Appeal partially allowed; withdrawal from one defendant valid, appeal against others upheld, claim dismissed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding public sector benefits. The appellant withdrew the appeal against one defendant, while the court upheld the appeal against the remaining ten defendants. Consequently, the first-instance judgment was annulled for the remaining defendants, the original claim was dismissed, and costs were shared between the appellant and the other defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 97, 98, 188, 190, 191, 192, 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal from a specific defendant in an appeal is valid without the other defendant's consent if the oral hearing has not commenced, resulting in the annulment of the judgment regarding that specific defendant while the remainder of the case proceeds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 682 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 682/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ταγκλή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Κ., 2) Δ. Ν., 3) Φ. Κ., 4) Π. Γ., 5) Χ. Μ., 6) Κ. Κ., 7) Φ. Γ., 8) Γ. Δ., 9) Β. Π., 10) Φ. Γ. και 11) Ε. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1005/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 27-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Χ. Μ., ζήτησε δε την παραδοχή της αίτησης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και την καταδίκη αυτών στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται (Α.Π. 2/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι ο δικηγόρος Αθηνών Δ.
Τ., ο οποίος παρέστη ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Χ. Μ.. Η δήλωση αυτή, για την οποία ο ανωτέρω δικηγόρος έχει ειδική πληρεξουσιότητα (βλ. το ...18-12-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Τριπόλεως Α. Σ.), είναι παραδεκτή και έχει ως συνέπεια ότι η υπό κρίση αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο.
Από τις εκθέσεις επίδοσης .../7-10-2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τριπόλεως Α. Α., ...8-10-2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Γ. Τ., .../8-10-2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Κ. Α., ...7-10-2015, .../7-10-2015, .../7-10-2015, .../7-10-2015, .../7-10-2015 και ..../7-10-2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τριπόλεως Α.
Α., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 9-6-2015 αίτησης για αναίρεση της 1005/2011 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 12-1-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 10-5-2016 και από αυτήν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (10-1-2017), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους λοιπούς πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτους.
Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει οι αναιρεσίβλητοι αυτοί να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξ άλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ'?απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (Ολ.
Α.Π. 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν από το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ... με διαδοχικές συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου, πράγματι δε με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε περαιτέρω τα εξής: "Εξ άλλου οι ενάγοντες από την αρχική ημερομηνία πρόσληψής τους εργάζονται μέχρι και σήμερα στον εναγόμενο Δήμο με την ειδικότητα του σχολικού φύλακα...
Ο τρόπος αμοιβής τους για την παροχή των υπηρεσιών τους ρυθμίζεται από τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου και ειδικότερα για το διάστημα από 19-2-2001 έως 31-12-2003 από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, ενώ για το διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν από τις διατάξεις του ν. 3205/2003, δικαιούνται συνεπώς όλων των παροχών που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτές, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτούς ως εργαζομένους στον εναγόμενο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους.
Ωστόσο οι ενάγοντες, καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους δεν έλαβαν την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος), ενόψει του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, χωρίς ειδικές πρϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της...
εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ν. 2470/1997 με τις μετέπειτα τροποποιήσεις του, αλλά και στην αντίστοιχη του ν. 3205/2003.
Συνεπώς η εξαίρεση των εναγόντων από την απόληψη της εν λόγω παροχής ενώ τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, συνιστά, ως στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατανομαζομένων στις υπουργικές αποφάσεις ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β του Συντάγματος). Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί και για αυτούς σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, εφόσον αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους η μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ένδικης παροχής, δηλαδή υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003, δεδομένου ότι δεν γίνεται μνεία ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 ούτε στις ως άνω κοινές υπουργικές αποφάσεις περί ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της συναρτώμενης από το είδος, την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής.
Περαιτέρω μη συμψηφιστέα κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 θα πρέπει να θεωρηθεί η χορηγούμενη στους ενάγοντες, ως υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, υπαγομένων σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης χρηματική παροχή του επιδόματος ειδικής απασχόλησης (άρθρο 8 παρ. 6 ν. 3205/2003), η οποία παρασχέθηκε στη συγκεκριμένη κατηγορία υπαλλήλων, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες αυτοί στις ως άνω υπηρεσίες παρέχουν την εργασία τους, στοιχείο το οποίο ενισχύεται άλλωστε και από το γεγονός ότι δικαιούχοι του εν λόγω ειδικού επιδόματος είναι μόνο όσοι προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του, ενόψει του ότι αποτελεί παροχή άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και με τη φύση των καθηκόντων των υπαλλήλων των συγκεκριμένων υπηρεσιών και επιδιώκει διαφορετικούς σκοπούς σε σύγκριση με την επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, η οποία αποτελεί, κατά την προεκτεθείσα ερμηνεία των διατάξεων, τακτική εισοδηματική παροχή, ήτοι γενική μισθολογική πρασαύξηση".
Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν την παραγραφή μέρους των αγωγικών αξιώσεων, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 1-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε τον εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες, πλην του πέμπτου, το ποσό των 7.568 ευρώ νομιμοτόκως από τις 24-12-2007.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και του αποτελούντος ειδικότερη έκφανσή του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β αυτού, 14 ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση του εναγομένου να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τους λοιπούς πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτους, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης. Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) κατά το μέρος της αυτό και να απορριφθεί η από 1-7-2009 αγωγή των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (με την οποία αυτοί ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την ένδικη παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 με μόνη την επίκληση της αρχής της ισότητας και χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και το ότι δεν ελάμβαναν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ως μη νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των λοιπών πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.), ενώ δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικασθεί υπέρ του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν παρέστη και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι η από 9-6-2015 αίτηση για αναίρεση της 1005/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έχει ασκηθεί κατά το μέρος που αφορά τον πέμπτο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την απόφαση αυτή κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτους.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό.
Απορρίπτει την από 1-7-2009 αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των λοιπών πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ