Legislator Case Law & Legislation
682/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership of land where specific plot cannot be separated from shared ownership.

Case Number 682/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for exclusive ownership of a specific land parcel. The appellant argued for exclusive title to a portion of the land, but the court found that such a portion is subject to forced co-ownership and cannot be legally separated. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the claim as legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 of Law 1024/1971; Art. 1002, 1117 of the Civil Code: Exclusive ownership of a specific portion of land subject to forced co-ownership cannot be recognized by a court decision.

Keywords

AI generated
forced co-ownership exclusive ownership shared land title legal separation property division co-ownership rules unfounded claim

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 1024/1971
Art. 1002 of the Civil Code
Art. 1117 of the Civil Code
Art. 495 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 552, 553, 556, 558, 564 para. 1, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 682 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 682/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαδογιάννη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Π. συζύγου Γ. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Δρόσο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η υπό κρίση από 14-7-2023 και με αρ. καταθ. ... αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της με αρ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αρ. ... απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10-8-2017 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κρατήθηκε και εκδικάσθηκε από το ίδιο η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

καθόσον αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 22-6-2023 , γεγονός που δεν αμφισβητείται από κανέναν από τους διαδίκους, και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 18-7-2023 ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). 2.- Στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).

Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 ν. 3741/192 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ` ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου (ΑΠ 532/2009).

Αποκλειστική κυριότητα σε λωρίδα του κοινού τούτου οικοπέδου δεν είναι νοητή, ενώ, όσο διαρκεί στο ακίνητο η κάθετη ιδιοκτησία, η προαναφερθείσα αναγκαστική συγκυριότητα δεν μπορεί να λυθεί με διανομή και, συνακόλουθα, εκτός από τα αυτοτελή οικοδομήματα κανένα άλλο μέρος του ακινήτου δεν επιτρέπεται να αναγνωρισθεί ως αντικείμενο χωριστής ιδιοκτησίας.

Ακόμη, και αν τα μέρη ή αντικείμενα αναγκαστικής συγκυριότητας του ακινήτου, που έχει υπαχθεί σε κάθετη ιδιοκτησία, δεν χρησιμοποιούνται από όλους τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου ή χρησιμοποιούνται από μερικούς από αυτούς ή μόνο από έναν εξ αυτών ή έχουν ορισθεί ως μέρη αποκλειστικής χρήσης ορισμένου συγκυρίου του ακινήτου, εξακολουθούν να είναι μέρη αναγκαστικής συγκυριότητας του ακινήτου και απαγορεύεται να αποχαρακτηρισθούν ως τέτοια από την ιδιωτική βούληση ή με δικαστική απόφαση και να χαρακτηρισθούν αντικείμενα χωριστής κυριότητας, όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο 1117 ΑΚ, στο οποίο καμία τροποποίηση δεν έχει επιφέρει το ΝΔ 1024/1971 και όπως τούτο ισχύει με την τροποποίησή του μετά το Ν. 2052/1992 (ΑΠ 1641/2018, ΑΠ 564/2015, ΑΠ 2070/2014, ΑΠ 735/2012, ΑΠ 40/2007).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1113 και 1116 του ΑΚ προκύπτει ότι, εάν υπάρχει συγκυριότητα, ο κάθε συγκύριος, όταν προσβάλλεται στο δικαίωμα συγκυριότητας με κατάληψη της νομής του πράγματος από τρίτον, έχει κατ` αυτού τη διεκδικητική αγωγή μόνον για τη μερίδα του. Αίτημα της αγωγής του θα είναι όχι η παράδοση όλου του πράγματος σ` αυτόν αλλά της συννομής του κατά την ιδανική του μερίδα (ΑΠ 557/1994).

Δικαιούται όμως, χωρίς να επιβάλλεται υποχρέωση προς τούτο (άρθρο 1116 ΑΚ), εάν το πράγμα το κατέχει τρίτος, να διεκδικήσει όλο το πράγμα υπέρ των συγκυρίων, οπότε έχει υποχρέωση να απαιτήσει την απόδοση τούτου προς όλους τους συγκυρίους. Σε μία τέτοια όμως περίπτωση οφείλει να εκθέσει στο δικόγραφο της αγωγής τα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα τόσο για τη δική του συγκυριότητα όσο και για τη συγκυριότητα των λοιπών συγκυρίων (ΑΠ 438/2001 ).

Επομένως ο κύριος κάθετης ιδιοκτησίας, εάν κάποιος τρίτος καταλάβει τμήμα του εδάφους στο οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, έχει συγκυριότητα, δεν δικαιούται να ασκήσει εναντίον αυτού διεκδικητική αγωγή για όλο το καταληφθέν (διότι δεν έχει σ` αυτό αποκλειστική κυριότητα), αλλά μόνον για την ιδανική του μερίδα.

Δικαιούται βέβαια, κατά το άρθρο 1116 ΑΚ, να διεκδικήσει όλο το πράγμα υπέρ όλων των συγκυρίων, αναφέροντας στην αγωγή αυτούς και τον τρόπο κτήσεως της συγκυριότητάς τους (ΑΠ 1496/2013, ΑΠ 2194/2009).

Το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ.

α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ) ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως που προσβάλλεται. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής ή το περιεχόμενο νομικής διατάξεως για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ Ολ. 3/2008, ΑΠ Ολ. 25/2003, ΑΠ Ολ. 3/1997, ΑΠ 348/2023, ΑΠ19/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/2009).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που του συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 230/2020).

Από το άρθρο δε 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, που είναι όμοιο με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ορίζει ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.....", προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. (ΑΠ 1163/2021).

Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 1836/2011). 3.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προς έρευνα των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε εγείρει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, την από 10-8-2017 (με αρ. καταθ. ...) αγωγή του, με την οποία, εκθέτοντας ότι είναι ψιλός κύριος, νομέας και κάτοχος της, λεπτομερώς περιγραφόμενης στην αγωγή, αυτοτελούς, ανεξάρτητης, διηρημένης και διακεκριμένης κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχείο Β επί ενός ενιαίου οικοπέδου εντός του οποίου υπάρχει και διηρημένη ιδιοκτησία με στοιχείο Α, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ... (Δήμου Μαγνησίας), την οποία απέκτησε με παράγωγο τρόπο ήτοι με το με αρ. ...

συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου της περιφέρειας πρώην Ειρηνοδικείου Αχιλλείου Γ. Σ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι η εναγομένη , συγκυρία ομόρου ακινήτου, αμφισβητεί την κυριότητά του επί εδαφικού τμήματος του ακινήτου του, αξίας 1.700 ευρώ, που βρίσκεται στο όριο με το ακίνητο της εναγομένης, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου τμήματος του ακινήτου του, συνολικού εμβαδού 1,890 τ.μ..

Η αγωγή υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη. Τούτο διότι , υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το εδαφικό τμήμα του οποίου την κυριότητα αμφισβητεί η εναγομένη- κυρία ομόρου ακινήτου, αποτελεί μέρος του ενιαίου οικοπέδου στο οποίο έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία και ο ενάγων δεν είναι αποκλειστικός κύριος αυτού αλλά εξ αδιαιρέτου συγκύριος κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του επί του εδάφους της κάθετης ιδιοκτησίας.

Επομένως ο ενάγων έχει δικαίωμα να εγείρει την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή κατά της εναγομένης, μόνο για το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας του επί του εδάφους της κάθετης ιδιοκτησίας και όχι για ολόκληρο το αμφισβητούμενο εδαφικό τμήμα όπως αιτείται με την αγωγή του. Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, διότι ο ενάγων δεν ζήτησε την αναγνώριση της (ψιλής) κυριότητάς του στο επίδικο εδαφικό τμήμα κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του στο όλο οικόπεδο επί του οποίου έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία και το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν επιτρέπεται με δικαστική απόφαση να αναγνωρισθεί ως αντικείμενο χωριστής ιδιοκτησίας, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1116 ΑΚ.

Επομένως ο, τα αντίθετα υποστηρίζων, δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα επικαλείται επακριβώς ότι "...

από τη συνολική επισκόπηση της αγωγής μου και την ορθή εκτίμηση αυτής, προκύπτει ότι δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι ψιλός κύριος και δεν ζητώ να αναγνωρισθώ ως τέτοιος στο συγκεκριμένο τοιχίο αυτοτελώς.... ούτε ισχυρίζομαι ότι το συγκεκριμένο τοιχίο βρίσκεται εντός της κάθετης ιδιοκτησίας μου (την οποία ταυτίζω με τα όρια της ισόγειας κατοικίας) αλλά ότι ισχυρίζομαι ότι είμαι κύριος και ζητώ να αναγνωρισθώ ως κύριος οικοπέδου στο οποίο βρίσκεται το τοιχίο δηλαδή ότι ισχυρίζομαι και ζητώ να αναγνωρισθεί ότι το τοιχίο (η αντίστοιχη ως άνω εδαφική έκταση) βρίσκεται (εκτός μεν των ορίων της ισόγειας οικίας) αλλά στο οικόπεδο ιδιοκτησίας μου (άρα όχι στο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης)" και ακόμη ότι η αναιρεσιβαλλομένη με τις παραδοχές της ότι ο ενάγων δεν ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του στο ποσοστό συνιδιοκτησίας του στο όλο οικόπεδο αλλά στο ακριβώς προσδιορισμένο τμήμα.....

έλαβε υπόψη και απέρριψε ανύπαρκτο ισχυρισμό και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι μέρος του οικοπέδου μέσα στο οποίο βρίσκεται η κάθετη ιδιοκτησία του. Οπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (561 παρ.2 ΚΠολΔ) το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, αφού διέλαβε νομική σκέψη περί της καθέτου ιδιοκτησίας, δέχτηκε, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον τμήμα αυτής, επακριβώς τα ακόλουθα: " Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αγωγή, με το περιεχόμενο που εκτίθεται ανωτέρω, είναι μη νόμιμη.

Ειδικότερα κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο ενάγων είναι ψιλός κύριος μιας κάθετης ιδιοκτησίας εντός οικοπέδου ευρισκομένου στον ... Μαγνησία. Πλην όμως, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, στην κάθετη ιδιοκτησία, καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει αποκλειστική κυριότητα στο καθορισμένο γι αυτόν τμήμα του κοινού οικοπέδου στο οποίο υπάρχει ή μέλλεται να ανεγερθεί οικοδόμημα, ενώ επί του ενιαίου οικοπέδου και στους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους δημιουργείται αναγκαστική , κατ ανάλογη μερίδα, εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα μεταξύ των ιδιοκτητών των διαιρεμένων κάθετων ιδιοκτησιών.

Ωστόσο ο ενάγων δεν ζήτησε την αναγνώριση της (ψιλής) κυριότητάς του στο ποσοστό συνιδιοκτησίας του στο όλο οικόπεδο, αλλά ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του στο ακριβώς προσδιορισμένο τμήμα, όπως αυτό αναφέρεται στην αγωγή, ευρισκόμενο εντός της κάθετης ιδιοκτησίας του. Ομως κανένα μέρος του ακινήτου στο οποίο υπάρχει αναγκαστική, κατ ανάλογη μερίδα, συγκυριότητα, δεν επιτρέπεται με δικαστική απόφαση, να αναγνωρισθεί ως αντικείμενο χωριστής ιδιοκτησίας, όπως πράγματι έγινε με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατ αποδοχή του αγωγικού αιτήματος, αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος σε συγκεκριμένο τμήμα του ακινήτου, ενώ στο τμήμα αυτό υπάρχει, στην πραγματικότητα, συγκυριότητα και δεν δύναται να συσταθεί αποκλειστική κυριότητα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ας σημειωθεί τέλος, ότι το ανωτέρω τμήμα δεν είναι τμήμα του οικοπέδου στο οποίο υπάρχει ή μέλλεται να ανεγερθεί (νόμιμο) οικοδόμημα, ώστε να τίθεται ζήτημα αποκλειστικής κυριότητας, ούτε άλλωστε ο ενάγων ισχυρίζεται κάτι τέτοιο.". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, αφού έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε όλους τους προταθέντες ισχυρισμούς του ενάγοντα.

Επίσης το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του μη προταθέντες ισχυρισμούς διότι το ποσοστό συνιδιοκτησίας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος, καθορίζεται από το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί όλης της κάθετης ιδιοκτησίας. Επομένως και ο λόγος εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-7-2023 και με αρ. καταθ. ... αίτηση του αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ` αριθ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ