Supreme Court dismisses appeal on labor costs claim, ruling employer's right to costs is not waived by non-claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding legal costs. The employer argued that the employee's failure to claim costs in a separate lawsuit implied a waiver of such rights. The court rejected this, stating that not claiming costs does not equate to a waiver of the employer's statutory right to recover them. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 1, 577 para. 3, 569 para. 2 items a' and b' of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: The failure of a party to claim court costs in a related lawsuit does not constitute a waiver of the opposing party's right to recover such costs, nor does it render the objection regarding costs inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 682 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 682/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Ζευκιλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κουκκούλλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 261/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2040/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2019 αίτησή της και τους από 5-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 20-9-2019 αίτηση και τους από 5-10-2021 πρόσθετους λόγους διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 2040/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 9-12-2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 261/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 14-7-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και είχε επιδικαστεί υπέρ αυτού το ποσό των 20.008,21 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε μετά την παραίτηση της εναγομένης από το δικόγραφο της σε βάρος του ασκηθείσας από 29-12-2009 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση του ποσού των 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν, ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει, ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως (και όχι την ορισθείσα μετ' αναβολήν ή ματαίωσή της) καθώς και η επίδοσή τους μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπάγγελτα τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολομ.
ΑΠ 143/1984, ΑΠ 412/2017, 770/2016). Από την προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται εκείνη η οποία, κατ' άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως (ΑΠ 402/2018, 163/2018, 1827/2017, 1264/2017, 519/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 5-10-2021 δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5-10-2021 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 8-10-2021 (βλεπ. υπ' αριθμ. 8.788Β'/8-10-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.).
Όπως δε προκύπτει από την σχετική πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κάτω από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 19-5-2020, κατά την οποία δε συζητήθηκε η υπόθεση λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων με την υπ' αριθ.
Δ1α/ΓΠ.οικ. 30340 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 1857/15.5.2020 "περί εν μέρει προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών στο σύνολο της Επικράτειας, για το χρονικό διάστημα από 16.5.2020 έως και 31.5.2020". Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για να είναι παραδεκτοί θα έπρεπε να κατατεθούν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και να επιδοθούν στον αναιρεσίβλητο, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 19-5-2020, δηλαδή μέχρι τις 20-4-2020.
Ωστόσο όμως, με την υπ' αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.21159 ΚΥΑ, με την οποία επιβλήθηκε το μέτρο της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών στο σύνολο της Επικράτειας, για το χρονικό διάστημα από 28.3.2020 έως και 10.4.2020, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας έναντι του κορωνοϊού Covid-19, καθώς και της αναστολής των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων (άρθρο τέταρτο αυτής), ανεστάλη η ως άνω δικονομική προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Στη συνέχεια με την από 13-7-2020 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επανήλθε προς συζήτηση η ως άνω υπόθεση για τη δικάσιμο της 2-2-2021 και έγινε εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων (αρθ. 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020), αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal. olomeleia.gr και στην κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς ενημέρωση των διαδίκων.
Κατά την ως άνω δικάσιμο της 2-2-2019, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, εμφανίστηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου η αναιρεσείουσα και υπέβαλε αίτημα για αναβολή της συζητήσεως αυτής, το οποίο και έγινε δεκτό και αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα δικάσιμο. Ωστόσο όμως η αναιρεσείουσα, παρόλο που ο ορισμός της ως άνω δικασίμου (2-2-2021) για την εκδίκαση της υποθέσεως είχε γνωστοποιηθεί σ' αυτή, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο από τις 13-7-2020, δεν προέβη, όπως θα έπρεπε, στην άσκηση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, μέσα στο χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών πριν από τη δικάσιμο της 2-2-2019, δηλαδή μέχρι τις 2-1-2019.
Εξάλλου από τις 13-7-2020 και μέχρι τις 2-1-2019, που έληγε η προθεσμία για την κατάθεση των πρόσθετων λόγων, δεν είχε εκδοθεί σχετική ΚΥΑ για αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και αναστολή των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων.
Συνεπώς οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι κατατέθηκαν στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5-10-2021 και επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 8-10-2021, μετά την κατά τα ως άνω αναβολή της υποθέσεως από τη δικάσιμο τις 2-2-2021 για την παρούσα δικάσιμο, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 189 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 94 παρ. 1, 190, 192, 294 και 297 ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο ένατο αυτού λόγω της ασκήσεως των ανωτέρω αγωγής και εφέσεως πριν την 1-1-2016, προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως που να κηρύσσει την κατάργησή της. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση αποφάσεως του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους του αντιδίκου του παραιτούμενου διαδίκου (ΑΠ 990/2018, 1890/2017, 1158/2017).
Στην περίπτωση όμως που η απόφαση δεν περιέχει διάταξη περί δικαστικών εξόδων, μπορεί να υποβληθεί αυτοτελής αίτηση περί τούτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο ή στο Ειρηνοδικείο, για τις δίκες που διεξάγονται σ' αυτό, κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 192 ΚΠολΔ. Η αξίωση αυτή του εναγομένου έχει γενεσιουργό αιτία την παραίτηση του ενάγοντος από την οποία γεννάται αντίστοιχη αξίωση προς ικανοποίησή της.
Τα δικαστικά έξοδα υπό την προδιαληφθείσα έννοια, σε πληρωμή των οποίων καταδικάζεται ο εξομοιούμενος με ηττώμενο διάδικο παραιτηθείς από την αγωγή ενάγων, ανήκουν στον εναγόμενο και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, του οποίου την αμοιβή οφείλει αυτός εξ' ιδίων να καταβάλει βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σχέσης εντολής (ΑΠ 648/2019).
Επιπλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1, 49, 91, 92, 94 και 100 παρ. 1 εδ. α` Ν.Δ. 3026/1954 και 713 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση, δια της οποίας ανατίθεται σε δικηγόρο δικαστική ή εκτός δίκης εργασία, φέρει τον χαρακτήρα αμειβομένης εντολής, η δε συμφωνηθείσα αμοιβή του δικηγόρου δεν δύναται να υπολείπεται των υποχρεωτικώς εφαρμοζομένων σχετικώς κατωτάτων ορίων, τα οποία καθορίζονται δια των διατάξεων των άρθρων 98 επ.
του ως άνω Ν.Δ., ανερχόμενα επί συντάξεως κυρίας αγωγής σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής. Αφ' ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 102 του αυτού Ν.Δ. 3026/1954 "Εάν το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξωγκωμένον, το τοιούτον δε ηδύνατο να γίνη αντιληπτόν και παρ` αυτού του δικηγόρου, το ελάχιστον όριον αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού, όπερ έδει να ζητηθή διά της αγωγής, εάν ο δικηγόρος εξηκρίβωνεν επιμελέστερον τα πράγματα, εκτός εάν διά τον ως άνω καθορισμόν του αιτήματος της αγωγής συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του" (ΑΠ 410/2019, 1295/2010, 89/2009).
Ο κατά την εν λόγω διάταξη ισχυρισμός, ότι το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξογκωμένο και είχε τη δυνατότητα ο εντολοδόχος δικηγόρος να εξακριβώσει τούτο, αποτελεί ένσταση του εναγομένου προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής, κατά της οποίας ο ενάγων δύναται να προτείνει κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό ότι συνεμορφώθη προς σχετική έγγραφη εντολή του εντολέως ή του αντιπροσώπου αυτού.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανωτέρω ένσταση μπορεί να προβληθεί από τον εναγόμενο, μόνο επί αγωγής του εντολοδόχου δικηγόρου για την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής του στα πλαίσια της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης αμειβόμενης εντολής και όχι στην περίπτωση που ο διάδικος ζητεί την απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία αυτός υποβλήθηκε μέχρι το χρόνο της παραίτησης του αντιδίκου του από το δικόγραφο της σε βάρος του αγωγής και τα οποία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω ανήκουν στον ίδιο και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, του οποίου την αμοιβή οφείλει αυτός να καταβάλει εξ ιδίων βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σχέσης εντολής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προτεθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση, ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί είναι αόριστοι, μη νόμιμοι, απαράδεκτοι ή αλυσιτελείς, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1 εδ.
β`, 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ` ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις του πρώτου άρθρου ίσχυαν και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο στο ακροατήριο" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 1179/2015). Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωριζόμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων.
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο, απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του.
Τα περιστατικά της παραδεκτής προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος φέρεται ότι, παρά το νόμο, δεν λήφθηκε υπόψη, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 493/2020, 447/2020, 1207/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της περί εφαρμογής της με το προδιαληφθέν περιεχόμενο διατάξεως του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων και υπολόγισε την αμοιβή για τη σύνταξη των προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου προς απόκρουση της κατ` αυτού ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αγωγής, από την οποία η τελευταία παραιτήθηκε νομοτύπως, σε ποσοστό 2% επί του αιτήματος της αγωγής, ενώ ήταν προφανές ότι ήταν εξογκωμένο το αντικείμενό της, με βάση το οποίο καθορίσθηκε η αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, στηριζόμενος αληθώς στον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και όχι στον αριθμό 1 που διαλαμβάνεται στην αίτηση αναιρέσεως, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, από την επισκόπηση των πρακτικών του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώρηση στα πρακτικά, αλλά ούτε και με τις έγγραφες προτάσεις αυτής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως η ίδια επικαλείται, ενώ δεν έγινε ούτε επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ για βραδεία παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού αυτού ενώπιον του Εφετείου.
Η προταθείσα από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, περί περιορισμού του αιτούμενου κονδυλίου στο προσήκον μέτρο, δε μπορεί να εκτιμηθεί, όπως επιχειρείται από την αναιρεσείουσα, ως ένσταση από το άρθρο 102 ν.δ. 3026/1954, με την προαναφερόμενη έννοια, αφού δεν περιέχει τα προς θεμελίωση της τελευταίας στοιχεία (ότι δηλαδή η απαίτηση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε η τότε ενάγουσα και νυν εναγομένη, είναι προφανώς εξογκωμένη από το δικηγόρο της ενάγουσας και ότι ο συγκεκριμένος δικηγόρος στη δίκη, αλλά αντικειμενικώς και αφηρημένως, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το εν όλω ή εν μέρει αβάσιμο της απαιτήσεως και εντεύθεν το προφανώς εξογκωμένο αυτής, ενώ δεν προσδιορίζεται ούτε το ποσοστό διόγκωσης του αιτήματος).
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ο επίδικος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας (ως μη ληφθείσα υπόψη ένσταση του άρθρου 102 του ν.δ. 3026/1954), απαραδέκτως προτείνεται στην ένδικη υπόθεση, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται από τον εναγόμενο, μόνο στην περίπτωση άσκησης αγωγής σε βάρος του από τον εντολοδόχο δικηγόρο του με αίτημα την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής, του στα πλαίσια της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης αμειβόμενης εντολής και όχι στην περίπτωση που ζητείται η επιδίκαση στον ενάγοντα των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία αυτός υποβλήθηκε μέχρι το χρόνο της παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, όπως εν προκειμένω, που την αγωγή αυτή τη συνέταξε η ίδια η ενάγουσα (ήδη εναγομένη) δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου και ήταν επιλογή της να αιτηθεί από τον εναγόμενο (ήδη ενάγοντα) το ποσό των 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, το Εφετείο, με την παράλειψή του να λάβει υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρετική πλημμέλεια και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ. 1/1999).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλομΑΠ 8/2001, 17/1995, 62/1990).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 1126/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, που είχε προβάλει παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και είχε επαναφέρει με την έφεσή της στο Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ότι η εναγομένη άσκησε κατά του ενάγοντος και της Α. Α. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29-12-2009 αγωγή της, με την οποία, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό του 1.000.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ότι δικάσιμος της ανωτέρω αγωγής, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στον ενάγοντα στις 31-12-2009, ορίσθηκε η 13-4-2011.
Ότι προς απόκρουση της εν λόγω αγωγής ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου προκατέθεσε στις 22-3-2011 στη γραμματεία του προαναφερόμενου Δικαστηρίου τις από 20-3-2011 έγγραφες προτάσεις, όπως προκύπτει από την επ' αυτών βεβαίωση της γραμματέως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 237 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, η οποία, ενόψει της ορισθείσης δικασίμου (13-4-2011) έληγε στις 23-3-2011.
Ότι κατά τη δικάσιμο αυτή (13-4-2011) η εναγομένη (ενάγουσα τότε) με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα υπ' αριθμ. 3425/2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής της, λόγω δε της παραίτησης αυτής, για την οποία ο ενάγων δεν μπορούσε να προβάλει αντιρρήσεις (άρθρο 294 ΚΠολΔ), η δίκη καταργήθηκε κατά τα άρθρα 294, 295, 297 ΚΠολΔ.
Ότι η εναγομένη άσκησε κατά των ιδίων εναγομένων νέα αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική βάση (αριθ. εκθ. κατ. 2779/23-3-2011), στη σελίδα 78 της οποίας επίσης αναφέρει ότι παραιτείται από το δικόγραφο της ως άνω από 29-12-2009 και υπ' αυξ. αρ. καταθ. 13194/2009 αγωγής της, πλην όμως η εν λόγω νέα αγωγή με την περιλαμβανόμενη σ' αυτήν παραίτηση επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 28-3-2011 (βλ.
σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Φ. Λ. - Χ.) ήτοι όχι μόνο μετά την ημερομηνία κατάθεσης των προτάσεων του ενάγοντος, (22-3-2011), αλλά και μετά τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεσή τους (23-3-2011), ενώ εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων είχε εγκαίρως ενημερωθεί τηλεφωνικά για την επικείμενη παραίτηση.
Ότι σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, γεννάται υπέρ του εναγομένου αξίωση κατά της παραιτηθείσας ενάγουσας, η οποία εξομοιώνεται με διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε μέχρι το χρόνο της παραιτήσεως και στα οποία περιλαμβάνεται και η κατά την ισχύουσα διατίμηση αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας η ενάγουσα παραιτήθηκε, δεδομένου ότι οι προτάσεις κατατέθηκαν πριν από την παραίτηση.
Ότι τα ανωτέρω δικαστικά έξοδα ανήκουν στον εναγόμενο τότε και ενάγοντα τώρα και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, του οποίου την αμοιβή οφείλει αυτός να καταβάλει εξ ιδίων βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σχέσης εντολής. Ότι η ως άνω αξίωση υφίσταται έστω και αν η παραιτούμενη (ενάγουσα τότε και εναγομένη τώρα) άσκησε νέα αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ο δε εναγόμενος χρησιμοποιήσει στη νέα δίκη τις προτάσεις της πρώτης δίκης.
Ότι τα δικαστικά έξοδα περιλαμβάνουν την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου (τώρα ενάγοντος) για τη σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής σύμφωνα με τα άρθρα 107 και 110 του Κώδικα Δικηγόρων. Ότι από τα τελευταία προκύπτει ότι το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου είναι ίσο προς το οριζόμενο στο άρθρο 100 του ιδίου παραπάνω Κώδικα για τη σύνταξη της αγωγής, το ελάχιστο δε όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.
Ότι, αφού το αίτημα της αγωγής ήταν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να πληρώσει (εις ολόκληρον με την ομόδικο του) χρηματική ικανοποίηση 1.000.000 ευρώ, η συνολική αμοιβή ανέρχεται σε 20.000 ευρώ. Ότι, επίσης περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου για την παράσταση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται, όπως προαναφέρεται, αναλογικά η διάταξη του άρθρου 118 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων και η αμοιβή του δικηγόρου περιορίζεται στο μισό εκείνης που δικαιούται κατ' άρθρο 109 του ίδιου Κώδικα.
Ότι, εφόσον η πλήρης αμοιβή για την παράσταση στο πολυμελές πρωτοδικείο είναι 16,43 ευρώ, η αμοιβή αυτή περιορίζεται στο μισό, δηλαδή σε 8,21 ευρώ, και συνολικά 20.008,21 ευρώ. Τέλος ότι η ως άνω αξίωση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου για την επιδίκαση των εξόδων που προέκυψαν από την παραίτηση της ενάγουσας από την αγωγή που είχε ασκήσει κατ' αυτού στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δεν ασκείται καταχρηστικά και δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Και τούτο διότι η μη συζήτηση της αγωγής δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εναγομένου να ζητήσει την επιδίκαση εύλογης μόνο αποζημίωσης, αλλά η απαίτηση καταβολής των αναγκαίων εξόδων της δίκης εκείνης αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του εναγομένου και δε προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στην ενάγουσα τότε και νυν εναγομένη ότι δεν θα διεκδικήσει τα έξοδα αυτά και ότι παραιτήθηκε από την εν λόγω αξίωσή του, απορριπτομένης, εντεύθεν, ως κατ' ουσίαν αβασίμου της υπό της εναγομένης προβληθείσας ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ.
Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της νομικής ορθότητάς της, αφού με σαφήνεια και πληρότητα απέρριψε ως αβάσιμη την ως άνω ένσταση. Κατόπιν αυτών ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τα άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. Β παρ. β ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύουν λόγω του χρόνου της κατάθεσης της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ.
μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, παρόλο που δεν υποχρεούταν, από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ' αυτή ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, το υπ' αριθμ. 298077105911220052/2019 παράβολο ποσού 450 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ' αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ' αυτή (ΑΠ 504/2017, 2061/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2019 (υπ' αριθμ. καταθ.827/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2040/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ