Supreme Court dismisses appeal against insurance fund judgment due to inadmissibility of forgery claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a partnership against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in accepting a claim of forged medical certification and invoices, but the court found this argument inadmissible because the appellant had not previously proposed it at the appellate level. Consequently, the court ruled that the second ground of the appeal was without legal effect and rejected the entire appeal, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562 §2 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on a new allegation of forgery is inadmissible if not raised in the lower proceedings, and even if raised, it may be rejected if the lower court's decision relies on independent evidence of fraud not contested by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 683 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε)", καθολικής διαδόχου δυνάμει του Ν. 2676/1999 και του Π.Δ 258/2005 του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΤΑΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Πάνου - Κοκιασμένου, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 13.9.2012 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2843/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1373/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1373/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 27.3.2008 έφεση του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 2843/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 4.3.2003 αγωγή του ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσίβλητο, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε τις εναγόμενες και τότε εφεσίβλητες, από τις οποίες η δεύτερη αυτών είναι η ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο στο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 13.490,63 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους σε βάρος του αρχικού ενάγοντος ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 174/2005, 831/2005, 118/2006).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της κατά ποσοστό, ως προς το οποίο η κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 677/2011).
Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1796/2012).
Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 386 ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης.
Είναι έτσι αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης, ούτε αποκλείει τον μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο το γεγονός ότι σ' αυτή συνέβαλε και η αμέλεια ή η ελαφρότητα του εξαπατηθέντος, με την έννοια ότι η πλάνη δεν θα δημιουργείτο σε ένα προσεκτικότερο άτομο (ΑΠ 16/2005). Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά και σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999).
Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι' αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί και στην περίπτωση αυτή να υπήρξε δόλος του δράστη. Η έννοια του δόλου προκύπτει κατά βάση από τη διάταξη του άρθρ. 27 ΠΚ και συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 890/2010).
Περαιτέρω η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτή εκτίθεται ότι η ασφαλισμένη στο ενάγον ΝΠΔΔ πρώτη εναγομένη Π. Κ. ζήτησε με την από 23.10.1997 αίτησή της και έλαβε από αυτό ως φαρμακευτική δαπάνη το ποσό των 2.900.000 δραχμών και ήδη 8.150,63 ευρώ για την αγορά δήθεν από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που διατηρεί φαρμακείο, του εισαγόμενου από το εξωτερικό φαρμάκου OCTAGAM, αφού προς το σκοπό αυτό από κοινού και σε συνεργασία οι δυο εναγόμενες εξαπάτησαν με δόλο τις υπηρεσίες του ενάγοντος ΝΠΔΔ, στις οποίες με τη χρήση πλαστών δικαιολογητικών παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η πρώτη αυτών έπασχε δήθεν από την ασθένεια της χρόνιας πολυνευρίτιδας, πολυριζίτιδας και λεμφαδενίτιδας, για την αντιμετώπιση της οποίας ήταν αναγκαίο το παραπάνω φάρμακο και η κατ' εξαίρεση εισαγωγή του από το εξωτερικό και συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, προσκόμισε στις αρμόδιες υπηρεσίες του ενάγοντος ΝΠΔΔ αφενός μεν την από 9.10.1997 γνωμάτευση του ιατρού Γ.
Κ., παθολόγου στο δημόσιο νοσοκομείο ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΙΟ του Ε.Ε.Σ., που όμως ήταν πλαστή και ψευδώς βεβαίωνε ότι αυτή έπασχε από την ως άνω ασθένεια και είχε ανάγκη του φαρμάκου OCTAGAM, αφετέρου δε το υπ' αριθ. .../ 23.10.1997 τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης, που όμως ήταν και αυτό πλαστό και ψευδώς επίσης βεβαίωνε ότι για την αγορά του φαρμάκου OCTAGAM καταβλήθηκε το ποσό των 2.900.000 δραχμών από την πρώτη στη δεύτερη των εναγομένων.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ισχυριζόμενο το ενάγον ΝΠΔΔ ότι εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων ζημιώθηκε κατά την αξία του ως άνω φαρμάκου, την οποία αδικαιολόγητα και από κοινού ωφελήθηκαν σε βάρος της περιουσίας του οι εναγόμενες, ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθούν εις ολόκληρο αυτές να του καταβάλουν ως αποζημίωση την αξία του φαρμάκου, δηλαδή το ποσό των 8.150,63 ευρώ, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, την οποία περιόρισε σε 4.980 ευρώ αντί του ποσού των 5.000 ευρώ, που αρχικά ζήτησε, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ στοιχεία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων και συγκεκριμένα σαφώς περιγράφεται σ' αυτή η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η υλική ζημία, αλλά και η ηθική βλάβη, που προκάλεσε στο ενάγον ΝΠΔΔ και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της απάτης που μετήλθαν από κοινού οι εναγόμενες και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε με τον ίδιο τρόπο και δεχόμενο την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η ισχύς της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ως προς αυτή δεν υπήρξε λόγος έφεσης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
3. Κατά το άρθρ. 460 ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρ. 461 του ίδιου Κώδικα, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο ΚΠΔ.
Τέλος, κατά το άρθρ. 463 ΚΠολΔ, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της απόδειξης και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας.
Επομένως ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού και για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, με στόχο έτσι να αποτραπεί η στρεψοδικία και η παρέλκυση της εκκρεμούς δίκης.
Όταν όμως πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή της πλαστότητας εγγράφου που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρ. 463 ΚΠολΔ, αλλά στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες των άρθρ. 216 και 270 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/1999, ΑΠ 37/2010).
Ωστόσο και σ' αυτή την περίπτωση το άρθρ. 98(β) ΚΠολΔ απαιτεί για την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού να είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη ειδική πληρεξουσιότητα ο δικηγόρος του διαδίκου που προσβάλλει το έγγραφο ως πλαστό, διαφορετικά, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του το σχετικό ισχυρισμό και παραλείψει να τον απορρίψει ως απαράδεκτο, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με αυτόν από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου.
Όπως όμως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 96§1, 97§1, 98, 104, 105, 159, 160§§1&2, 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ, 211, 229 και 238 ΑΚ, η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας και κατ' επέκταση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα που προκαλεί, καλύπτονται αναδρομικά, ακόμη και αν πρόκειται για ειδική πληρεξουσιότητα (ΟλΑΠ 1408/1984), αν ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα, εγκρίνει στη συνέχεια τις μέχρι τότε πράξεις του δικηγόρου, η έγκριση δε αυτή, όταν δεν πρόκειται για ειδική πληρεξουσιότητα, μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη ιδίως από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς επιφύλαξη ως προς το κύρος των προηγούμενων πράξεων και μάλιστα είναι αδιάφορο αν παρίσταται με τον ίδιο ή άλλο δικηγόρο, αφού η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (ΑΠ 1085/2000, 203/2003, 36/2006, 2018/2009).
Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης και γενικότερα είναι ανεφάρμοστος στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 438 και 440 ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις είναι δημόσια έγγραφα, εφόσον εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και συνεπώς για όσα βεβαιώνονται σ' αυτές ότι έγιναν από τον ιατρό που τις συνέταξε ή ενώπιον αυτού μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, δηλαδή αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, ενώ για όσα βεβαιώνονται σ' αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, αποτελούν επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών.
Κατά την έννοια αυτή αποτελούν δημόσια έγγραφα οι προερχόμενες από δημόσιο νοσοκομείο ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύεις και παρέχουν έτσι πλήρη απόδειξη, η οποία μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών μπορεί να ανατραπεί, ως προς το βεβαιούμενο σ' αυτές γεγονός της εξέτασης συγκεκριμένου ασθενούς από τον συντάκτη τους ιατρό και επίσης ως προς το τυπικό περιεχόμενο της διάγνωσής του και την υποδειχθείσα από αυτόν θεραπευτική αγωγή.
Ως προς την εκφερόμενη όμως με τη διάγνωση του ιατρού αυτή καθ' εαυτή την επιστημονική εκτίμηση και γνώμη του οι ως άνω ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις εκτιμώνται, ακόμη και ως προς τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση του ασθενούς, ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρ. 340 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρ. 387 και 390 ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή για τις γνωμοδοτήσεις ιατρών, που έχουν ειδικές επιστημονικές γνώσεις και συντάχθηκαν με αίτηση διαδίκου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη (Π.
Κ.), που είναι ασφαλισμένη στο ενάγον ΝΠΔΔ από το έτος 1994, ζήτησε με την υπ' αριθ. 69655/23.10.1997 αίτησή της και έλαβε από αυτό με την υπ' αριθ. 9331/1997 απόφαση ... του Διευθυντή του ενάγοντος μια δαπάνη ύψους 8.510,63 ευρώ για την προμήθεια του φαρμάκου OCTAGAM, που εισάγεται από το εξωτερικό, η οποία δαπάνη αποδίδεται, σύμφωνα με τις καταστατικές του διατάξεις, στους ασφαλισμένους του, εάν το φάρμακο αυτό είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πάθησης του ασθενή και δεν υπάρχει φάρμακο δυνάμενο να αντικαταστήσει το ελλείπον στη θεραπεία, δεν υπάγεται δε στις διατάξεις του νόμου περί ναρκωτικών.
Η πρώτη εναγομένη, προκειμένου να εισπράξει την ως άνω δαπάνη, προσκόμισε, μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών ..., α) την από 9.10.1997 γνωμάτευση του ιατρού του νοσοκομείου ΚΟΡΓΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΙΟ του Ε.Ε.Σ. Γ. Κ., σύμφωνα με την οποία έπασχε αυτή από χρόνια πολυνευρίτιδα, πολυριζίτιδα, λεμφαδενίτιδα και γινόταν η σύσταση να υποβληθεί σε θεραπεία με το ως άνω φάρμακο, το οποίο δεν κυκλοφορούσε στην Ελλάδα και κρινόταν από τον ως άνω ιατρό αναγκαία η εισαγωγή του από τη Γερμανία, διότι, όπως στη γνωμάτευση αυτή αναφερόταν, δεν υπήρχε φάρμακο δυνάμενο να αντικαταστήσει στη θεραπεία το ελλείπον, β) την υπ' αριθ. 121966/21.10.1997 βεβαίωση του Ε.Ο.Φ., από την οποία προέκυπτε ότι το ως άνω φάρμακο δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα και συνεπώς εγκρίνεται η κατ' εξαίρεση εισαγωγή του και γ) το υπ' αριθ. .../23.10.1997 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της δεύτερης εναγόμενης (αναιρεσείουσας), με βεβαίωση της τελευταίας επί του σώματός του ότι εξοφλήθηκε σ' αυτή το ποσό των 2.900.000 δραχμών από την πρώτη εναγομένη.
Μετά πάροδο έτους περίπου... διενεργήθηκε από την Προϊσταμένη του Τμήματος Επιθεώρησης και Ελέγχου του ενάγοντος λεπτομερής έρευνα στα παραστατικά στοιχεία των δαπανών που καταβλήθηκαν στους ασφαλισμένους του ανά την επικράτεια και συγκεκριμένα στα στοιχεία... που αφορούσαν μεταξύ άλλων και το φαρμακευτικό σκεύασμα OCTAGAM, το οποίο χορηγήθηκε στους ασφαλισμένους του κατά τα έτη 1995 έως 1998.
Μετά δε την ολοκλήρωση της έρευνας συντάχθηκε το υπ' αριθ. 336/5.4.2000 πόρισμα της ως άνω Προϊσταμένης του ενάγοντος Π. Π., εν συνεχεία δε ... συνεστήθη επιτροπή προκειμένου να προβεί σε συμπληρωματική έρευνα, μετά την ολοκλήρωση της οποίας συντάχθηκε το υπ' αριθ. 156/23.4.2002 συμπληρωματικό πόρισμα της επιτροπής αυτής του ενάγοντος.
Το πρώτο ως άνω πόρισμα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από το συνολικό ποσό των 234.498.076 δραχμών, που δαπάνησε το ενάγον για παροχές φαρμάκων εξωτερικού ... κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 μέχρι 31.12.1998, ποσό 147.202.151 δραχμών αφορά σε 26 ασφαλισμένους του, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη, για την οποία απαιτείται πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσής της..., ενώ με το δεύτερο πόρισμα η διορισθείσα επιτροπή απεφάνθη όσον αφορά την πρώτη εναγομένη ότι "προκύπτουν ενδείξεις ότι δεν πάσχει από τις ασθένειες που αναφέρονται στις ιατρικές γνωματεύσεις και δεν έλαβε τα φάρμακα που πληρώθηκαν από το Ταμείο".
Μετά δε το συμπληρωματικό αυτό πόρισμα ... υπεβλήθη και μηνυτήρια αναφορά ..., μετά δε την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης ... ο Γ. Δ., ως εταίρος και διαχειριστής της δεύτερης εναγομένης, που διατηρεί φαρμακείο, παραπέμφθηκε ενώπιον του Γ. Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης σε βαθμό κακουργήματος, που διέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 6.2.1997 έως και 11.11.2007 σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ...
στις περιπτώσεις έξι συνολικά ασφαλισμένων του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και αυτή της πρώτης εναγομένης ..., ως προς την οποία, η ασκηθείσα επίσης ποινική δίωξη για απλή συνέργεια σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 δραχμών, έπαυσε λόγω παραγραφής με το υπ' αριθ. 1290/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι το αποδιδόμενο σ' αυτή αδίκημα φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος ...
Κατά την κρίση του δικαστηρίου η από 9.10.1997 γνωμάτευση, που φέρεται να έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον παθολόγο ιατρό Γ. Κ., που υπηρετεί στο νοσοκομείο ΚΟΡΓΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΙΟ του Ε.Ε.Σ. και επίσης παραπέμφθηκε να δικασθεί για ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος ..., είναι εξ ολοκλήρου πλαστή. Την κρίση αυτή το δικαστήριο στηρίζει κυρίως στο γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη, όπως η ίδια κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής του ενάγοντος που διερευνούσε την υπόθεσή της, δεν θυμάται αν επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του εν λόγω νοσοκομείου προς διενέργεια εξετάσεων ούτε επίσης αν νοσηλεύτηκε σ' αυτό, τον δε άνω ιατρό που φέρεται να πιστοποιεί την άνω πάθησή της δεν γνωρίζει ούτε θυμάται αν τον έχει επισκεφθεί ποτέ σε κάποιο άλλο ιατρείο εντός ή εκτός του νοσοκομείου αυτού, ενώ απεναντίας θυμάται ότι έχει νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Συγγρού λόγω φαρμακευτικού πολύμορφου ερυθήματος...
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη έπασχε ποτέ από τις ασθένειες που αναφέρονται στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση, η οποία είναι κατά τα άνω πλαστή εξ ολοκλήρου, ούτε άλλωστε προσκόμισε άλλες ιατρικές γνωματεύσεις, στα πλαίσια ανταπόδειξης, από τις οποίες να αποδεικνύεται ότι έπασχε πράγματι από τις ως άνω παθήσεις ..., συνεπεία των οποίων έχρηζε την εποχή εκείνη θεραπείας με το συγκεκριμένο φάρμακο OCTAGAM, ούτε ότι έλαβε ποτέ για θεραπεία κάποιας ασθένειας το φάρμακο αυτό.
Ούτε επίσης από τον ατομικό της φάκελο και μάλιστα από την καρτέλα ασθένειας της πρώτης εναγομένης, που τηρείται στο ενάγον, προκύπτει ότι αυτή έπασχε ποτέ από τις ως άνω παθήσεις ή ότι νοσηλεύτηκε στον Ερυθρό Σταυρό, απ' όπου δόθηκε η άνω γνωμάτευση ή ότι σε κάθε περίπτωση έχει υποβληθεί σε εργαστηριακές ή παρακλινικές εξετάσεις για τις παθήσεις αυτές, αν και φέρονται ως χρόνιες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι αυτή από κοινού και σε συνεργασία με τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία ..., χρησιμοποιώντας την ιδιότητά της ως ασφαλισμένης στο ενάγον και κατέχοντας σχετικό βιβλιάριο ασθένειας, παρέστησαν ψευδώς στον ιατρό ελεγκτή του ενάγοντος ότι η πρώτη εναγομένη πάσχει από τις εν λόγω ασθένειες, χρησιμοποιώντας αφενός μεν την ως άνω πλαστή ιατρική γνωμάτευση, αφετέρου δε το πλαστό υπ' αριθ. .../23.10.1997 τιμολόγιο πώλησης του εν λόγω φαρμάκου, εκδοθέντος από τη δεύτερη εναγομένη, που διατηρεί φαρμακείο, συνολικής αξίας 2.900.000 δραχμών και με αυτόν τον τρόπο παραπλάνησαν το ενάγον να εγκρίνει τη χορήγηση του ως άνω φαρμάκου, το οποίο ψευδώς παρουσίασε η δεύτερη εναγομένη ότι πώλησε και παρέλαβε τούτο η πρώτη, με συνέπεια να εισπράξουν στη συνέχεια την ως άνω δαπάνη στις 6.11.1997 και να καρπωθούν παρανόμως το ποσό της, επί ζημία του ενάγοντος, μολονότι γνώριζαν και οι δυο ότι όλα τα άνω ήταν ψευδή και ότι στην πραγματικότητα δεν πωλήθηκε το άνω φάρμακο στην πρώτη εναγομένη, καθώς και ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ απ' αυτή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι το ενάγον ζημιώθηκε κατά το ποσό των 2.900.000 δραχμών, αλλά και ότι υπέστη ηθική βλάβη εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, για την οποία εύλογη χρηματική ικανοποίηση αποτελεί το ποσό των 5.000 ευρώ, υποχρέωσε εις ολόκληρο τις εναγόμενες να καταβάλουν νομιμοτόκως για τις αιτίες αυτές στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, ως καθολικό διάδοχο του ενάγοντος ΝΠΔΔ, το συνολικό ποσό των 13.490,63 ευρώ, αφού προηγουμένως δέχθηκε την έφεσή του και εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της την αντίθετη πρωτόδικη απόφαση.
Η αναιρεσείουσα προσάπτει με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή ισχυρισμό περί πλαστότητας της από 9.10.1997 γνωμάτευσης του ιατρού Γ. Κ., παθολόγου στο δημόσιο νοσοκομείο ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΙΟ του Ε.Ε.Σ., μολονότι ήταν απαράδεκτος, αφού προτάθηκε χωρίς να συνοδεύεται από τα αποδεικτικά γι' αυτόν στοιχεία, με ειδική σ' αυτά αναφορά, ενώ και η δικηγόρος που τον υποστήριξε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δεν είχε την αναγκαία ειδική πληρεξουσιότητα αρχικά του ενάγοντος ή στη συνέχεια του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια έτσι το Εφετείο να κρίνει ως πλαστή την παραπάνω γνωμάτευση και να μην τη λάβει ουσιαστικά υπόψη του, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να δεχθεί τελικά ως βάσιμη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της.
Η αγωγή αυτή δεν έχει ως κύριο αντικείμενο την αναγνώριση ως πλαστής της από 9.10.1997 ιατρικής γνωμάτευσης, αλλά παρεμπιπτόντως αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι πρόκειται για πλαστογραφημένη γνωμάτευση με σκοπό έτσι να εξειδικευθεί αυτή ως μέσο εξαπάτησης του ενάγοντος από τις εναγόμενες, αλλά και να αποδυναμωθεί εξ αρχής η αποδεικτική σημασία της, δηλαδή κατά την έννοια αυτή πρόκειται για καθ' υποφορά ισχυρισμό πλαστότητας προς αντίκρουση της θέσης των εναγομένων ότι ενήργησαν σύννομα με βάση την ως άνω γνωμάτευση.
Επομένως όφειλε το ενάγον ΝΠΔΔ να υποστηρίξει το σχετικό ισχυρισμό του, αναφέροντας τα αποδεικτικά στοιχεία της πλαστότητας, τα οποία όμως δεν εξειδίκευσε σε πρώτο ή και σε δεύτερο βαθμό, ενώ και η δικηγόρος Ιωάννα Ζωγράφου, που εκπροσώπησε σε πρώτο βαθμό το ενάγον και ακολούθως σε δεύτερο βαθμό το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, δεν είχε την αναγκαία ειδική πληρεξουσιότητα για την υποστήριξη του ισχυρισμού πλαστότητας, ούτε η έλλειψη αυτή καλύφθηκε με αναδρομική έγκριση του σχετικού ισχυρισμού, αφού στο υπ' αριθ. .../17.1.2012 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Παριανού-Τριτσιμπίδα, με βάση το οποίο η δικηγόρος Αικατερίνη Πάνου-Κοκιασμένου εκπροσώπησε το αναιρεσίβλητο στον Άρειο Πάγο, δεν περιλαμβάνεται και η εντολή για προσβολή ως πλαστής ειδικά της παραπάνω ιατρικής γνωμάτευσης.
Συνακόλουθα ο ισχυρισμός περί πλαστότητας της γνωμάτευσης αυτής προβλήθηκε απαράδεκτα και θα έπρεπε να απορριφθεί, ενώ αντίστοιχα θα έπρεπε να προσδοθεί σ' αυτή η πλήρης αποδεικτική ισχύ δημόσιου εγγράφου. Ωστόσο η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται και ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι πρότεινε στο Εφετείο την απαράδεκτη προβολή του σχετικού περί πλαστότητας ισχυρισμού του ενάγοντος ΝΠΔΔ, οπότε για την αιτία αυτή είναι κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ πρωταρχικά απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση η σχετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης είναι τελικά χωρίς έννομη επιρροή και αλυσιτελής συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος ορθά εκτιμώμενος δεν θεμελιώνεται στον αριθμό 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται, αλλά συνδυαστικά στους αριθμούς 8(α), 12 και 14 του ίδιου άρθρου, αφού το Εφετείο έκρινε ως πλαστό και το υπ' αριθ. .../23.10.1997 τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στηρίζει από μόνο του την αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, με την έννοια ότι ακόμη και αν θεωρηθεί έγκυρη η παραπάνω γνωμάτευση, παραμένει αδικαιολόγητη η ύπαρξη και η χρήση από τις εναγόμενες του πλαστού τιμολογίου της δεύτερης αυτών, με βάση το οποίο εγκρίθηκε τελικά από το ενάγον ΝΠΔΔ η απόδοση στην πρώτη εναγομένη του αντίστοιχου ποσού, που όμως στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσε δαπάνη της για την αγορά του φαρμάκου OCTAGAM από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.
Δηλαδή χωρίς το πλαστό τιμολόγιο της αναιρεσείουσας δεν θα ήταν δυνατή, όπως έμμεσα, αλλά σαφώς συνάγεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, η εξαπάτηση του ενάγοντος από τις εναγόμενες, η οποία αντίθετα ήταν δυνατή έστω και αν θεωρηθεί έγκυρη η από 9.10.1997 γνωμάτευση του ιατρού Γ. Κ.. Επομένως και για την αιτία αυτή είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην πλαστότητα του ως άνω τιμολογίου της αναιρεσείουσας, σε σχέση με το οποίο δεν αποδίδεται στην απόφαση αυτή αντίστοιχη πλημμέλεια με λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.9.2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1373/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ