Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding evidence omission and vague legal violation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider submitted evidence and incorrectly classified a road as an agricultural road rather than a passage. The court rejected these claims, ruling that the omission of evidence does not constitute a ground for appeal and that the appellant's allegations regarding the violation of substantive law were too vague to establish a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged omission of evidence does not constitute a ground for review, and a claim of violation of substantive law is rejected if the specific legal rule, the factual assumptions leading to the violation, and the impact on the judgment are not clearly articulated in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 683 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 683/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μπριάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κουλούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 3-12-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1094Ακ,τη διεκδικητική αγωγή ασκεί ο κύριος του διεκδικούμενου πράγματος κατά εκείνου, ο οποίος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έχει τη νομή ή την κατοχή τούτου. Εξάλλου, αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης, η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν προκύπτει από την απόφαση ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της.
Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική τμήματος ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων: Τον Ιούνιο του έτους 1999,οι εναγόμενοι προέβησαν σε διαμόρφωση και βελτίωση της βατότητας της διόδου, πλάτους τεσσάρων μέτρων, η οποία υπήρχε από πολλά χρόνια για την εξυπηρέτηση των αναφερόμενων στην απόφαση ακινήτων των διαδίκων.
Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκε μηχάνημα έργων (γκρέϊντερ) για τον καθαρισμό και ομαλοποίηση του οδοστρώματός της και στη συνέχεια έγινε στρώση αδιαβάθμιστου υλικού (χαλικιού). Η εκτέλεση των εργασιών αυτών έγινε στο πλάτος που είχε η δίοδος κατά την προηγούμενη μορφή της. Στο τμήμα που διέρχεται από το ακίνητο της ενάγουσας η δίοδος χωρίζονταν με το ακίνητό της με ανάχωμα.
Κατά τη διαμόρφωση αυτής ισοπεδώθηκε τμήμα του αναχώματος και αποτέλεσε οδόστρωμα της διόδου, αφού, όπως καταθέτει ο μάρτυρας ΑΑ "από τη μέσα μεριά του χωραφιού της ενάγουσας υπάρχει λίγο ανάχωμα", όμως το ανάχωμα αυτό δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε ιδιοκτησία της ενάγουσας, ο δε μάρτυρας αυτής γαμβρός της ΒΒ καταθέτει ότι η πεθερά του καλλιεργούσε μέχρι το ανάχωμα.
Με τις ανωτέρω εργασίες βελτίωσης της διόδου για την ευχερέστερη διέλευση των οχημάτων δεν καταλήφθηκε τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας. Το πλάτος της διόδου εξακολουθεί να είναι τέσσερα μέτρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες αναφορικά με ουσιώδες ζήτημα της μη κατάληψης από τους εναγομένους, κατά τις εργασίες βελτίωσης της ανωτέρω οδού, και τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας, οι οποίες στηρίζουν το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της και επιτρέπουν τον έλεγχο της μη συνδρομής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των στοιχείων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1094 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, αφού, ειδικότερα, δέχθηκε, ότι κατά τις εργασίες αυτές καταλήφθηκε τμήμα του αναχώματος, με το οποίο χωρίζονταν η ιδιοκτησία της ενάγουσας, το οποίο (τμήμα) δεν αποτελούσε ιδιοκτησία της εν λόγω διαδίκου, αλλά τμήμα της διόδου, το πλάτος της οποίας εξακολουθεί να είναι, όπως και προηγουμένως, τέσσερα μέτρα.
Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ. 19ΚΠολΔ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, στις ανωτέρω παραδοχές της, αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τη θέση του καταληφθέντος τμήματος του αναχώματος, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με το αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, της μη κατάληψης από τους εναγομένους και τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας, και τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης έγγραφα, που μ' επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα, ήτοι το με αριθ.
πρωτ. ... έγγραφο του Αγρονομείου Λευκίμμης, το οποίο μάλιστα ρητώς μνημονεύεται στην πληττόμενη απόφαση, καθώς και το υπ'αριθ. πρωτ. ... έγγραφο των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ... . Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, για μεν την ίδρυση του από το άρθρ. 559 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μη προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο, δεύτερο μέρος, από τις ανωτέρω διατάξεις των αριθ. 1, 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται ως πλημμέλειες, μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στο νόμο και έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη αποδεικτικά μέσα, που μ' επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι, η προβαλλόμενη παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τους λόγους αυτούς.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ο κανόνας δικαίου, του οποίου έγινε εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα αυτού, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση του κανόνα, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 966, 967, 1012 ΑΚ, 1 παρ.1, 4 παρ.2 του π.δ. 25/28-11-1929, διότι δέχθηκε την ύπαρξη αγροτικής οδού, την οποία, αντίθετα με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χαρακτηρίζει ως δίοδο. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οι παραδοχές του Εφετείου με τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση αυτών, και ποία επίδραση είχε το σφάλμα αυτό του Εφετείου στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 154/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ