Supreme Court dismisses appeal against first instance rejection of bankruptcy plea due to lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first instance court's rejection of the appellant's plea of insolvency. The lower court correctly found the plea inadmissible because the appellant failed to prove the permanent inability to pay debts, a condition the Supreme Court deemed essential for such a plea. Consequently, the Supreme Court held that the first instance judgment was legally sound and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534 and 560 of the Code of Civil Procedure; The plea of insolvency is inadmissible if the debtor does not demonstrate permanent inability to pay debts, and appeals against such inadmissibility must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 682 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 682/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Π., κατοίκου … Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ» και το δ.τ. «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ»,
2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»,
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «CITIBANK INTERNATIONAL plc», που εδρεύει στo Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, είναι εγκατεσυημένη στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως διαχειρίστριας της τιτλοποιημένης απαίτησης της ΝΤΑΝΕΙΟΝ ΕΙ-ΠΙ-ΣΙ ΛΙΜΙΤΙΝΤ (DANEION APC LIMITED), καθώς και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»,
5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ATTICA BANK ANΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και ήδη «ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ – ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και
6) εταιρείας με την επωνυμία «Ες Εφ Ες Ελλάς Φάινανς Κονσιούμερ ΑΕΠΠ» (SFS Hellas Finance Consumer AEΠΠ), μέλος του ομίλου Σοσιετέ Ζενεράλ (Societe Generale), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις από 07.12.2020 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ξηρουχάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 01.12.2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 04.12.2020 προτάσεις της δήλωσε ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ – ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και δ.τ. «THEA ARTEMIS FINANCIAL SOLUTIONS» κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «ATTICA BANK», δυνάμει της από 30.06.2017 σύμβασης αγοράς χαρτοφυλακίου δανείων, ενώ οι 1η, 2η, 3η και 6η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.07.2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7403/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13846/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27.12.2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου – Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με αριθ. .../5-12-2019, .../5-12-2019, .../5-12-2019 και .../5-12-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Σωκράτη Παπουλίδη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 27.12.2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 28192/4427/24-4-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 03.04.2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, στην πρώτη, δεύτερη, τρίτη, και έκτη των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την παραπάνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ανεστάλη λόγω ειδικών συνθηκών (πανδημίας του κορωνοϊου COVID-19), προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ’ αρθ. 74 παρ.2 ν. 4690/2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους, μη απαιτουμένης νέας κλήσης του διαδίκου, εφόσον ο απολειπόμενος διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Οι παραπάνω αναιρεσίβλητες (πρώτη, δεύτερη, τρίτη και έκτη), οι οποίες κλήθηκαν νόμιμα για την αρχική δικάσιμο της 03.04.2020, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ως προς αυτές πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
[II] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ’ του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων [...]»: « [...] Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Oι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις».
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του αυτού ως άνω νόμου «οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α’ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης».
Στην προκείμενη περίπτωση, νομίμως παρίσταται σύμφωνα με τα παραπάνω ως μη δικαιούχος διάδικος, για λογαριασμό της πέμπτης αναιρεσίβλητης, η οποία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. την με αρ. .../5-12-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σωκράτη Παπουλίδη), η εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρεία με την επωνυμία «ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», υπό την μη αμφισβητηθείσα ιδιότητα της ως Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 του ως άνω ν. 4354/2015, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ARTEMIS SECURITISATION S.A. ειδικής διαδόχου της πέμπτης αναιρεσίβλητης.
Η κρινόμενη από 27.12.2018 (αρ. κατ. 28192/4427/2018) αίτηση αναίρεσης της κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (αρθ.3 Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ) εκδοθείσης υπ’ αρ. 13846/2017 οριστικής απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[III] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 17.07.2012 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 11077/17-7-2012 αίτηση της η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της προς τις καθ’ ων ήδη αναιρεσίβλητες που απορρέουν από τις σε αυτή αναφερόμενες συμβάσεις, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης επικουρικά δε την ρύθμιση των χρεών της με εξαίρεση από την ρευστοποίηση της περιγραφομένης κυρίας κατοικίας της, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση και με σκοπό την απαλλαγή της.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 7403/2015 οριστική απόφαση του, αφού έκρινε νόμιμη την παραπάνω αίτηση, την απέρριψε στην συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμη, με το σκεπτικό ότι στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας συντρέχει η εμπορική ιδιότητα και συνεπώς δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου 3869/2010.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 05.07.2016 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 334/2016 έφεση. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με τη με αρ.13846/2017 απόφαση του απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, της οποίας, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτή, αντικατέστησε τις αιτιολογίες, δεχόμενο, αντίθετα με τις παραδοχές του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας η εμπορική ιδιότητα, ότι όμως αυτή περιήλθε με δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της και συνεπώς δεν μπορεί για τον λόγο αυτό να υπαχθεί στις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την κρινόμενη αίτηση με επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αντικαθιστώντας ανεπίτρεπτα και παρά τον νόμο την αιτιολογία εκείνου περί συνδρομής στο πρόσωπό της της εμπορικής ιδιότητας με αυτή της περιέλευσης της δολίως σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, προβαίνοντας κατά παράβαση του άρθρου 536 ΚΠολΔ σε έκδοση επιβλαβέστερης για αυτήν (εκκαλούσα) απόφασης, χωρίς οι εφεσίβλητοι να ασκήσουν δική τους έφεση ή αντέφεση αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο κάθε ενδεχόμενο άσκησης νέας αίτησης της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί ο επί του αρ. 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ στηριζόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι η μνημονευθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 536 ΚΠολΔ (ΑΠ 394/2002).Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι μέσω της παραβίασης του άρθρου 536 Κ.Πολ.Δ. παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 παρ.1εδ δ ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με τα άρθρα 330 και 331 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος αφού δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση άμεση συγκεκριμένη παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
[V] Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ.759 παρ.3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο και έκτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του έλαβε υπόψη του «πράγμα» που δεν προτάθηκε. Ότι ειδικότερα έλαβε υπόψη την ένσταση του δόλου της αναιρεσείουσας, δηλαδή ότι αυτή είχε περιέλθει δολίως σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των δανειακών της υποχρεώσεων, καίτοι αυτή, προταθείσα στο πρώτο βαθμό, είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ δεν διατυπώθηκε παράπονο στην διαδικασία της κατ’ έφεση δίκης για την παραπάνω απόρριψη της συγκεκριμένης ένστασης (δεύτερος λόγος αναίρεσης). Ότι επίσης σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου η αναιρεσείουσα είχε ενδεχόμενο δόλο υπερχρέωσης εξ αρχής δηλαδή κατά την ανάληψη των χρεών, ισχυρισμό όμως που δεν προβλήθηκε από κανένα διάδικο (έκτος λόγος αναίρεσης). Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020)
[VI] O λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα και χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 220/2008 ΝοΒ 2008, 1831). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (ΑΠ 1255/2004 ΕλΔνη 46, 88). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 2050/2006, 66/2004, 392/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση της αόριστης έννοιας του ενδεχόμενου δόλου με την υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτή κατά την οποία δεν έλαβε υπόψη της τα δεδομένα που υφίσταντο και μάλιστα την περιουσία της αναιρεσείουσας αποτελούμενη από τα περιγραφόμενα στην αίτηση ακίνητα και την αξία τους, το οικογενειακό της εισόδημα, το γεγονός ότι μέχρι τα έτος 2012 κατέβαλε τις δόσεις των οφειλών της, τις επικρατούσες γενικά συνθήκες και ότι οι παροχές εγγυήσεων δεν χορηγήθηκαν προκειμένου να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, το μεν λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, και σε τι συνίσταται η παραβίαση το δε διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ` αυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
[VII] Με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα με τον τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας άλλως έχει ανεπαρκείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη στο πρόσωπο της αδυναμίας πληρωμής αφού δέχτηκε ότι είχε αδυναμία πληρωμής ήδη από την σύναψη των δανειακών της συμβάσεων χωρίς να αναλύει τις βασικές βιοτικές ανάγκες αυτής και της οικογενείας της ούτε τις μηνιαίες δόσεις προς τα τραπεζικά ιδρύματα για την ικανοποίηση των αξιώσεων τους ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων της με τις μηνιαίες δαπάνες για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης παράλληλα με την ικανοποίηση των δανειστών αν βρισκόταν εξ αρχής σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της. Με τον πέμπτο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση δεν περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αφού περιορίστηκε στην εξέταση της συνδρομής του στοιχείου δόλου όχι όμως και της τυχόν υφισταμένης αντ' αυτού αμέλειας και τι είδους αμέλειας στο πρόσωπό της.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 13846/2017 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους της αναίρεσης.
«Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2013 (01.01.2012 – 31.12.2012), η αιτούσα είχε εισόδημα ύψους 1.710 €, ενώ ο σύζυγος της εισόδημα ύψους 8.189,70 €.
Κατά το έτος 2012 (01.01.2011 – 31.12.2011), η αιτούσα είχε μηδενικό εισόδημα, ο δε σύζυγος της εισόδημα ύψους 5.860,73 €.
Κατά το έτος 2011 (01.01.2011-31.12.2011), η αιτούσα είχε μηδενικό εισόδημα, ο δε σύζυγος της 23.964,64 €.
Κατά το έτος 2010 (01.01.2010 – 31.12.2010), η αιτούσα είχε εισόδημα 3.192 €, ο δε σύζυγος της 10.728,05 €.
Κατά το έτος 2009 (01.01.2009 – 31.12.2009), η αιτούσα είχε εισόδημα 4.788 €, ο δε σύζυγο της εισόδημα 23.182,01 €.
Κατά το έτος 2008 (01.01.2008 – 31.12.2008), η αιτούσα είχε εισόδημα 10.788 € ο δε σύζυγος της εισόδημα 22.235,68 €.
Κατά το έτος 2007 (01.01.2007 – 31.12.2007), η αιτούσα είχε εισόδημα 10.735,46 €, ο δε σύζυγος της 21.512,74 €.
Κατά το έτος 2006 (01.01.2006 – 31.12.2006), η αιτούσα είχε εισόδημα 9.670,86 €, ο δε σύζυγος της 20.549,99.
Κατά το έτος 2005 (01.01.2005 – 31.12.2005) η αιτούσα είχε εισόδημα 11.175,17 €, ο δε σύζυγος της εισόδημα 19.648,38 €.
Κατά το έτος 2004 (01.01.2005 – 31.12.2005), η αιτούσα είχε εισόδημα 6.486,57 €, ο δε σύζυγος της 25.253,50 €.
Κατά το έτος 2003 (01.01.2003 – 3112.2003) η αιτούσα είχε εισόδημα 4.970,26 €, ο δε σύζυγος της 24.670,59 €.
Και κατά το έτος 2002 (01.01.2002 – 31.12.2002) η αιτούσα είχε εισόδημα 7.944,78 €, ο δε σύζυγος της εισόδημα 18.335.43 € (για τα ανωτέρω βλ. προσαγόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος των αντιστοίχων ετών).
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει κατά πλήρη κυριότητα (100%) ένα διαμέρισμα 68 τ.μ. καθαρών, επί της οδού ... στη …, εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 70.000 € και αντικειμενικής αξίας 86.955 €, 100% πλήρους κυριότητας επί ενός διαμερίσματος επί της οδού ... στη … 80.817 €, ποσοστό πλήρους κυριότητας 6,25% επί του υπ’ αριθμ. ... στην ... 4.000 τ.μ. με κτίσμα 55,85 τ.μ., εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 4.800 € και αντικειμενικής 20.548.33 €, οικόπεδο με αριθμό … στο 100 Ο.Τ. στο ... 725 τ.μ. (100% πλήρους κυριότητας) με εκτιμώμενη εμπορική αξία 10.000 € και αντικειμενική αξία 12.395,99 €, πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 6.666% επί ενός αγροτεμαχίου στα ... έκτασης 2.400 τ.μ. με εκτιμώμενη εμπορική αξία του ποσοστού της 2.000 €.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως της, η εκκαλούσα είχε τις ακόλουθες οφειλές προς τις εφεσίβλητες:
1. Προς την Alpha Bank, οφειλή 2.439.60 € (αναλυόμενο σε 2.240,90 € κεφάλαιο και 176,64 € τόκοι) από την υπ’ αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, 3.382.17 € (αναλυόμενο σε 3.070,98 € κεφάλαιο και 281,19 € τόκοι) από την υπ’ αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, 5.943.67 € (αναλυόμενο σε 5.642,88 € κεφάλαιο και 300,79 € τόκοι) από την υπ’ αριθμ. ... πιστωτική κάρτα και 84.803,49 € (αναλυόμενη σε 78.300,59 € κεφάλαιο και 6.343.69 € τόκοι) από την υπ’ αριθμ. λογαριασμού ... πίστωση,
2. Προς την EFG Eurobank Ergasias ΑΕ, 1.139.21 € (αναλυόμενο σε 1.059,28 € κεφάλαιο και 46,72 € τόκοι) από την υπ’ αριθμ. ... πιστωτική κάρτα, 43.429,88 € (αναλυόμενο σε 42.947,67 € κεφάλαιο και 482,21 € τόκοι) από την υπ’ αριθμ. ... επαγγελματική πίστωση, 17.392,21 € (αναλυόμενο σε 16.711.49 € κεφάλαιο και 680.72 € τόκοι) από το υπ’ αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο, 18.522,42 € (αναλυόμενο σε 17.542,54 € κεφάλαιο συν 979.88 € τόκοι) από το υπ’ αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο,
3. Προς την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. 8.739,90 € από τον υπ’ αριθμ. ... ανοιχτό λογαριασμό, 68,84 € χρεωστικό υπόλοιπο από τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού ταμιευτηρίου, 138.271.90 € (αναλυόμενη σε 136.117.57 € κεφάλαιο και 2.154.33 € τόκοι) από το υπ’ αριθμ. ... στεγαστικό δάνειο, 43.997,09 € (αναλυόμενο σε 43.056,30 € κεφάλαιο και 832,30 € τόκοι) από το υπ’ αριθμ. ... στεγαστικό δάνειο, 190,64 € (αναλυόμενο σε 189,14 € κεφάλαιο συν 1,5 € τόκοι) από την υπ’ αριθμ. ... πιστωτική κάρτα,
4. Προς την Citibank International PLC, 17.192,76 € (αναλυόμενο σε 17.061,51 € κεφάλαιο συν 42.69 € τόκοι) από το υπ’ αριθμ. ... δάνειο αναχρηματοδότησης,
5. Προς την Attica Bank, 4.931.81 € (αναλυόμενο σε 4.793,16 € κεφάλαιο και 138,65 € τόκοι) από το υπ’ αριθμ. λογαριασμού ... ελεύθερο δάνειο, και
6. Προς την SFS Hellas Finance Consumer Α.Ε.Π.Π. 3.348,45 € (αναλυόμενο σε 2.798,21 € κεφάλαιο και 478,90 € τόκοι) από το υπ’ αριθμ. ... καταναλωτικό δάνειο.
Με βάση τα ανωτέρω, οι συνολικές οφειλές της αιτούσας προς όλες τις εφεσίβλητες ανέρχονται στο ποσό των 393.795.04 €. Άλλωστε ο σύζυγος της αιτούσας είχε για χρόνια εμπορική επιχείρηση (τεχνικό γραφείο ανακαινίσεων), η δε εκκαλούσα –αιτούσα, με την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση που υπέγραψε με την 4η εφεσίβλητη, εγγυήθηκε για επαγγελματικό δάνειο του συζύγου της (με οφειλή ανερχομένη κατά την κατάθεση της αίτησης της ύψους 43.429,88 €), ενώ επιπλέον με την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση που κατήρτισε με την 1η εφεσίβλητη, εγγυήθηκε για έτερη πίστωση συγγενικού προσώπου του συζύγου της, με οφειλή ανερχομένη στο ποσό των 84.803.,49 € κατά την κατάθεση της αίτησης της. Η αιτούσα δε υπήρξε εγγυήτρια και σε άλλα δάνεια του συζύγου της όπως προκύπτει από την από 30.12.2011 βεβαίωση οφειλών και την από 14.02.2012 επιστολή της Γενικής Τράπεζας, όπου η αιτούσα αναφέρεται ως εγγυήτρια στην υπ’ αριθμ. ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου και στην υπ’ αριθμ. ... σύμβαση ανοιχτού λογαριασμού. Σημειωτέον δε ότι η αιτούσα ομολογεί ότι ως εγγυήτρια συμβλήθηκε όχι μόνο σε μία (όπως αρχικά ανέφερε στην αίτησή της) αλλά σε περισσότερες συμβάσεις και συγκεκριμένα σε τέσσερα δανειακά προϊόντα εκ των οποίων ένα επιχειρηματικό και τρία καταναλωτικό δάνεια».
Στην συνέχεια δέχτηκε ότι:
«Περαιτέρω, από τον αριθμό των συμβάσεων που συνήψε η αιτούσα και το συνολικά οφειλόμενο από αυτήν ποσό, αποδείχθηκε ότι αυτή έχει απευθυνθεί σε 6 διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα και έχει λάβει συνολικά 16 διαφορετικά δάνεια και πιστώσεις, εκ των οποίων 3 καταναλωτικά δάνεια, 5 πιστωτικές κάρτες, 2 στεγαστικά δάνεια, 1 ελεύθερο δάνειο, καθώς και 2 επαγγελματικά δάνεια. Μεγάλο μέρος των δανείων δε προκύπτει ότι ήταν πιστώσεις, το ποσό εκταμίευσης των οποίων προοριζόταν για αγορά καταναλωτικών προϊόντων και δη αυτά των πιστωτικών καρτών για άμεσες αγορές. Με βάση δε τα ανωτέρω περιουσιακό στοιχεία και εισοδήματα της αιτούσας και του συζύγου της, αποδεικνύεται ότι αυτή εκτέθηκε σε υπερβολικό για το ύψος των εισοδημάτων της δανεισμό, τον οποίο δεν περιόρισε.
Συνεπώς, η μείωση των εισοδημάτων της. δεν προκάλεσε την αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της οφειλών, αφού αυτή προϋπήρχε. Συγκεκριμένα, εκ των άνω περιστατικών προκύπτει ότι με τα άνω εισοδήματα της, η αιτούσα γνώριζε κατά την ανάληψη των ως άνω χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους. Προκύπτει δηλαδή ότι γνώριζε ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος ότι ενόψει των εισοδημάτων της και των εν γένει αναγκών της οικογένειάς της δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα προέβη σε πολλαπλές καταρτίσεις συμβάσεων δανείων, και επιπλέον έκανε χρήση πιστωτικών καρτών, τα δε χρέη της ως άνω που ανήλθαν σε 393.795,04 € ήταν υπέρογκα σε σχέση με την περιουσιακή της κατάσταση και που, ως προελέχθη, με βάση τα αναμενόμενα εισοδήματα αυτής και του συζύγου της δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν, ακόμα και αν δε μεσολαβούσε η οικονομική κρίση και η συρρίκνωση του οικογενειακού εισοδήματος.
Αποδεικνύεται συνεπώς, ότι η αιτούσα είχε ενδεχόμενο δόλο υπερχρέωσης, καθώς συμφώνησε με διάφορα πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, ενώ μπορούσε να προβλέψει ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύφος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι δολιότητα νοείται μόνον όταν ο δανειολήπτης ή κατ’ επέκταση ο εγγυητής εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους και ότι τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν υποχρέωση να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά τους.
Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός, δεν γίνεται δεκτός από το παρόν Δικαστήριο. Τούτο διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή. Και βεβαίως η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν όμως παράλειψη της να το πράξει δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η νόμιμη κατά τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 1 του ν. 3869/2010 ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, που προέβαλαν με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, οι παριστάμενες εφεσίβλητες και η οποία ωφελεί και τις απολιπόμενες εξ αυτών (ΚΠολΔ 76 παρ. 1), αφού αποτελούν οιονεί αναγκαίους ομοδίκους, ως πιστωτές της αιτούσας (Κρητικός, ό.π. σελ. 16), και να απορριφθεί η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση ομοίως απερρίφθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως ουσία αβάσιμη, πλην όμως η εκκαλουμένη απέρριψε την αίτηση δεχόμενη τον ισχυρισμό περί ύπαρξης εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπο της αιτούσας και όχι λόγω δόλιας περιέλευσης αυτής σε αδυναμία πληρωμής, ως όφειλε, ένσταση την οποία, όχι ορθώς, απέρριψε ως μη νόμιμη.
Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, αν και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται εξ ολοκλήρου από τις παρούσες, απέρριψε την αίτηση ως ουσία αβάσιμη, κατ’ αποτέλεσμα δεν έσφαλε, ώστε αρκεί εν προκειμένω η αντικατάσταση της αιτιολογίας της, αφού το διατακτικό της εκκαλουμένης είναι ορθό (άρθρο 534 ΚΠολΔ), και επομένως, οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την αίτηση ως ουσία αβάσιμη, πρέπει να απορριφθούν».
[VIII] Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, είναι σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα του, δεχόμενο την επικαλούμενη άλλωστε και από την αναιρεσίβλητη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της δεχόμενο περαιτέρω με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες και χωρίς την ανάγκη παράθεσης άλλων, ότι οφείλεται τούτο σε ενδεχόμενο δόλο της.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων αναίρεσης και ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως οι από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτιάσεις του τέταρτου και πέμπτου των λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.
[VIII] Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία « [...] δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται [...]» και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.12.2018 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 28192/4427/2018) αίτηση για αναίρεση της 13846/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ