Supreme Court dismisses appeal on will interpretation, rejecting claim that common sense errors justify overturning lower court's finding of no testator intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the validity of a will. The appellant argued that the lower court erred by applying common sense principles to determine the testator's intent, claiming this constituted a violation of procedural law. The court held that such an error does not justify an appeal because the application of common sense for fact-finding lies outside the scope of appellate review, which is limited to legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710 et seq. and 173, 1781 of the Civil Code; The court's determination of a testator's true intent relies on the document's content and common sense, but errors in applying common sense for fact-finding do not constitute grounds for appeal as they fall outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 683 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2)Λ. συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 3)Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4)Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., και 5)Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αυγερινό Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5786/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3565/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2013 αίτησή της. Η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2015 κλήση της επανέφερε, μετά από ματαίωση λόγω εκλογών την υπόθεση προς συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1710 επ ΑΚ προκύπτει ότι η εγκατάσταση κληρονόμου, που δεν υποβάλλεται κατά τον ΑΚ σε κάποιο πανηγυρικό τύπο, γίνεται με διαθήκη, εφόσον από το περιεχόμενό της συνάγεται πρόθεση του διαθέτη να ρυθμίσει τα αφορώντα την περιουσία του μετά το θάνατό του και να ορίσει το τιμώμενο πρόσωπο ως άμεσο και καθολικό διάδοχό του.
Η διαθήκη που συντάχθηκε χωρίς σοβαρή πρόθεση προς παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή χωρίς την ύπαρξη του ANIMUS TESTANDI, ήτοι της εξουσίας διαθέσεως αιτία θανάτου της περιουσίας του διαθέτη είναι άκυρη. Η κρίση για την ύπαρξη ή μη της πιο πάνω πραγματικής βούλησης, εξαρτάται προεχόντως από την εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης και αν υπάρχει αδυναμία εξαγωγής τέτοιας κτίσης, από τη στάθμιση των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ του ΑΚ προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις.
Σκοπείται δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη. Προσφυγή σε ερμηνεία διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης.
Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Αντίθετα ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε δηλαδή ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού, όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη την εκλαμβάνουν οι τρίτοι.
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο από την συνεκτίμηση των νομίμως, σ' αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση ως προς την αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως, ένδικη, αναγνωριστική ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή, των αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: '' Στις ...
πέθανε, σε ηλικία … ετών στην ... και στο Νοσοκομείο '' ΚΑΤ'' , ο Γ. Κ. του Ε., κάτοικος, όσο ζούσε .... Ο θανών ... τραυματίστηκε σοβαρά, … και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ όπου κατέληξε μετά από νοσηλεία αρκετών ημερών. Κατά το χρόνο του θανάτου του δεν κατέλειπε αναγκαίους κληρονόμους, διότι δεν είχε αποκτήσει τέκνα, οι δε γονείς του είχαν προαποβιώσει, ενώ ο γάμος που είχε συνάψει το έτος 1981, με την Ν.
Τ. είχε αμετάκλητα λυθεί το έτος 1999. Μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι τα πρώτα εξαδέλφια του, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες. Με το .../15-05-2009 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιεύθηκε, ύστερα από αίτηση της εναγομένης, έγγραφο που έφερε ημερομηνία σύνταξης 25-10-2006, ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος Γ.
Κ., είναι δε γραμμένο επί φύλλου χάρτου (τετραδίου σπιράλ). Στο φερόμενο, ως ιδιόγραφη διαθήκη, πιο πάνω έγγραφο, η γνησιότητα του οποίου, όσον αφορά το αν έχει καθ' ολοκληρία γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον προαναφερόμενο Γ. Κ., δεν έχει αμφισβητηθεί από τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και μάλιστα τους ενάγοντες, διαλαμβάνονται, κατά λέξει τα εξής: "(Τόπος) 25-10-2006.
Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Γ. Κ. του Ε., δηλώνω έχων σώας τας φρένας ότι αφήνω κληρονόμο της ακίνητης και κινητής περιουσίας μου την Μ. Τ. του Χ. Το παρόν έγγραφο χρήζει νόμιμης διαθήκης μέχρι ύπαρξης νόμιμης την οποία προτίθεμαι να κάνω εν ευθέτω χρόνω. Υπογραφή. Ο θανών κατά το χρόνο που συνέταξε το εν λόγω έγγραφο είχε δεσμό με την εναγομένη, ο οποίος, όταν συνέβη ο θανάσιμος τραυματισμός του, είχε ήδη λυθεί, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται από το ότι η τελευταία, κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του μία φορά μόνο τον επισκέφθηκε στο Νοσοκομείο, δεν παρέστη στην κηδεία του, καθώς και στο μνημόσυνο που τελέστηκε αργότερα, ούτε κατείχε κλειδιά της οικίας του, όπως στο παρελθόν.
Σημειώνεται, ότι η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος μητέρας της εναγομένης, Σ. Τ., η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν αναιρεί τα πιο πάνω αποδειχθέντα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο συντάκτης του επίμαχου εγγράφου δεν είχε σοβαρή και σπουδαία πρόθεση να διαθέσει με αυτό την περιουσία του μετά το θάνατο του, δεν είχε, δηλαδή, βούληση διάθεσης αιτία θανάτου (animus testanti), ούτε ήθελε το έγγραφο αυτό να αποτελέσει την διαθήκη του, αλλά στο εν λόγω έγγραφο διατύπωνε τις σκέψεις του ή το σχέδιο του αναφορικά με διαθήκη, που είχε σκοπό να συντάξει στο μέλλον, την οποία, ωστόσο, ποτέ δεν συνέταξε, αφού η σχέση του με την εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, λύθηκε.
Πιο συγκεκριμένα, ο θανών, αν είχε πράγματι πρόθεση να συντάξει διαθήκη θα χρησιμοποιούσε τον όρο "Διαθήκη", που του ήταν γνωστός. Επίσης, λόγω του μορφωτικού του επιπέδου, αλλά και της σχετικής με το επίπεδο του αυτό συναλλακτικής και κοινωνικής του εμπειρίας, θα περιόριζε το κείμενο αυτής στην πρώτη φράση.
Ο θανών, ωστόσο, ανέγραψε και την δεύτερη φράση "Το παρόν έγγραφο χρήζει νόμιμης διαθήκης μέχρι ύπαρξης νόμιμης την οποία προτίθεμαι να κάνω εν ευθέτω χρόνο", προφανώς για να δηλώσει με σαφήνεια και για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το κείμενο που συνέταξε δεν αποτελεί την διαθήκη του. Εξάλλου, ο θανών, λόγω αυτού του μορφωτικού του επιπέδου γνώριζε τη σημασία του ρήματος "χρήζω" (έχω ανάγκη, χρειάζομαι, επιθυμώ, επιζητώ) και με τη σημασία αυτή χρησιμοποίησε το ρήμα αυτό στο επίμαχο κείμενο, προκειμένου να δηλώσει την πρόθεσή του στο μέλλον να συντάξει διαθήκη.
Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών χρησιμοποίησε το ρήμα αυτό δίνοντάς του διαφορετική έννοια και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι η φράση στο επίμαχο έγγραφο "...χρήζει νόμιμης διαθήκης..." έχει την έννοια "το παρόν έγγραφο να χρησιμοποιείται ως νόμιμη διαθήκη" ή να " έχει χρήση νόμιμης διαθήκης" έννοια, άλλωστε, που δεν έδωσε στο ρήμα αυτό ούτε η εναγομένη.
Συνεπώς, η φράση: "χρήζει νόμιμης διαθήκης" που περιέχεται στο επίμαχο έγγραφο σημαίνει: "χρειάζεται-απαιτείται νόμιμη διαθήκη...". Επομένως, με βάση όσα προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο που ο θανών Γ. Κ. συνέταξε το ένδικο έγγραφο, δεν είχε τη βούληση διάθεσης (animus testandi), δεν είχε, δηλαδή, τη θέληση να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη και να διαθέσει με αυτήν το σύνολο της περιουσίας του μετά το θάνατο του στην εναγομένη.
Συνεπώς είναι άκυρη η φερόμενη από 25.10.2006, ως ιδιόγραφη διαθήκη του Γ. Κ. που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το .../15.5.2009 πρακτικό του και επομένως, η κρινόμενη αγωγή αποδεικνύεται ως βάσιμη κατ' ουσία, ως προς την κύρια βάση της". Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση κατά το οικείο της κεφάλαιο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά την κύρια βάση της, την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25.10.2006 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ ΑΚ, στις οποίες δεν προσέφυγε για την ερμηνεία της φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης, γιατί κατ' ανέλεγκτη κρίση δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως του συντάκτη του εγγράφου, ενώ προσέτι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατά τις οποίες από το περιεχόμενο της φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης, προκύπτει με σαφήνεια η έλλειψη ANIMUS TESTANDI του συντάκτη του επίμαχου εγγράφου.
Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση ότι το από 25.10.2006 έγγραφο, που είναι από φύλλο τετραδίου σπιράλ, γραμμένο και υπογεγραμμένο από τον αποβιώσαντα, στις 15.11.2008, Γ. Κ. του Ε., δεν περιέχει βούληση περί εγκαταστάσεως της εναγομένης - αναιρεσείουσας ως κληρονόμου του, καθόσον αυτός κατά το χρόνο συντάξεως του εγγράφου δεν είχε σοβαρή και σπουδαία πρόθεση να διαθέσει με αυτό την περιουσία του μετά το θάνατό του, δεν είχε δηλαδή βούληση διάθεσης αιτία θανάτου (ANIMUS TESTANTI), ούτε ήθελε το έγγραφο αυτό να αποτελέσει τη διαθήκη του, αλλά διατύπωνε σ' αυτό τις σκέψεις του ή το σχέδιό του αναφορικά με διαθήκη, που είχε σκοπό να συντάξει στο μέλλον, την οποία ωστόσο δεν συνέταξε, γιατί ο δεσμός που είχε με την εναγομένη - αναιρεσείουσα λύθηκε.
Η έλλειψη της βουλήσεως αυτής προκύπτει από το ότι δεν περιόρισε το κείμενο στην πρώτη παράγραφο όπου αναφέρει ότι αφήνει την εναγομένη κληρονόμο του, αλλά προσθέτει δεύτερη παράγραφο κατά την οποία το έγγραφο "χρήζει νόμιμης διαθήκης" που δηλώνει την πρόθεσή του να συντάξει στο μέλλον νόμιμη διαθήκη, την δε φράση αυτή, της οποίας την έννοια γνωρίζει, ενόψει του μορφωτικού του επιπέδου και της σχετικής με το επίπεδό του αυτό συναλλακτικής και κοινωνικής εμπειρίας, ως απόφοιτος Πανεπιστημίου …, αν ήθελε το κείμενό του να ισχύσει ως διαθήκη, δεν θα προσέθετε.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 1781 επ ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 1712 του ίδιου κώδικα που προστίθεται αυτεπάγγελτα. Επομένως οι περί του αντιθέτου και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος και τρίτος από τους λόγους της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ ΑΠ 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν.
Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη, προς έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που θα έπρεπε να εμφιλοχωρήσουν κατά την σύμφωνα με το άρθρο 173 ΑΚ ανίχνευση της βουλήσεως του διαθέτη, εάν αυτός δεν ήθελε να εκληφθεί το επίμαχο έγγραφο ως διαθήκη, δεν θα έπρεπε να επικαλείται τον όρο αυτό στο περιεχόμενό του και έτσι δεν θα υπέβαλε τον εαυτό του και τους τρίτους στη ψυχοφθόρο διαδικασία, της μετά θάνατο έρευνας της βουλήσεώς του, ενώ προσέτι αν στο έγγραφο αυτό δεν υπήρχε ANIMUS TESTANDI, ήτοι εξουσία διαθέσεως αιτία θανάτου και δόθηκε προς παραπλάνηση της αναιρεσείουσας, θα φρόντιζε αυτός σε μεταγενέστερο χρόνο να συντάξει μία νέα διαθήκη που θα ανακαλούσε την επίδικη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζομένων διδαγμάτων της κοινής πείρας, αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που είναι αντίθετες από εκείνες, που κατά την άποψη της αναιρεσείουσας είναι ορθές και προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ήτοι, με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (δεύτερος), καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από την αναιρεσείουσα παραβόλου (αρθρ 495 παρ 3 ΚΠολΔικ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, ελλείψει αιτήματος (άρθρ 106 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.11.2013 αίτηση της Μ. Τ. του Χ. κατά των Γ. Κ. του Ν., Λ. συζ. Κ. Κ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ 3565/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ