Legislator Case Law & Legislation
683/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification as employment contract rather than service contract.

Case Number 683/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding eight employees' contract status. The lower court correctly classified the agreements as employment contracts due to the employees' subordination and control by the employer, rejecting the State's argument that they were service contracts. The court upheld the original judgment, ruling that the State must pay the specified amounts to the plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 665 of the Code of Civil Procedure; Articles 648, 652, 681 of the Civil Code: The court must determine the nature of the contract based on the existence of subordination and control, classifying the relationship as employment rather than service when the employer directs the manner, time, and place of work.

Keywords

AI generated
labor contract classification employment vs service contract subordination test employer control civil procedure appeal labor law dispute state liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104, 665 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 652, 681 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 683/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιουλία Σφυρή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Π., κατοίκου ..., 2) Ι. Γ. του Π., κατοίκου ..., 3) Ε. Φ. του Φ., κατοίκου ..., 4) Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., 5) Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6) Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., 7) Α. Α. του Α., κατοίκου ... και 8) Ό. Κ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2007 του ίδιου δικαστηρίου και 6139/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 22-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 665 Κ.Πολ.Δ. (όπως το τελευταίο, που έχει εφαρμογή στις εργατικές διαφορές, ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ίδιου νόμου) προκύπτουν τα εξής: Στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει.

Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών.

Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.

Α.Π. 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινάκιου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο αυτής (10-1-2017), οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αθηνών Αντώνιο Ρουπακιώτη ως πληρεξούσιο αυτών κατά τη δήλωσή του.

Όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο Η. Π. προς τον ανωτέρω δικηγόρο με ένα από τους προαναφερθέντες νόμιμους τρόπους, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη ούτε ιδιωτικό έγγραφο με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός παρέσχε στον πιο πάνω δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως.

Συνεπώς ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι δικονομικώς απών. Εξ άλλου από την .../27-6-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδεται από τους αναιρεσιβλήτους, με παραγγελία του πιο πάνω πληρεξουσίου δικηγόρου των οποίων (Αντωνίου Ρουπακιώτη) επιδόθηκε στο αναιρεσείον ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής.

Εφόσον όμως δεν αποδείχθηκε η χορήγηση πληρεξουσιότητας και κατά την προδικασία από τον πρώτο αναιρεσίβλητο προς τον ανωτέρω δικηγόρο που παραγγέλλει την επίδοση της κλήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συζήτηση επισπεύδεται νομίμως και από αυτόν (πρώτο αναιρεσείοντα). Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν. 2.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξεως (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Τέτοιος ισχυρισμός που λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη, είναι και ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, ο οποίος πρέπει να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 97/2016). Περαιτέρω η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

α Κ.Πολ.Δ. για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού ισχυρίζεται ότι με τις προτάσεις που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν αόριστη κατά το μέρος της με το οποίο αυτοί ζητούσαν επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2003 και 2004, ότι το εφετείο απορρίπτοντας σχετικό λόγο της εφέσεώς του δέχθηκε ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν επαρκώς ορισμένη κατά το μέρος της αυτό και ότι έτσι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί, ήτοι τα ελλείποντα για το ορισμένο της αγωγής περιστατικά.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού στον οποίο αυτός στηρίζεται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι προφορική προβολή του κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και καταχώρηση αυτού στα πρακτικά ούτε ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του. 3.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 πράξη του υπουργικού συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές, η σύμβαση δε αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 Α.Κ.

σύμβαση έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (Α.Π. 618/2017).

Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως ως ορισμένου χρόνου (Ολ.

Α.Π. 18/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες... [ήδη αναιρεσίβλητοι] προσελήφθησαν από το εναγόμενο... [ήδη αναιρεσείον] ο πρώτος Η. Π. την 1-3-2001, ο δεύτερος Ι. Γ., η τρίτη Ε. Φ., η τέταρτη Α. Α., η πέμπτη Ε.

Κ., ο έκτος Α. Π., η έβδομη Α. Α. και η όγδοη Ό. Κ. την 1-11-2002 με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και δη του πρώτου έως 1-3-2002 και των λοιπών έως 31-10-2003, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, ο πρώτος ως γραφίστας, ο δεύτερος ως επικοινωνιολόγος, η τρίτη ως υπάλληλος γραμματειακής υποστήριξης, η τέταρτη ως μηχανολόγος- μηχανικός, η πέμπτη ως γεωγράφος, ο έκτος ως γεωλόγος, η έβδομη ως υπάλληλος γραμματειακής υποστήριξης και η όγδοη ως υπάλληλος στο τμήμα δημοσίων σχέσεων.

Τις συμβάσεις αυτές το εναγόμενο χαρακτηρίζει ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, οι οποίες μετά τη λήξη τους ανανεώνονταν για ορισμένο πάντοτε χρόνο και συγκεκριμένα: η σύμβαση εργασίας του πρώτου ενάγοντα ανανεώθηκε προφορικά την 2-3-2002 έως 3-9-2002, μετέπειτα δε ανανεώθηκε εγγράφως την 1-11-2002 έως 31-10-2003 και εκ νέου ανανεώθηκε εγγράφως από 21-1-2004 έως 20-1-2005, ενώ οι έγγραφες συμβάσεις των λοιπών εναγόντων ανανεώθηκαν από 21-1-2004 έως την 20-1-2005.

Τόπος παροχής των υπηρεσιών τους ήταν στα κεντρικά γραφεία της έδρας της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας. Οι ενάγοντες, στο πλαίσιο των προαναφερόμενων ειδικοτήτων, εκτελούσαν την εργασία τους σε κανονικό ωράριο εργασίας, όπως και το τακτικό προσωπικό του εναγομένου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων.

Με βάση τα ανωτέρω οι συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, διότι υπήρχε νομική εξάρτηση αυτών που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του εναγομένου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στην εργασία τους και να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής αυτής, με αντίστοιχη υποχρέωση συμμόρφωσης των εναγόντων.

Οι ενάγοντες παρείχαν τις ανωτέρω υπηρεσίες τους στο εναγόμενο έως την 20-5-2005, οπότε το τελευταίο έπαψε να δέχεται τις υπηρεσίες τους. Οι ανωτέρω χαρακτηριζόμενες από το εναγόμενο συμβάσεις μίσθωσης έργου δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στη Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον η εναγομένη απέβλεπε στην παροχή της εργασίας των εναγόντων επιβάλλοντάς τους να απασχολούνται σταθερά στον συμφωνημένο τόπο -τα κεντρικά γραφεία της έδρας της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας-, να τηρούν συγκεκριμένο ωράριο εργασίας και καταβάλλοντάς τους το μισθό σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι δε ενάγοντες τελούσαν σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τα όργανα της εναγομένης, με την έννοια ότι ελάμβαναν δεσμευτικές εντολές για την εκτέλεση της εργασίας τους από τους προϊσταμένους τους, οι οποίοι ασκούσαν εποπτεία και έλεγχο σ’ αυτούς.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν για να εκτελέσουν συγκεκριμένο έργο που συνίστατο στην προεργασία οργάνωσης που αφορούσε στην αναβάθμιση της λειτουργίας της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, δεν δικαιολογεί το χαρακτηρισμό των ανωτέρω συμβάσεων ως μίσθωσης έργου, καθόσον τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή έργου δεν έχουν να κάνουν με το αν οι ανάγκες του εργοδότη που κάλυπτε ο εργαζόμενος με τις υπηρεσίες του είναι παροδικές αλλά με το κατά πόσο αυτός (εργαζόμενος) τελεί σε προσωπική ή νομική εξάρτηση από τον εργοδότη κατά την άσκηση των καθηκόντων του".

Με βάση στις παραδοχές αυτές, καθώς και άλλες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, είχε αναγνωρισθεί: α) ότι η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το εναγόμενο είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) ότι ακύρως εχώρησε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους εκ μέρους του εναγομένου στις 20-1-2015 και γ) ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση λόγω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους και για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς και αναγνώρισε:

α) ότι η σύμβαση εργασίας που συνδέει τον πρώτο ενάγοντα με το εναγόμενο έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και β) ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά. ‘ Ετσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 681 Α.Κ.

ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του είδους της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβάσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι ως συμβάσεως έργου. Ειδικότερα δέχθηκε ότι οι ενάγοντες εκτελούσαν την εργασία τους σε κανονικό ωράριο εργασίας, όπως και το τακτικό προσωπικό του εναγομένου και τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων και ότι συνακόλουθα οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, διότι υπήρχε νομική εξάρτηση αυτών που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του εναγομένου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στην εργασία τους και να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής αυτής, με αντίστοιχη υποχρέωση συμμορφώσεως των εναγόντων.

Εξ άλλου για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται σ’ αυτές ότι οι ενάγοντες (πλην του πρώτου, ως προς τον οποίο δεν ερευνάται η αναίρεση) πληρούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού για τους ενάγοντες αυτούς (πλην του πρώτου) το εφετείο δεν κατέληξε σε κρίση ότι συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ως εκ περισσού, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του και αυτή την παραδοχή. Επομένως οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 19 Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 5. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών, πλην του πρώτου, αναιρεσιβλήτων (χωρίς να ερευνηθεί ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως που αφορά αποκλειστικά τον πρώτο αναιρεσίβλητο) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων αυτών σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 18 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 Οικ/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13-11-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 6139/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την αίτηση αυτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών, πλην του πρώτου, αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων αυτών, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ