Legislator Case Law & Legislation
682/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against interest calculation errors and remands case for retrial.

Case Number 682/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding interest calculations. The appellant argued that interest should have been calculated from the date of payment rather than the date of filing the lawsuit, citing specific labor law provisions. The court found the argument regarding Sunday and night work premiums valid but rejected the claim for the earlier lawsuit's interest due to lack of evidence and contradictory assumptions. Consequently, the case was remanded for further proceedings with a new judge, and the respondent was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court partially allows an appeal when the lower court misapplies substantive law regarding interest calculation dates, remanding the case for retrial while awarding costs to the successful appellant.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure interest calculation labor law provisions remand for retrial legal costs award Sunday work premiums night work surcharges

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 682 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 682/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Β., κατοίκου Α., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Αλεξανδρή, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. Ι. Τ. & Σ. Ε..Ε.., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2017 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 952/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 619/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη, ούτε υποβλήθηκε η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ. 4890/12-10-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι.

Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Κατόπιν τούτου, εφόσον η τελευταία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 10-11-2020 και με αριθμ. καταθ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 619/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 2-7-2018 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 952/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση ακολούθως δε, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την υπ'αριθμ. Α1β/8557/1983 κανονιστική απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας "Υγειονομικός έλεγχος, γενικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών και ειδικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών" (ΦΕΚ Β`526), η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση αυτής με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 της ΥΑ Υ1γ/ΓΠ/οικ. 96967/2012 ( ΦΕΚ Β 2718/8.10.2012) και συγκεκριμένα με το άρθρο 14 αυτής, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την με αριθ. 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β`/11.11.1992) ορίσθηκε ότι "Όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του, πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόληση του (παρ. 1).

Το ανωτέρω βιβλιάριο Υγείας εκδίδεται από την οικεία Υγειονομική Υπηρεσία (παρ. 3). Για την απόκτηση του οι εργαζόμενοι σε καταστήματα ή εργαστήρια ή εργοστάσια υγειονομικού ενδιαφέροντος υποβάλλονται υποχρεωτικά σε ιατρική κλινική εξέταση... (παρ. 4). Το βιβλιάριο Υγείας θεωρείται αφού συμπληρωθούν πέντε έτη από την ημερομηνία εκδόσεως του ή της τελευταίας θεωρήσεως του (παρ. 6).

Η αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία τηρεί Ειδικό Μητρώο κατόχων βιβλιαρίων Υγείας στο οποίο καταχωρούνται πλην των άλλων απαραιτήτων στοιχείων και οι ημερομηνίες εκδόσεως και θεωρήσεως των βιβλιαρίων (παρ. 7). Το βιβλιάριο Υγείας κρατείται ενημερωμένο από τον κάτοχο και επιδεικνύεται, όταν ζητείται στα αρμόδια Όργανα Υγειονομικού και στη Διεύθυνση της επιχείρησης που απασχολείται ο εργαζόμενος (παρ. 10).

Η ως άνω με αριθ. 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 της με αριθ. Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/4.4.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β` 1199/11.4.2012) "Πιστοποιητικό υγείας εργαζομένων σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση επίσης του ΑΝ 2520/1940, με το οποίο (άρθρ. 1) ορίσθηκε στα εδάφια α` και β` αυτού ότι "όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή/και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας.

Στο πιστοποιητικό υγείας θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του", ενώ με το άρθρο 2 αυτής ορίσθηκε ότι "τα ατομικά βιβλιάρια υγείας, τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί, ισχύουν έως την ημερομηνία λήξης τους".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3, 174, 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι: 1) η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρηση του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων, 2) με βιβλιάρια υγείας πρέπει να είναι εφοδιασμένοι και οι απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και όχι μόνον οι εργαζόμενοι σ` αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και 3) με τα βιβλιάρια αυτά πρέπει να εφοδιάζονται όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα αυτοί που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή που παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό και έρχονται έτσι σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα ή ποτά ή με τον καταναλωτή τούτων ή με το χρήστη των υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης των νοσημάτων από τα οποία τυχόν πάσχουν ή των μικροβίων, των ιών και των παρασίτων, των οποίων είναι φορείς (ΑΠ 439/2023, 451/2020, 454/2019, 167/2018).

Συνακόλουθα έλλειψη βιβλιαρίου υγείας (ήδη πιστοποιητικού υγείας) ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται με την παρασκευή, προετοιμασία και συσκευασία των τροφίμων και ποτών για τη διάθεσή τους στη κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών και έχει ως συνέπεια ότι ο εργαζόμενος τελεί σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του (ΑΠ 439/2023, 451/2020, 1667/2010).

Η άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δηλαδή και χωρίς να προταθεί από τον εναγόμενο εργοδότη, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας (ΑΠ 439/2023, 454/2019).

Αν, όμως, μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου υγείας ή τη θεώρησή του, εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 183 του Α.Κ. (ΑΠ 439/2023, 771/2017). Στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας α) ο εργαζόμενος διατελεί, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του και δικαιούται να αξιώσει από αυτόν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

Α.Κ.) την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία (ΑΠ 439/2023, 771/2017) που είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (ΑΠ 2004/2022, 2011/2022) και τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας που οφείλονται και επί απλής σχέσης εργασίας (ΑΠ 411/2023, 2004/2022, 104/2022), β) ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (ΑΠ 131/2015, 24/2014) και γ) σε περίπτωση που ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1605/2017, 60/2012), αλλά οφείλει μόνο, σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας την αποζημίωση του ν. 3198/1955 (ΑΠ 524/2015, 1667/2010).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 669/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.2 ΚπολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 25-1-2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλέσθηκε ότι εργάσθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ως διανομέας κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2009 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2014, που καταγγέλθηκε η σύμβασή του, έναντι ωριαίας αμοιβής 4 ευρώ, επί επτά ημέρες την εβδομάδα και δώδεκα ώρες ημερησίως.

Ότι η εναγομένη του κατέβαλλε χαμηλότερες αποδοχές από τις νόμιμες, καθώς επίσης δεν του κατέβαλε προσαύξηση για την εργασία του κατά Κυριακές και αργίες, προσαύξηση νυκτερινής εργασίας, αμοιβή και προσαύξηση υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας, αναλογία δώρου Χριστουγέννων, αποδοχών και επιδόματος αδείας 2009, δώρο Πάσχα 2010, 2011, 2012 και 2013, δώρο Χριστουγέννων ιδίων ετών, αποδοχές και επίδομα αδείας ιδίων ετών, αποδοχές μη ληφθείσης αδείας και επιδόματος αδείας 2014, μισθό ασθενείας, αναλογία δώρου Πάσχα 2014 και μισθούς υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, για το χρονικό διάστημα από 16-5-2014 έως 15-5-2016.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αρ. 952/2018 απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της ως βάσιμη νομικά και κατ' ουσίαν. Επί της από 2-7-2018 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 619/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "...Ο ενάγων, την 1η-8-2009 προσελήφθη από την εναγόμενη η οποία διατηρεί επιχείρηση εστίασης (ψητοπωλείο-εστιατόριο), με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως διανομέας και εργάστηκε σε αυτήν έως και το Φεβρουάριο του 2014.

Ως εργαζόμενος στο είδος της επιχείρησης που προαναφέρθηκε, ήτοι σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος και έχοντας επαφή (χωρίς να αφορά αν ήταν άμεση ή έμμεση) με τα τρόφιμα, ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε και, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη.

Το από 26-3-2014 πιστοποιητικό υγείας του ενάγοντος δεν μπορεί να θεραπεύσει την ως άνω ακυρότητα, εφ' όσον τη στιγμή της έκδοσής του, η σύμβαση εργασίας του με την εναγομένη είχε ήδη λήξει. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη του, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, εφ' όσον η σύμβασή του ήταν ήδη άκυρη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας.

Ο ενάγων όμως έχει μεν αξίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως με την επικουρική βάση της αγωγής του ζητά, για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, πλην όμως δικαιούται ευθέως από το νόμο τα επιδόματα εορτών και άδειας, τις αποδοχές άδειας και τις προσαυξήσεις για την παροχή της εργασία του κατά τις Κυριακές και τη νύκτα, την υπερωρία και την και για την υπερεργασία (........).'Όπως και ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, είχε συμφωνήσει να αμείβεται με το ποσό των 4 ευρώ ανά ώρα.....Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει, από τις σχετικές ΣΣΕ, ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο προβλεπόταν ελάχιστη αμοιβή για τον διανομέα τροφίμων, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ως ιδιαίτερη ειδικότητα των επισιτιστικών επαγγελμάτων, οπότε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συμφωνηθείσα αμοιβή για τον υπολογισμό των αξιώσεων του ενάγοντος.

Επομένως, εφ' όσον, όπως και ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται, το ύψος των καταβαλλομένων αποδοχών του κυμαινόταν από το ύψος των 739,60 ευρώ έως το ποσό των 829,92 ευρώ, καθ' όλο το επίδικο διάστημα, ο ενάγων δεν δικαιούται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, με την σημείωση ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν δικαιούται προσαύξηση για προϋπηρεσία και οικογενειακό επίδομα, εφ' όσον οι αξιώσεις του βασίζονται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν οκτώ ώρες την ημέρα και συγκεκριμένα από τις 16.00 έως τις 24.00 ώρα. Επομένως, εργαζόταν οκτώ ώρες την ημέρα, εκ των οποίων οι δύο, ήτοι από 22.00 έως 24.00, ώρες συνιστούν νυκτερινή εργασία. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν επί πλέον ώρες. [............] Για την ως άνω νυκτερινή εργασία όμως δεν του καταβλήθηκε η αντίστοιχη αμοιβή και ο ενάγων δικαιούται γιο δύο ώρες νυκτερινή εργασία, κάθε ημέρα, το επί πλέον ποσό των 2 ευρώ (8 ευρώ X 25 %).

Για ένα μήνα δε, δικαιούται το ποσό των 40 ευρώ. Οπότε για το συνολικό διάστημα που εργάστηκε στην εναγομένη, ήτοι για 55 μήνες, δικαιούται το ποσό των 2200 (40 ευρώ X 55 μήνες) ευρώ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και του είδους της επιχείρησης της εναγόμενης που έχει αυξημένη δραστηριότητα τις Κυριακές, ότι εργαζόταν Κυριακές, επίσης από τις 16.00 έως τις 24.00, εκτός από το χρονικό διάστημα από 16-1-2010 έως 15-7-2010, που εργαζόταν επί τέσσερις ώρες, χωρίς να λαμβάνει τις αντίστοιχες αποδοχές και δικαιούται αποζημίωση για την αιτία αυτή που αντιστοιχεί στο ημερομίσθιο προσαυξανόμενο κατά ποσοστό 75 %.

Για την προσαύξηση κάθε Κυριακής δικαιούται το ποσό των 24 ευρώ [32 X 75 %). Επί πλέον, δικαιούται αμοιβή και για νυκτερινή εργασία τις Κυριακές, ύψους 2 ευρώ (8 ευρώ X 25%). Έτσι δικαιούται για κάθε Κυριακή που εργάστηκε τo ποσό των 26 ευρώ). Για το διάστημα όμως που εργαζόταν τέσσερις ώρες τις Κυριακές, δικαιούται 12 (4 ώρες X (4 ευρώ X 75 %)] ευρώ, για την κάθε Κυριακή.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων ζητά για την εργασία του τις Κυριακές μόνο την προσαύξηση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο ενάγων εργαζόταν όλες τις Κυριακές κάθε μήνα, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι εργαζόταν και τις επίσημες αργίες. Επομένως δικαιούται, α) για το έτος 2009 (1-8-2009 έως 31-12-2009), το ποσό 520 (20 Κυριακές X 26 ευρώ) ευρώ, β) για το διάστημα από 1-1-2010 έως 15-1-2010, το ποσό των 52 ευρώ (δύο Κυριακές), γ) για τη διάστημα από 16-1-2010 έως 16-7-2010, που εργαζόταν 4 ώρες τις Κυριακές (6 μήνες - 24 Κυριακές) δικαιούται το ποσό των 288 (12 ευρώ X 12 ημ.) ευρώ.

δ) για το διάστημα από 16-7-2010 έως τις 22-2-2014, οπότε έπαψε να εργάζεται, εργάστηκε 22 Κυριακές το 2010, για τα έτη 2011, 2012 και 2013, από 52 Κυριακές, ήτοι 156 ημέρες και το έτος 2014, 8 Κυριακές και ως εκ τούτου, δικαιούται, αμοιβή για 186 (22 + 156 + 8) Κυριακές, ήτοι το ποσό των 4836 ευρώ. Συνολικά δε, για εργασία τις Κυριακές, δικαιούται το ποσό των 5.552 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε δώρα εορτών στον ενάγοντα και ειδικότερα του οφείλει: α) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2009, το ποσό των 536,84 ευρώ, β) για δώρο Πάσχα 2010, 2011, 2012 και 2013 τοπ ποσό των 1332 (333 ευρώ X 4 έτη) ευρώ, γ) για επίδομα θερινής άδειας 2010, 2011, 2012 και 2013 το ποσό των 1332 (333 ευρώ 4 έτη) ευρώ, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ζήτησε τη θερινή του άδεια για τα ως άνω έτη και ότι αυτή δεν του χορηγήθηκε, δ) για δώρο Χριστουγέννων, των ετών 2010, 2011, 2012 και 2013 τo ποσό των 2560 (640 ευρώ X 4 έτη) ευρώ, ε) για αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2014 ευρώ, το ποσό των 165 ευρώ.

Επομένως, για επιδόματα εορτών και αδείας δικαιούται το ποσό των 5.925,84 ευρώ...." Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και με το να κρίνει ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεώς του, παρά μόνον αξίωση της ωφέλειας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και προσαυξήσεις εργασίας κατά Κυριακές και νύχτα, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Και τούτο διότι με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων, που παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος της αναιρεσίβλητης ως διανομέας από τον Αύγουστο του 2009 έως και τον Φεβρουάριο του 2014, και έχοντας επαφή με τα τρόφιμα, ήταν υποχρεωμένος να είναι εφοδιασμένος με πιστοποιητικό υγείας, το οποίο δεν διέθετε, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας του να είναι άκυρη και ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη, μη αποδεχόμενη από το Φεβρουάριο του έτους 2014 τις υπηρεσίες του δεν κατέστη υπερήμερη και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας, το δε, μεταγενέστερα (κατά την 26-3-2014) εκδοθέν πιστοποιητικό υγείας του αναιρεσείοντος δεν μπορούσε να θεραπεύσει την ακυρότητα, εφόσον κατά τη στιγμή της έκδοσής του η σύμβαση εργασίας του είχε ήδη λήξει, όπως ορθά έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης, ευθέως, των διατάξεων της ΥΑ 8405/1992, όπως αντικ. από την ΥΑ Υ1γ/35797/2012, άρθρ.5 παρ.3 Ν.2112/1920, όπως συμπλ.με αρθρ.3 Ν.4558/1930, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προσάπτονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, και συγκεκριμένα διότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ασθένησε αιφνίδια και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", καθίσταται αλυσιτελής, εφόσον, ανεξαρτήτως της ασθένειας του αναιρεσείοντος, η εργασιακή του σχέση με την αναιρεσίβλητη είχε λήξει, λόγω της μη αποδοχής εκ μέρους της των υπηρεσιών του, χωρίς αυτή να περιέλθει σε υπερημερία, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δηλαδή αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008).

Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, ενόψει του ότι, κατά τα άρθρα 339 και 421 επ. ΚΠολΔ, αποτελούν, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι τηρήθηκαν γι` αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 461/2021, 411/2021, 1708/2018, 946/2018). Ως προς τις ένορκες, όμως, βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία τους στην απόφαση, αλλά πρόκειται για απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην περίπτωση αυτή, αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 461/2021, 411/2021, 1708/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι ο Εφετείο δεν αναφέρει στο σκεπτικό του ότι έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ.580/2016 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την ως άνω ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε στο πλαίσιο άλλης πολιτικής δίκης, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του ως άνω αποδεικτικού μέσου και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 § 2 του Συντάγματος και 3 § 1, 7, 8 § 2, 9 § 1, 10 § 2 και 11 § 2 ν. 1876/1990 συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ. 16 ν. 1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1465/2022, 945/2021) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΑΠ 1465/2022, 945/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι ως προς τον υπολογισμό των αποδοχών του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις της Δ.Α. 16/2009 και της Δ.Α. 36/2010 για τους όρους αμοιβής των διανομέων στα επισιτιστικά καταστήματα, ενώ αυτές ήταν εφαρμοστέες.

Το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει να αμείβεται με το ποσό των 4 ευρώ ανά ώρα και ότι δεν προκύπτει, από τις σχετικές ΣΣΕ, ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο προβλεπόταν ελάχιστη αμοιβή για τον διανομέα τροφίμων, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ως ιδιαίτερη ειδικότητα των επισιτιστικών επαγγελμάτων και κατόπιν τούτου υπολόγισε την προσαύξηση για τη νυχτερινή εργασία, εργασία Κυριακών, δώρων εορτών και επιδόματος αδείας με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές.

Μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των προαναφερόμενων συλλογικών ρυθμίσεων (ΔΑ 16/2009 και ΔΑ 36/2010), καίτοι αυτές ήταν εφαρμοστέες. Ειδικότερα, με την Δ.Α. 16/2009 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 8/25.6.2009) η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.6.2009 με την ΥΑ 25215/2057/6.8.2009 (ΦΕΚ Β 1651/11.8.2009), ο βασικός μισθός του άγαμου και χωρίς προϋπηρεσία διανομέα ανέρχεται, από 1-7-2009, στο ποσό των 829,92 ευρώ, ενώ ακολούθως, με την Δ.Α. 36/2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Π.Κ.

Υπ. Εργασίας 19/2.8.2010), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 2.8.2010 με την ΥΑ 11330/676/2011 (ΦΕΚ Β 1448/17.6.2011) ο βασικός μισθός του άγαμου και χωρίς προϋπηρεσία διανομέα ανέρχεται, από 1-7-2011, στο ποσό των 843,20 ευρώ, ο οποίος και διατηρήθηκε καθ' όλο το διάστημα μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης του αναιρεσείοντος, λόγω της μετενέργειας της ως άνω 36/2010 Δ.Α. (η οποία καταγγέλθηκε την 14-5-2012), με βάση την 6/28-2-2012 ΠΥΣ (ΦΕΚ 38/28.2.2012 τ.Α').

Συνεπώς, οι οφειλές της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα έπρεπε να υπολογιστούν με βάση τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές που καθορίζουν οι πιο πάνω συλλογικές ρυθμίσεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης.

V. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου α.ν., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β` του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26-1-1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (ήδη δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 19/29-4-2002) αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ` αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από της ενάρξεως της εργασίας του ο μισθωτός και μέχρι τη συμπλήρωση της δεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ' αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση, ο δε εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός να χορηγεί σε αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας (άρθρ.2 παρ.1 α και β του Ν.539/1945, όπως ισχύει) και του επιδόματος αδείας του άρθρ. 3 παρ.16 ν. 4504/66 (ΑΠ 1475/2022, 1161/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ.5 του ως άνω ν.539/1945, "Αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιοδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή (β).- επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή (γ).- άφησε αίτηση αδίκαστη, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ενήργησε χωρίς αίτημα διαδίκου ή καθ` υπέρβαση αιτήματος διαδίκου ή άφησε αίτημα αδίκαστο.

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 9 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρεται ότι (i).- τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την αίτηση, που φέρεται πως αφέθηκε αδίκαστη και (ii).-το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου), που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν η αίτηση ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης (ΑΠ 651/2009, 2124/2007).

Η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας είτε στο αιτιολογικό είτε στο διατακτικό διαφέρει της "σιγή" απορρίψεως της αιτήσεως. Συγκεκριμένα, "σιγή" απόρριψη της αιτήσεως υπάρχει, όταν από τη μη απάντηση στην αίτηση συνάγεται απόρριψή της. Απόρριψη της αιτήσεως, όμως, δεν συνάγεται -και, συνεπώς, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 9 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ - όταν υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας επί της αιτήσεως ούτε προκύπτει από την απόφαση οποιαδήποτε ένδειξη για το λόγο, που αυτή (απόφαση) αντιπαρήλθε με σιγή την αίτηση (ΑΠ 315/2023, 748/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο εκ του άρθρου 559 αρ.9 περ.(γ) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι άφησε αδίκαστη την αίτησή του για επιδίκαση αποδοχών μη ληφθείσης αδείας και επιδόματος αδείας των ετών 2009 και 2014. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι ενώ ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με το δικόγραφο της από 25-1-2017 αγωγής του είχε, μεταξύ άλλων, ζητήσει την επιδίκαση αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας και επιδόματος αδείας των ως άνω ετών (2009 και 2014), το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε από 1-8-2009 έως 22-2-2014, δεν αποφάνθηκε ως προς το ως άνω αγωγικό κεφάλαιο, ούτε διέλαβε είτε στο σκεπτικό, είτε στο διατακτικό της, οποιαδήποτε σκέψη ή διάταξη περί απόρριψής του.

Κατά συνέπεια, εφόσον το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του ως άνω αιτήματος του ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης. VI. Σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ` αριθ. 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν.4504/1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα.

Στις τακτικές αποδοχές, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή προσαυξήσεις του 1/25 του μηνιαίου μισθού με βάση τις 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 969/2018) .

Δεν περιλαμβάνονται, όμως, στις ανωτέρω αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, διότι η αμοιβή αυτή οφείλεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ακόμη και όταν η υπερωριακή απασχόληση παρέχεται σταθερά και μόνιμα δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, η αμοιβή για την εργασία κατά τις Κυριακές, έστω και αν παρέχεται σταθερά και μόνιμα δεν αποτελεί τακτικό μισθό, διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού και τα επιδόματα εορτών (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 969/2018).

Περαιτέρω κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της υπ` αριθμό 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (ΦΕΚ Α 742), η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980, ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής θεωρούνται ο μισθός και το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κ.λ.π.), εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο της παρεχομένης από τον μισθωτό εργασίας κάθε μήνα ή κατ` επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου, κατά δε το εδάφιο β της ως άνω διάταξης στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνονται ενδεικτικά α) οι προσαυξήσεις της νομίμου και τακτικώς παρεχομένης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνονται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατ` επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή, χωρίς να απαγορεύεται από το νόμο, παρέχεται τακτικά, γ) το επίδομα αδείας, ενώ κατά το εδάφιο γ` αυτής στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται και η συμπληρωματική αμοιβή για υπερεργασία και μάλιστα όχι μόνο η συνεχής, αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επαναλήψεως από τη φύση της σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη.

Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στις αποδοχές αδείας το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 122/2017, 519/2017, 792/2017, 522/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια κατ`εκτίμηση από τον αριθμό 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ως άνω, στην μείζονα σκέψη, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με το να επιδικάσει τις αξιώσεις του για δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας χωρίς να προβεί στον αιτηθέντα συνυπολογισμό των τακτικών αποδοχών του για σταθερή νυκτερινή εργασία, και εργασία Κυριακών, καθώς και του αντιτίμου της παρεχόμενης τροφής.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Και τούτο διότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι δέχεται -κατά την ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση της- ότι ο αναιρεσείων πραγματοποίησε τακτική νυκτερινή απασχόληση (2 ώρες καθημερινά), καθώς επίσης ότι εργάσθηκε Κυριακές (αντιθέτως δεν δέχθηκε ότι πραγματοποίησε υπερεργασία), ωστόσο δεν προέβη σε συνυπολογισμό των αντιστοίχων προσαυξήσεων στα δώρα εορτών, στις αποδοχές και στα επιδόματα αδείας, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

VII. Για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου για το δώρο Χριστουγέννων, η 30 η Απριλίου για το δώρο Πάσχα και η λήξη το αργότερο του οικείου έτους για τα επιδόματα εορτών και αδείας), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.

Εξάλλου, οι αποζημιώσεις κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και οι προσαυξήσεις (αστικές ποινές) που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται εργασία κατά τις ημέρες που ο μισθωτός δικαιούται εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω νόμιμης εργασίας του κατά τις Κυριακές κλπ, που δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία δεν ορίζεται από νόμο δήλη ημέρα πληρωμής τους και οι τόκοι για τις αξιώσεις αυτές αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή από την τυχόν προηγηθείσα όχληση (ΑΠ 1391/2018, 1134/2010, 233/2004, 360/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο με εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να επιδικάσει τόκους ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας και προσαυξήσεις Κυριακών και νυκτερινής εργασίας από την επίδοση της αγωγής, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προηγήθηκαν καθότι όφειλε να κάνει δεκτό το κύριο αίτημα της αγωγής του και να επιδικάσει τόκους από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου επιμέρους κονδυλίου, άλλως να κάνει δεκτό το πρώτο επικουρικό αίτημα της αγωγής του να επιδικάσει τόκους από την επίδοση της προγενέστερης, από 30-4-2014 (αυξ.αρ.καταθ....) ομοίου περιεχομένου αγωγής του.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά τη μη επιδίκαση τόκων από την επίδοση της προγενέστερης αγωγής είναι αβάσιμος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει αντίγραφο της αγωγής εκείνης, προκειμένου να διερευνηθεί εάν οι ασκηθείσες με αυτή αξιώσεις του ταυτίζονται με τις επίδικες, ενώ εξάλλου ούτε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει το περιεχόμενό της.

Περαιτέρω ο ως άνω λόγος κατά το μέρος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν επιδίκασε τόκους ως προς τις προσαυξήσεις για την εργασία τις Κυριακές και τις νυκτερινές ώρες από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου κονδυλίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι για τις ως άνω αξιώσεις οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής και δεδομένου ότι με βάση την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα παραδοχή ο αναιρεσείων λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του τελούσε σε απλή σχέση εργασίας με την αναιρεσίβλητη.

Τέλος, κατά το μέρος που αφορά τη μη επιδίκαση επιδομάτων εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού το Εφετείο, σύμφωνα και με όσα αναλύονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε θα έπρεπε να επιδικάσει τόκους από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου επιδόματος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και εν μέρει έκτου λόγων αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγιναν δεκτοί οι ως πάνω λόγοι και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ.619/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ