Legislator Case Law & Legislation
683/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, citing lower court's correct assessment of evidence.

Case Number 683/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a traffic accident. The appellant argued the lower court ignored evidence proving the other drivers were at fault, but the court found the appellate court had properly considered all submitted documents including autopsy reports and insurance records. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the successful appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged failure to consider relevant evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it evaluated all submitted documents and reached a conclusion based on the totality of the evidence.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appeal dismissal evidence assessment court of appeals legal costs award supreme court review fault determination

Cited Legislation

AI generated
Article 226 paragraph 4 section g of the Code of Civil Procedure
Article 575 paragraph 1 sections a and b of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Μέλεγο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ψ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ε. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημητρίου Φακιδάρη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Δ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 22/7/2008 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 16/2008 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/1990 αγωγή του δευτέρου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2001, 33/2003 μη οριστικές και 50/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 16/2008 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 26/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-7-2008 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον παριστάμενο αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 13.014/6-7-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου εκείνης της 4-12-2009, (κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατόπιν αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, μετά δε την αναβολή εκείνη η υπόθεση μεταφέρθηκε και εγγράφηκε στο πινάκιο της ίδιας δικασίμου, χωρίς πλέον να χρειάζεται νέα κλήτευση οποιουδήποτε διαδίκου (αρθρ. 226 παρ.4 εδ.γ' Κ.ΠολΔ. σε συνδ. με το άρθρο 575 παρ.1 εδ. α και β του Κ.Πολ.Δ.). Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ ), σαν να ήταν αυτός παρών.

ΙΙ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την οποίαν οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, και πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ο παριστάμενος αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Δ. Σ.. Η παραίτηση αυτή, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 573, 299, 294 εδ. α και β', 297 του Κ.Πολ.Δ., και συνεπώς η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Δ. Σ. (άρθρ. 295 παρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του. Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από το αιτιολογικό (παραδοχές) και το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 16/2008 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, επισκοπούμενης στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης κατ' άρθρ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. έρευνας του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι η από 28-4-2005 έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθόσον εστρέφετο κατά του τότε εφεσίβλητου Α.

Ψ. ως αρχικά συνεναγομένου, όχι αναγκαίου ομοδίκου μαζί με τον αναιρεσείοντα Ν. Δ.. Κατά των απορριπτικών εκείνων διατάξεων της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 16/2008 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, που στηρίζουν αποκλειστικά το απορριπτικό διατακτικό της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά του ίδιου πιο πάνω τότε εφεσίβλητου και τώρα αναιρεσίβλητου Α.

Ψ. δεν αποδίδεται με το αναιρετήριο καμία ειδική αιτίαση, και επομένως η αίτηση αναίρεσης, όσο απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Ψ. κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφ' όσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται οποιοσδήποτε άλλος ειδικός λόγος που θα δικαιολογούσε την απεύθυνσή του κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου ατομικά.

Περαιτέρω, ούτε η ιδιότητα αυτοτελώς τον ίδιου πιο πάνω αναιρεσιβλήτου Α. Ψ. ως αρχικά συνεναγομένου για την ένδικη αδικοπραξία με την ιδιότητα του εις ολόκληρον ενεχομένου, αλλά όχι αναγκαίου ομοδίκου, καθιστά παραδεκτή την απεύθυνση της ένδικης αίτησης, όσο απευθύνεται κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου, έστω και εάν (όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει), κατά παραδοχή της συνεκδικασθείσας τότε από 21-4-2005 έφεσης του

αναιρεσίβλητου Α. Ψ., οδηγού, απορρίφθηκε ως προς εκείνον η από 31-7-1990 αγωγή του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ε. Τ., εφ' όσον λόγω της δυνητικής ομοδικίας και των τριών αρχικά συνεναγομένων, δεν είναι επιτρεπτή η ανάπτυξη μεταξύ τους αντιδικίας, για την προάσπιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων τους, όσο έχουν σχέση με την ανυπαρξία ή την ύπαρξη, αλλά και προς την έκταση σε καταφατική περίπτωση της ευθύνης τους.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)"Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας φορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 .ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, ή οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη, εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 16/2008 απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "την 23-9-1988 και περί ώραν 19.45 ο τρίτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Ψ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην Καλαμάτα και επί της οδού ...

με κατεύθυνση από ανατολάς προς δυσμάς. Η εν λόγω οδός έχει οδόστρωμα πλάτους 8,70 μέτρων με επικάλυψη ασφάλτου, είναι διπλής κατευθύνσεως με μια ανά κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας και ευθεία σε μήκος 500 μέτρων. Το παραπάνω αυτοκίνητο, όταν έφτασε στο ύψος ανεγειρόμενης οικοδομής, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.

Δ., προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο τμήμα του, σε οικοδομικά υλικά (σίδηρα "μπετό"), που είχαν τοποθετηθεί έμπροσθεν αυτής (οικίας) και προορίζονταν για την ανέγερσή της, με συνέπεια ο ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, ο οποίος επέβαινε στη θέση του συνοδηγού, να τραυματισθεί. Υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος είναι και ο πρώτος εναγόμενος- αναιρεσείων, Ν.

Δ., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε ο κάθε μέσος και συνετός άνθρωπος κάτω από ανάλογες περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες και εκείνους της κοινής πείρας και λογικής. Ειδικότερα η αμέλεια του ως άνω εναγομένου συνίσταται στο ότι υπέδειξε στον Γ. Φ. να τοποθετήσει επί του οδοστρώματος τα σίδηρα που ο τελευταίος είχε μεταφέρει με το ΙΧΦ αυτοκίνητό του για την ανέγερση της οικίας του (πρώτου εναγομένου).

Έτσι με την εναπόθεση των παραπάνω υλικών, σε μήκος 22,30 μέτρων και ύψος 0,40 μέτρων, παρεμπόδισε την κυκλοφορία και κατέλαβε χωρίς άδεια της αρμόδιας δημοτικής αρχής Καλαμάτας ένα μέρος του οδοστρώματος, πλάτους 3,20 μέτρων, χωρίς, όπως ήταν υποχρεωμένος, να επισημάνει τα σιδηρά καταλλήλως, ώστε να γίνονται αντιληπτά από τους διερχόμενους οδηγούς.

Ειδικότερα δεν τοποθέτησε στις κατάλληλες θέσεις τις απαιτούμενες πινακίδες σημάνσεως κινδύνου, ούτε επεσήμανε τα όρια των επί του οδοστρώματος εναποτεθέντων υλικών με την τοποθέτηση λωρίδος ερυθρού και λευκού χρώματος και δεν εσήμανε (τα εμπόδια) κατά τη νύκτα με φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία.

Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που έκρινε, αν και με συνοπτική αιτιολογία, ομοίως, δεν έσφαλε, είναι δε αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος της από 28-4-2005 εφέσεως. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έχει νομική βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ τους οποίους κατά συνέπεια η, προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους δυο πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίο αποδίδεται κατά το ένα μέρος τους στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθ.19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξ άλλου, οι ίδιοι δυο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση :

α) με το ότι η οδός που εκινείτο το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο τραυματισθείς ενάγων αναιρεσίβλητος είναι ευθεία σε μήκος 500 μέτρων και β) λόγω της ώρας του ατυχήματος και του χρονικού σημείου που συνέβη αυτό (19.45 της 23-9-1988) δεν επικρατούσε σκοτάδι που δέχτηκε η προσβαλλόμενη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα χωρίς αντιφάσεις και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι λόγω της μη σήμανσης των τοποθετηθέντων υλικών δεν μπορούσαν έγκαιρα να γίνουν ορατά από τον οδηγό του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο τραυματισθείς, αναιρεσίβλητος ενάγων με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης τους.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για έλλειψη υπαιτιότητας του στο ένδικο ατύχημα, στο οποίο συνετέλεσε αντίθετα υπαίτια συμπεριφορά των δύο άλλων αρχικά συνεναγομένων του Α.

Ψ. και Δ. Σ. τα ακόλουθα έγγραφα: 1) την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, από την οποία προκύπτει ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος επικρατούσε φωτισμός νύκτας και όχι "σκοτάδι" όπως δέχεται η προσβαλλόμενη κι ότι δεν περιοριζόταν η ορατότητα επί της οδού ... και επομένως μπορούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός να αντιληφθεί εγκαίρως τα οικοδομικά υλικά επί της οδού ...

και να ελαττώσει ταχύτητα και να πραγματοποιήσει τους απαιτούμενους ελιγμούς για να τα αποφύγει, 2) το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Καλαμάτας που συνοδεύει την από 23-09-88 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος στο οποίο απεικονίζεται το σημείο που ανευρέθη το τρίγωνο ασφαλείας με ανταυγαστήρας και συγκεκριμένα "κτυπημένο και πατημένο" κάτω από το με αριθμό κυκλοφορίας ...

IX όχημα 3) το από 03-09-1986 συμφωνητικό συμβάσεως έργου που είχε καταρτίσει με τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων (Δ. Σ.) και 4) το υπ' αριθμ. πρωτοκ. 19398/18-1103 έγγραφο του ΙΚΑ και τα φύλλα ασφάλισης του, σύμφωνα με τα οποία ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων εργαζόταν ανελλιπώς από τις 23-11-93 και εντεύθεν ως εργοδηγός στην Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ Χ.

Ψ. Α.Τ.Ε." τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικά δε το τέταρτο από αυτά για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο για τον οποίο και κρίθηκε παραδεκτή και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 16/2008 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων Α. Ψ. και Ε. Τ..

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ε. Τ. που ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) Ευρώ.

Αποφαίνεται ότι δεν ασκήθηκε η ίδια αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Δ. Σ. .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11-2-2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6-5-2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ