι τρίτος, τέταρτη, πέμπτος και έκτη των αναιρεσειόντων, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από 14-12-2017 αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 1114/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα. Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης, ως προς τον άνω αναιρεσείοντα.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης, κατά της παραπάνω αναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους τρίτο (3ο), τέταρτη (4η), πέμπτο (5ο), και έκτη (6η) των αναιρεσειόντων.

Καταδικάζει τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την παραπάνω, υπ' αριθμ. 1114/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, M. G. του Γ., κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο αιτιολογικό της παρούσης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο, ως άνω, Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα τούτο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ