Legislator Case Law & Legislation
682/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will revocation due to fraud, rejecting appellate court's finding of mental incapacity.

Case Number 682/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding the validity of a will. The appellant argued the will was revoked by fraud and that the testator was mentally incapacitated during the relevant period, citing medical certificates not considered by the lower court. The court rejected this, ruling that the appellate court properly evaluated all evidence and that the testator's mental state was a matter of judicial discretion not subject to review on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1782 para. 2 Civil Code; Art. 559 para. 11 lit. gamma Civil Procedure Code: A will is revocable if caused by fraud, but the appellate court's assessment of the testator's mental capacity based on medical evidence is final and not subject to revision on appeal.

Keywords

AI generated
will revocation fraud in will mental capacity appellate review judicial discretion medical evidence civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 1782 para. 2 Civil Code
Art. 559 para. 11 lit. gamma Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 682 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 682/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ι. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ασημάκη Ασημακόπουλου.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Μ. του Δ. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου, Γεωργίου Ζησιμόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1262/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 4440/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 15-1-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 2 ΑΚ "η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη". Ως απάτη νοείται η εκ προθέσεως συμπεριφορά που τείνει να δημιουργήσει ή να διατηρήσει μια εσφαλμένη εντύπωση και συνίσταται, είτε σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη, αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων, τα οποία παρασύρουν και πείθουν τον διαθέτη στην τελευταία διάταξη, στην οποία αυτός δεν θα προέβαινε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα, αν δεν πειθόταν από τις απατηλές ενέργειες ή παραστάσεις, ενώ η πλάνη που προκλήθηκε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται στη διαθήκη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι στην έννοια της απάτης περιλαμβάνονται ψευδείς και υποβολιμιαίες ή δελεαστικές παραστάσεις, οι οποίες έγιναν με δόλο και τεχνηέντως, έχουν δε ως αποτέλεσμα να πείσουν και να παρασύρουν τον διαθέτη να περιλάβει στη διαθήκη του διάταξη, την οποία δεν θα διατύπωνε, αν δεν μεσολαβούσε η κατά τα ως άνω συμπεριφορά εκείνου που μετήλθε την απάτη (π.χ.

ψευδείς υποσχέσεις, καλλιέργεια με συκοφαντίες ή ψευδολογίες αντιπάθειας, καχυποψίας ή μίσους του διαθέτη, κυρίως προς τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του). Στην περίπτωση αυτή η πλάνη του διαθέτη που προκαλείται από την απάτη καθιστά ακυρώσιμη την τελευταία διάταξη, τόσο όταν έχει ως αποτέλεσμα τη διάσταση της βούλησης και της δήλωσης του διαθέτη, όσο και όταν εντοπίζεται στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως.

Μεταξύ απατηλών ενεργειών ή παραστάσεων και περιεχομένου της προσβληθείσας διαθήκης απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος, ο οποίος συναρτάται με τη διαπίστωση ότι ο διαθέτης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν παραπειθόταν από αυτές, δεν θα συνέτασσε τη συγκεκριμένη διαθήκη. Μάλιστα δεν απαιτείται η απάτη να υπήρξε το μοναδικό αίτιο που οδήγησε το διαθέτη στη διατύπωση της υπό ακύρωση διάταξης, αλλά αρκεί ότι χωρίς την απάτη ή χωρίς και την απάτη δεν θα διατύπωνε τη διάταξη.

Πρέπει προσέτι κατά την έννοια της διατάξεως αυτής να προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απάτη ασκήθηκε και πράγματι προκάλεσε στο διαθέτη, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της προσωπικότητάς του, της ηλικίας, της κατάστασης της υγείας του, της ψυχολογικής κατάστασης και εν γένει της ιδιοσυγκρασίας του, τη διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης, τα δε ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά θα πρέπει να εξετάζονται και αναφορικά με το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1787 ΑΚ την ακύρωση της διάταξης της διαθήκης, στην περίπτωση αυτής μπορούν να ζητήσουν μόνο εκείνοι που ωφελούνται άμεσα από την ακύρωσή της και τέτοιοι μπορεί να είναι εκείνοι που πρόκειται να αποκτήσουν ευθέως κληρονομικό δικαίωμα σε περίπτωση ακύρωσης της διαθήκης, είτε ως άμεσοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, είτε και ως εγκατάστατοι με προηγούμενη διαθήκη, που αναβιώνει μετά την ακύρωση.

Εξετέρου κατά την έννοια του άρθρου 59 αρ. 1 ΚΠολΔικ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει αν για την εφαρμογή του, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Συνεπώς η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της επίδικης περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να διατυπώνεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αγωγή ακυρώσεως δύο ιδιογράφων διαθηκών της αδελφής της μητέρας της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, λόγω απάτης που μετήλθε εις βάρος της διαθέτιδας ο εγκατασταθείς με αυτές ως κληρονόμος εναγόμενος, για την άσκηση της οποίας νομιμοποιείται η ενάγουσα, αφού σε περίπτωση που θα ευδοκιμήσει η αγωγή θα χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με μοναδική δικαιούχο την ίδια: "Στις 27.12.2012 απεβίωσε η Δ.

χα Ι. Α., το γένος Α. Ι., κάτοικος ..., κατά τη διάρκεια της ζωής της, στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν, σε ηλικία 88 ετών και άφησε μοναδική πλησιέστερη συγγενή της την ενάγουσα ανιψιά της, ήδη εφεσίβλητη, θυγατέρα της αδελφής της Ε. Λ., το γένος Α. Ι., που αποβίωσε πριν από αυτήν, όπως προκύπτει από το .../14-1-2013 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμαρχου Αθηναίων.

Η πιο πάνω θανούσα, πριν από το θάνατο της, συνέταξε δύο ιδιόγραφες διαθήκες, με χρονολογίες 12-10- 2011 και 22-10-2012, αντίστοιχα. Με την πρώτη, από 12-10-2011, ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 99/17-5-2013 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο βιβλίο διαθηκών του ίδιου δικαστηρίου, στον τόμο ...", η διαθέτις εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, εντός και εκτός της Ελλάδος, τον εναγόμενο, ήδη εκκαλούντα.

Με τη δεύτερη, από 22-10-2012, ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 100/17-5-2013 πρακτικά του ίδιου, ως άνω, δικαστηρίου και καταχωρίστηκε στα βιβλία διαθηκών του, στον τόμο "...", η διαθέτις αποκλήρωσε την ενάγουσα, διότι, όπως αναφέρει σ’ αυτήν "δι’ υποκλοπής της υπογραφής μου, έφθασε στο σημείον, να με βγάλει από λογαριασμόν που είχα εις την Τράπεζαν INg από το 1957, και μετά τον θάνατον του συζύγου μου, και να τον μεταφέρει εις ατομικόν της λογαριασμόν όλα τα χρήματα και να τον διαχειρίζεται κατό δοκούν, ώστε να με αφήσει εντελώς άνευ περιουσίας από το 2009 και εντεύθεν, επιδεικνύοντας πρωτοφανή αχαριστίαν προς εμέ που έδωσα τα πάντα και την ακίνητον περιουσίαν μου".

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Δ. Α. προέβη στη σύνταξη των, ως άνω, ιδιόγραφων διαθηκών με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, λόγω του ότι εξαπατήθηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος, με ψευδείς και υποβολιμιαίες παραστάσεις, της προκάλεσε μίσος και αποστροφή για τη πρόσωπο της (ενάγουσας). Ειδικότερα. ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος της προκάλεσε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η ενάγουσα πλαστογράφησε την υπογραφή της (διαθέτιδος) στην εντολή για τη μεταφορά μιας κατάθεσης (επενδυτικής μερίδας) από τον κοινό λογαριασμό που είχαν στην Τράπεζα ING των ..., σε ατομικό λογαριασμό της ενάγουσας στην ίδια Τράπεζα του ... (ενώ, κατά τον ισχυρισμό της, το αληθές είναι ότι οι πιο πάνω ενέργειες έγιναν κατόπιν της από 11-12-2009 έγγραφης εντολής, που έδωσαν από κοινού με την διαθέτιδα προς την τράπεζα ING των ...) και, περαιτέρω, ότι κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από το θάνατο της (ήτοι από μήνα Οκτώβριο μέχρι μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012), κατά τις συχνές του επισκέψεις στην κατοικία της διαθέτιδος στον ..., εκμεταλλευόμενος την προϊούσα έκπτωση των πνευματικών της δυνάμεων, της καλλιέργησε την λανθασμένη εντύπωση ότι η ενάγουσα αδιαφορούσε γι’ αυτήν και ότι σκόπευε να την θέσει σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση για να σφετεριστεί την περιουσία της.

Η Δ. Α., η οποία είχε γεννηθεί το 1924, ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα, με ισχυρή προσωπικότητα και με χαρακτήρα "μάλλον αυταρχικό..., απολυταρχικό θα έλεγα, άτομο επιβαλλόμενο" κατά το μάρτυρα της ενάγουσας Ν. Μ., "με έναν αυταρχισμό στη συμπεριφορά της", κατά τη μάρτυρα του εναγομένου Ε. Ν. (βλ. στα φύλλα 5 και 7, αντίστοιχα, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης).

Ήταν γιατρός αναισθησιολόγος, με μετεκπαίδευση στην Αγγλία και μιλούσε δύο ξένες γλώσσες (αγγλικά και γαλλικά), καθώς για αρκετά χρόνια είχε ασκήσει την επαγγελματική της δραστηριότητα, .μαζί με τον σύζυγο της Ι. - Ζ. Α., επίσης ιατρό, με ειδικότητα παθολόγου, στο Βελγικό Κογκό. Περί το έτος 1960 επέστρεψαν στην Ελλάδα και έγιναν συνιδιοκτήτες της ιδιωτικής κλινικής "...", την εκμετάλλευση της οποίας διατήρησαν μέχρι το έτος 1997, οπότε μεταβίβασαν την επιχείρησή τους σε τρίτους.

Από την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας απέκτησαν αξιόλογη περιουσία, σε ακίνητα και σε τραπεζικές καταθέσεις. Από το γάμο τους δεν απέκτησαν τέκνα και μοναδική πλησιέστερη συγγενής τους ήταν η ενάγουσα, που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν τέκνο της αδελφής της Δ. Α., με την οποία διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις και την περιέβαλαν με στοργή και αγάπη, την οποία έδειξαν και εμπράκτως, καθώς την συνέδραμαν οικονομικά στις σπουδές της και στην αγορά ακινήτων, ήτοι ενός διαμερίσματος στην ..., επί της οδού ...

και μιας εξοχικής κατοικίας στη Μύκονο, ενώ με το .../2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών της μεταβίβασαν κατά κυριότητα, παρακρατώντας δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας, χωρίς να λάβουν τίμημα, το διαμέρισμά τους του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 176 τ.μ, και την υπόγεια αποθήκη, επιφάνειας 4 τ.μ., που ανήκει σ’ αυτό, που βρίσκονται στην επί της οδού ...

πολυώροφη οικοδομή. Μάλιστα στο εν λόγω συμβόλαιο παραστάθηκε για λογαριασμό των "πωλητών" (Ι. Α. και Δ. Α.) ο εναγόμενος, που, από το έτος 2000, ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, ενώ η "αγοράστρια", ενάγουσα, που και αυτή είναι δικηγόρος, παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Επίσης, η Δ. Α. είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία "..." το .../28-12-2007 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής που συνδέεται με επενδύσεις, με ασφαλισμένη την ενάγουσα και δικαιούχο του ασφαλίσματος το γιο της Γ. - Φ.

Β.. Μετά το θάνατο του συζύγου της Ι. - Ζ. Α., που συνέβη το έτος 2007, η Δ. Α. μετέτρεψε, σε κοινούς με την ενάγουσα, τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε μέχρι τότε με το σύζυγό της, ήτοι έναν λογαριασμό στην Τράπεζα "...", και μια επενδυτική μερίδα - τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα "ΙNG" των ... Βελγίου, για τη μετατροπή του οποίου σε κοινό και των δύο λογαριασμό, αμφότερες (η διαθέτις και η ενάγουσα), υπέγραψαν την 310-0696517-46 σύμβαση.

Περί το μήνα Σεπτέμβριο του 2012, η Δ. Α. επιχείρησε να μεταφέρει ένα χρηματικό ποσό από τον λογαριασμό της στην τράπεζα ING ... στον λογαριασμό της στην τράπεζα ..., αλλά τούτο δεν κατέστη δυνατό. Κατόπιν αυτού, προκειμένου να ενημερωθεί για την κατάσταση του τραπεζικού της λογαριασμού - επενδυτικής μερίδας;

μετέβη στις Βρυξέλλες, χωρίς να ενημερώσει την ενάγουσα, συνοδευόμενη από τον εναγόμενο, που ήταν δικηγόρος της και, στις 19-10-2012 επισκέφτηκε την Τράπεζα ING. Κατά τη συνάντηση που είχε με τον αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο πληροφορήθηκε ότι ο σχετικός λογαριασμός και η επενδυτική μερίδα της είχαν κλείσει και μεταφερθεί στην ίδια τράπεζα στο Λουξεμβούργο, στην οποία ο υπάλληλος την παρέπεμψε προς περαιτέρω ενημέρωση.

Έτσι, στις 22-10-2012 μετέβη στην τράπεζα ΙNG του ..., όπου η αρμόδια τραπεζική υπάλληλος, με την οποία συναντήθηκε, αρχικά αρνήθηκε να την ενημερώσει για την κατάσταση του λογαριασμού, κατόπιν των επίμονων ερωτήσεών της, όμως, την πληροφόρησε, ότι η ίδια δεν ήταν δικαιούχος του λογαριασμού, καθώς αυτός, από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009, είχε μετατραπεί σε ατομικό λογαριασμό, στο όνομα της ενάγουσας, γεγονός που της προκάλεσε μεγάλη έκπληξη, καθώς το αγνοούσε.

Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η Δ. Α. ήταν ενήμερη για τις ανωτέρω ενέργειες, καθώς η ίδια είχε δώσει τη σχετική εντολή και προσκόμισε την απευθυνόμενη προς την τράπεζα ING των ... και συγκεκριμένα προς τον Κ. Χ., από 11-12-2009, επιστολή, που υπογράφεται από την ίδια και την Δ. Α., με την οποία φέρεται ότι αμφότερες ζητούν τη μεταφορά του επενδυτικού λογαριασμού στην τράπεζα ΙNG του ..., σε ατομικό λογαριασμό της ενάγουσας.

Πλην, όμως, από το γεγονός ότι η Δ. Α. έκανε τα προαναφερόμενα δύο ταξίδια στο εξωτερικό, υποβαλλόμενη σε κόπο και έξοδα, για να πληροφορηθεί εκ του σύνεγγυς τι συνέβαινε με την επενδυτική κατάθεση και τον λογαριασμό της και μάλιστα χωρίς να ενημερώσει προς τούτο τη συνδικαιούχο ενάγουσα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή αγνοούσε το περιεχόμενο της πιο πάνω εντολής και τη μετατροπή του λογαριασμού της από κοινό σε ατομικό, στο όνομα της ενάγουσας.

Άλλωστε δεν είναι λογικό ένα άτομο μορφωμένο, κοσμογυρισμένο, με γνώσεις ξένων γλωσσών, με ισχυρή προσωπικότητα και πνευματικά υγιές, όπως ήταν η διαθέτις, να έδωσε εντολή μετατροπής του κοινού λογαριασμού της σε ατομικό λογαριασμό στο όνομα της ενάγουσας και εκ των υστέρων, όταν πληροφορήθηκε την εκτέλεση της εντολής της, να προβαίνει στις παρακάτω αναφερόμενες, δικαστικές και εξώδικες, ενέργειες κατά της ενάγουσας που, μέχρι τότε, υπεραγαπούσε.

Ειδικότερα, μετά την επιστροφή της από το Λουξεμβούργο ζήτησε από την ενάγουσα, μέσω του εναγόμενου, πληρεξούσιου δικηγόρου της, να μεταφέρει όλο το ποσό της, ως άνω, επενδυτικής κατάθεσης από τον ατομικό της λογαριασμό στο Λουξεμβούργο στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν στην τράπεζα "...", εκείνη δε της απέδωσε μόνο το ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε με μετρητά στον εναγόμενο στις 5-11-2012, όπως δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα.

Ακολούθως, η διαθέτις της απέστειλε την από 14-11-2012 εξώδικη διαμαρτυρία, που της κοινοποιήθηκε στις 16-11-2012, με την οποία, αφού διαμαρτυρήθηκε για το ότι η μεταφορά της παραπάνω επενδυτικής της κατάθεσης από τον κοινό τους λογαριασμό σε ατομικό λογαριασμό της ενάγουσας έγινε χωρίς τη συναίνεσή της, την κάλεσε να μεταφέρει, εντός δύο ημερών από την κοινοποίηση, όλο το ποσό της (επενδυτικής κατάθεσης) από την τράπεζα ING του ...

στον κοινό τους λογαριασμό στην τράπεζα "...". Όταν και αυτή η ενέργειά της απέβη άκαρπη, έδωσε εντολή προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ζησιμόπουλο και κατατέθεσε εναντίον της (ενάγουσας), (α) την από 30-11-2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας, μέχρι του ποσού των 2.500.000 ευρώ, για την εξασφάλιση της απαίτησής της από την πιο πάνω επενδυτική κατάθεση.

Με την ίδια αίτηση ζήτησε και την έκδοση προσωρινής διάταξης, με την οποία να απαγορευθεί η νομική και πραγματική μεταβολή κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της (ενάγουσας), (β) την από 30-11-2012 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος της ενάγουσας ποινική δίωξη για πλαστογραφία με χρήση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και για απάτη με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του 23ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών και (γ) την από 10-12-2012 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι η ενάγουσα είχε οικειοποιηθεί δολίως την επενδυτική της κατάθεση, ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 2.034.671,85 ευρώ νομιμοτόκως.

Επίσης, στις 14-11-2012 η διαθέτις κάλεσε στην κατοικία της στον ... τη συμβολαιογράφο Ε. Ν. και της παρέδωσε σφραγισμένο φάκελο, ο οποίος, όπως της δήλωσε, περιείχε τη διαθήκη της, τελικά, όμως, εμπεριείχε αμφότερες τις επίμαχες διαθήκες, και προς τούτο η συμβολαιογράφος συνέταξε πάνω στο φάκελο, την .../14-11-2012 πράξη, που την υπέγραψαν αμφότερες.

Ακόμα, στις 30-11-2012 κάλεσε στην κατοικία της την ίδια, ως άνω, συμβολαιογράφο και υπέγραψε το .../30-11-2012 πληρεξούσιο, με το οποίο διόρισε ειδικούς της πληρεξουσίους της τον εναγόμενο και τον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Ζησιμόπουλο, στους οποίους χορήγησε, εκτός των άλλων, την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβούν για λογαριασμό της, είτε από κοινού, είτε ο καθένας χωριστά, στην πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου της στον ...

σε οποιονδήποτε τρίτο ή και προς τον εαυτό του ο καθένας με αυτοσύμβαση (άρθρο 235 ΑΚ). Στη συνέχεια, με βάση .αυτό το πληρεξούσιο, δυνάμει του .../14-12-2012 συμβολαίου της άνω συμβολαιογράφου Ευγενίας Ντούρου, ο Γεώργιος Ζησιμόπουλος, ως πληρεξούσιος της Δ. Α. πώλησε και μεταβίβασε προς τον εναγόμενο την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου της, αντί τιμήματος 150.000 ευρώ.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 2012, εξαιτίας του ότι η διαθέτις παρουσίασε ανορεξία και καταβολή σωματικών δυνάμεων, εισήχθη στο "ΕΥΓΕΝΙΔΕΙΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ" και υποβλήθηκε σε εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι έπασχε από καρκίνο στο πάγκρεας με μετάσταση στο ήπαρ, συνεπεία του οποίου, μετά από σύντομη νοσηλεία, κατέληξε στις 27-12-2012.

Οι αγωγικοί ισχυρισμοί, ότι η σύνταξη των επίμαχων ιδιόγραφων διαθηκών αποτελεί προϊόν εξαπάτησης της διαθέτιδος από τον εναγόμενο, δεν αποδείχτηκαν από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας της ενάγουσας Ν. Μ., τόσο στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του, όσο και στην ...19-4-2013 ένορκη βεβαίωση που έδωσε στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, δεν επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό της ότι ο εναγόμενος προκάλεσε στη διαθέτιδα την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η ενάγουσα πλαστογράφησε την υπογραφή της στη σχετική εντολή μεταφοράς της κατάθεσης (επενδυτικής μερίδας) από τον κοινό λογαριασμό τους στην Τράπεζα ING των ..., σε ατομικό της ενάγουσας λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα του ..., όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα.

Κάτι τέτοιο δεν αναφέρουν ούτε οι μάρτυρες Χ. Μ., Σ. Ν., Β. - Μ. Α. και Δ. Ι. στις ...19-4-2013 και .../10-10-2014 (η πρώτη μάρτυρας), στην |.../14-10-2014 (η δεύτερη μάρτυρας), στην .../13-10-2014 (ο τρίτος μάρτυρας) και στην .../10-10-2014 (ο τέταρτος μάρτυρας) ένορκες βεβαιώσεις που έδωσαν στο πλαίσιο άλλων δικών. Άλλωστε, η πρώτη, από 12-10-2011, ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία η διαθέτις εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον εναγόμενο, φέρει ημερομηνία 10-10-2011, δηλαδή χρόνο που αυτή δεν είχε πληροφορηθεί ακόμη για τη μεταφορά του επενδυτικού της λογαριασμού στο Λουξεμβούργο και τη μετατροπή του σε ατομικό λογαριασμό της ενάγουσας και που η σχέση της με την ενάγουσα ήταν ακόμα αδιατάρακτη.

Βέβαια, η ενάγουσα προσκομίζει την από 10-10-2014 ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, με την οποία η γραφολόγος Χ. Τ. θεωρεί "πιθανή τη χάραξη των δύο διαθηκών την ίδια χρονική στιγμή ή και σε πολύ κοντινή μεταξύ τους χρονική περίοδο" και εκτιμά "ότι γράφτηκαν μετά τις 23-5-2012", πλην όμως το πόρισμα της, ως άνω, γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, έτσι όπως διατυπώνεται από τη γραφολόγο, δηλαδή ως μια πιθανότητα και όχι με σιγουριά ανεπίδεκτη αμφιβολίας, δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, ο εναγόμενος πληροφορήθηκε για τη μεταφορά του λογαριασμού της διαθέτιδος στην τράπεζα του ... και τη μετατροπή του σε ατομικό λογαριασμό της ενάγουσας, τον ίδιο χρόνο που το πληροφορήθηκε και η διαθέτις, δηλαδή κατά την κοινή τους μετάβαση στις τράπεζες του εξωτερικού, οπότε δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι αυτός της υπέβαλε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η ενάγουσα είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή της στην άνω εντολή.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε η βασιμότητα ούτε του άλλου αγωγικού ισχυρισμού της, ότι οι επίμαχες ιδιόγραφες διαθήκες αποτελούν προϊόν εξαπάτησης της διαθέτιδας από τον εναγόμενο, ο οποίος κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από το θάνατο της, στις συχνές του επισκέψεις στην κατοικία της, εκμεταλλευόμενος την προϊούσα έκπτωση των πνευματικών της δυνάμεων, της καλλιέργησε την λανθασμένη εντύπωση ότι η ενάγουσα αδιαφορούσε γι’ αυτήν και ότι σκόπευε να την θέσει σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση για να σφετεριστεί την περιουσία της..

Αν η διαθέτις, που, άλλωστε, ήταν πνευματικά υγιής, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες, είχε παρασυρθεί με δόλο και τεχνηέντως από τον εναγόμενο και είχε σχηματίσει την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η ενάγουσα σκόπευε γα την θέσει σε δικαστική, συμπαράσταση, οπωσδήποτε θα το είχε αναφέρει στην δεύτερη, από 22-10-2012, ιδιόγραφη διαθήκη της, με την "οποία την αποκλήρωσε, στην οποία, όμως, όπως προεκτέθηκε, ως μόνο λόγο αποκλήρωσης αναφέρει ότι η ενάγουσα "δι’ υποκλοπής της υπογραφής μου, έφθασε στο σημείον, να με βγάλει από λογαριασμόν που είχα εις την τράπεζαν INg από το 1957, και μετά τον θάνατον του συζύγου μου, και να τον μεταφέρει εις ατομικόν της λογαριασμόν όλα τα χρήματα και να τον διαχειρίζεται κατό δοκούν, ώστε να με αφήσει εντελώς άνευ περιουσίας από το 2009 και.

εντεύθεν, επιδεικνύοντας πρωτοφανή αχαριστίαν προς εμέ που έδωσα τα πάντα και την ακίνητον περιουσίαν μου". Εξάλλου, ο χρόνος σύνταξης της πρώτης ιδιόγραφης διαθήκης (10-10-2011), είναι πολύ προγενέστερος του τριμήνου Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2012, κατά τη διάρκεια του οποίου, σύμφωνα με τον πιο πάνω ισχυρισμό της ενάγουσας, ο εναγόμενος της καλλιέργησε τεχνηέντως την εσφαλμένη πεποίθηση ότι δήθεν η ενάγουσα ήθελε να την θέσει σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Άλλωστε, ο ισχυρισμός ότι η διαθέτις παραπλανήθηκε από τον εναγόμενο δεν συνάδει ούτε με την προσωπικότητά της, όπως προπεριγράφεται, ούτε με την διανοητική της κατάσταση, η οποία ήταν άριστη. Στην πραγματικότητα η διαθέτις συνέταξε την πρώτη επίμαχη διαθήκη με ελεύθερη βούληση, εκφράζοντας αυτήν την επιθυμία της να καταστήσει μοναδικό κληρονόμο της τον εναγόμενο, τον οποίο, η ίδια και ο σύζυγος της, είχαν δικηγόρο από το έτος 2000, τον οποίο εκτιμούσε και εμπιστευόταν, ενώ την δεύτερη διαθήκη, με την οποία αποκλήρωσε την ενάγουσα, τη συνέταξε μετά την επιστροφή της από το εξωτερικό και εξέφρασε με αυτήν την πικρία της από την διαπίστωση ότι ο, κοινός με την ενάγουσα, επενδυτικός λογαριασμός της, είχε μεταφερθεί εν αγνοία της από την τράπεζα ΙNG των ...

στην ίδια τράπεζα του ... και είχε μετατραπεί σε ατομικό, λογαριασμό της ενάγουσας. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δέχτηκε ότι ο εναγόμενος, με απατηλές παραστάσεις, δημιούργησε τεχνηέντως στη διαθέτιδα την εσφαλμένη αντίληψη ότι η ενάγουσα ήθελε να την θέσει σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, στη συνέχεια, δέχτηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 15-7-2013, αγωγή της και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες ιδιόγραφες διαθήκες, έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής του, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολο της, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και ως προς τη διάταξή της για τη δικαστική δαπάνη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για ουσιαστική εκδίκαση, να δικαστεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 2 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και του κατά νομική ακολουθία συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της βούλησης της διαθέτιδος κατά το χρόνο συντάξεως των επίμαχων διαθηκών (που ανέλεγκτα γίνεται δεκτό ότι είναι ο σ’ αυτές αναγραφόμενος, καθόσον το διαφορετικό πόρισμα της επικαλούμενης γραφολογικής πραγ/νης δεν γίνεται δεκτό) και της μη υπάρξεως διαστάσεως μεταξύ της βουλήσεώς της και της εκφρασθείσας στις διαθήκες δηλώσεώς της, μη αποδειχθείσας της εις βάρος της επικληθείσας απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου.

Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση ότι η διαθέτης, η οποία υπεραγαπούσε την ενάγουσα ως μοναδική (από αδελφή) ανηψιά της και την είχε ευεργετήσει με τις επικαλούμενες κατά τη διάρκεια της ζωής της παροχές, κατά το χρόνο συντάξεως της πρώτης διαθήκης, ήτοι στις 10.10.2011 με την οποία εγκατέστησε μοναδικό της κληρονόμο τον εναγόμενο, η σχέση της με την ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι αδιατάρακτη, αλλά ούσα πνευματικά υγιής και έχουσα εξουσία διαθέσεως της περιουσίας της εγκατέστησε κληρονόμο της τον εναγόμενο εκφράζοντας την πραγματική και ανεπηρέαστη βούλησή της.

Ο χρόνος συντάξεως της διαθήκης αυτής (10.10.2011) είναι πολύ προγενέστερος του τελευταίου τριμήνου της ζωής της διαθέτιδος (απεβίωσε 27.12.2012) στο οποίο αφορούν οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί εξαπατήσεώς της και περί υποβολής σ’ αυτήν της εντυπώσεως ότι η ενάγουσα αδιαφορούσε γι’ αυτήν και ότι σκόπευε να την θέσει σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση ώστε αυτή να σφετεριστεί, πριν από τον θάνατό της την περιουσία της, ενώ και η γνώση της επίμεπτης μεταφορά του λογαριασμού, χωρίς αυτή να το γνωρίζει και με υποκλοπή της υπογραφής της είναι επίσης μεταγενέστερη του χρόνου αυτού, αναγόμενη στις 22.10.2012.

‘ Οσο αφορά τη δεύτερη από 22.10.2012 ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία η διαθέτις αποκληρώνει την ενάγουσα εν ευρεία εννοία, καθόσον δεν ήταν αναγκαία κληρονόμος της, ώστε να την αφορούν οι περί αποκληρώσεως διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 1839-1945) συντάχθηκε κατά το χρόνο που η ενάγουσα πληροφορήθηκε τα σχετικά περί μεταφοράς του επίμαχου λογ/μου χωρίς τη συναίνεσή της κατά την επίσκεψή της στην Τράπεζα ING των ..., κατά τον ίδιο χρόνο που το έμαθε και ο εναγόμενος που τη συνόδευε, οπότε η βούλησή της περί συντάξεως της διαθήκης ήταν και πάλι πραγματική και ανεπηρέαστη από τον εναγόμενο, ο οποίος δεν γνώριζε τα της επίμεμπτης μεταφοράς προγενέστερα, ώστε να παραπλανήσει τη βούλησή της υποβάλλοντάς της την ιδέα ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της, ενώ ούτε και ο περί θέσεως της σε δικαστική συμπαράσταση υποβολιμιαίος ισχυρισμός της αγωγής αποδείχθηκε.

Οι αιτιολογίες αυτές της αποφάσεως επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προπαρατεθείσας διατάξεως του 1782 παρ. 2 ΑΚ. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος και τέταρτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω η αιτίαση του τέταρτου λόγου κατά την οποία η προσβαλλομένη απόφαση παραλείπει να αναφερθεί στο γιατί μεταστράφηκε η βούληση της διαθέτιδος και συνέταξε την πρώτη ένδικη διαθήκη, ενώ είχε ήδη συντάξει δύο ιδιόγραφες διαθήκες, με τις οποίες εγκαθιστούσε κληρονόμο της την ενάγουσα, δεν ιδρύει την ερευνώμενη από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, καθόσον αντικείμενο ελέγχου της διατάξεως αυτής είναι τα όσα εκτίθενται στην απόφαση και όχι εκείνα για τα οποία δεν εκφέρεται κρίση.

Ενδεχόμενα η επικαλούμενη παράλειψη και υπό την προϋπόθεση ότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός συνιστά "πράγμα", να συγκροτεί το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Η αιτίαση του ίδιου λόγου κατά την οποία η προσβαλλομένη δεν αιτιολογεί γιατί οι ένδικες διαθήκες συντάχθηκαν κατά την αναφερόμενη σ’ αυτές ημεροχρονολογία, καθώς και γιατί συντάχθηκε η δεύτερη διαθήκη, αφού ήδη με την πρώτη μοναδικός κληρονόμος ήταν ο εναγόμενος, είναι απαράδεκτες ως αφορώσες σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Οι παραδοχές της αποφάσεως κατά τις οποίες η διαθέτις αν είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ενάγουσα σκόπευε να την θέσει σε δικαστική συμπαράσταση θα το ανέφερε στη δεύτερη διαθήκη της, όπως ανέφερε και τα περί αγνοίας της ως προς την επίμαχη μεταφορά του τραπεζικού λογαριασμού, αφορούν σε επιχείρημα του δικαστηρίου ως προς το ανεπηρέαστο της βουλήσεως της διαθέτιδος.

Επίσης οι παραδοχές της αποφάσεως ως προς τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα από το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, όπου πληροφορήθηκε τα σχετικά με την επίμαχη μεταφορά του λογαριασμού της, αφορούν σε επιχειρήματα ως προς τη στήριξη του ζητήματος της αγνοίας της εν λόγω τραπεζικής μεταφοράς.

Τα επιχειρήματα όμως αυτά, όπως και εκείνο κατά το οποίο η παραπλάνηση της διαθέτιδος "δεν συνάδει ούτε με την προσωπικότητά της, όπως περιγράφεται, ούτε με τη διανοητική της κατάσταση", δεν συνιστούν κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε στα πλαίσια της ερευνώμενης διάταξης του αρ. 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔικ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν υφίστανται στην απόφαση αντιφατικές παραδοχές ως προς την υπογραφή της τραπεζικής εντολής, που κατά το περιεχόμενο της δεύτερης διαθήκης αφορά σε υποκλοπή της.

Οι αιτιάσεις κατά τις οποίες από τις αποδείξεις προέκυπτε διαφορετικό πόρισμα ως προς το χρόνο συντάξεως των διαθηκών και ως προς την πνευματική υγεία της διαθέτιδος είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδβ ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς και λυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Επομένως δεν αποτελούν πράγματα τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ούτε τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις αποδείξεις, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8εδβ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) ότι η μεταστροφή της βούλησης της διαθέτιδος ήταν αποτέλεσμα της δόλιας και απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, β) την έκπτωση των πνευματικών ικανοτήτων της διαθέτιδος σε σημείο αδυναμίας επικοινωνίας με το περιβάλλον, κατά το χρόνο ενάσκησης των προσδιοριζομένων στην απόφαση δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών, με αποτέλεσμα να φέρεται ότι ασκούνται στο όνομα και για λογαριασμό της ενέργειες, ενόσω εκείνη αντικειμενικά δεν τις γνώριζε, η δε έκπτωση οφειλόταν όχι μόνο στο προχωρημένο της ηλικίας της (88 ετών), αλλά και στον καρκίνο, από τον οποίο έπασχε γ) ότι και οι δύο διαθήκες ήταν κατασκευασμένες καθ’ υπαγόρευση και ήταν προϊόν των απατηλών και εν γνώσει ψευδών παραστάσεων του εναγομένου προς τη διαθέτιδα, προκειμένου να προκαλέσει σ’ αυτήν μίσος και αποστροφή προς το πρόσωπο της ενάγουσας, πράγμα το οποίο προκύπτει και από το γεγονός ότι α) στην με προγενέστερη ημερομηνία από 10.10.2011 διαθήκη με την οποία η διαθέτις εγκαθιστά κληρονόμο της τον εναγόμενο δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει, γιατί η μεταστροφή των αισθημάτων της, όπως η ίδια άλλωστε αναφέρει στα δικόγραφα, που κοινοποίησε στην ενάγουσα συνέβη στις 22.10.2012 (στο Λουξεμβούργο) και β) στην μεταγενέστερη με ημερομηνία 22.10.2012 διαθήκη της, με την οποία απέκλειε από την κληρονομιά της την ενάγουσα, δεν βρισκόταν στον ..., όπως αναφέρει σ’ αυτήν, αλλά στο Βέλγιο.

Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, γιατί οι επίμαχοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά είτε συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής (αιτιάσεις α,γ) είτε αποτελούν επιχειρήματα προς στήριξη της ιστορικής αυτής αιτίας (λοιπές αιτιάσεις)περιεχόμενα στην αγωγή, οι οποίοι (ισχυρισμοί) ερευνήθηκαν, ήτοι λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν (και μάλιστα ο εξ αυτών γ β σιωπηρά).

Περαιτέρω ο ισχυρισμός περί συντάξεως των διαθηκών σε διαφορετική ημερομηνία από εκείνη που αναφέρουν στο κείμενό τους και δη στις 23-5-2012 που αναφέρει η γραφολόγος Χ. Τ. στην από 10.10.2014 ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε (σελ. 6β της προσβαλλομένης), ενώ ο ισχυρισμός κατά τον οποίο η διαθέτις είχε συντάξει δύο ιδιόγραφες διαθήκες, με ημεροχρονολογίες 14.10.1985 και 23.12.2003, που έχουν νόμιμα δημοσιευθεί, με την οποία όριζε την αναιρεσείουσα κληρονόμο της ήταν αλυσιτελής και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ’ αυτόν, αφού αίτημα της αγωγής ήταν η ακύρωση των ενδίκων διαθηκών, ώστε να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με μοναδική δικαιούχο την ενάγουσα - αναιρεσείουσα και όχι για να ισχύσουν τυχόν προγενέστερες διαθήκες, που θεωρείται ότι ανακλήθηκαν με τις ένδικες μεταγενέστερες (άρθρ. 1764 ΑΚ).

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πρώτος) ως προς όλες τις αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού τέτοιος μόνο ισχυρισμός μπορεί να είναι αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 23/2008). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το δικαστήριο αξιολόγησε το αποδεικτικό μέσο διαφορετικά από ό,τι ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔικ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξ ετέρου καμμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνη κλπ).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι η διαθέτις όταν προέβαινε στις επικαλούμενες από 29.11.2012 και επέκεινα μέχρι του θανάτου της (27.12.2012) δικαστικές και εξώδικες ενέργειες (παροχή πληρεξουσίου, άσκηση ασφαλιστικών, αγωγής και μηνύσεως, εκποίηση περιουσίας προς όφελος του εναγομένου) ήταν πνευματικά υγιής, ενώ από τα επικαλούμενα ιατρικά πιστοποιητικά που δεν λήφθηκαν υπόψη, προέκυπτε ότι αυτή (διαθέτις) τουλάχιστον κατά το προαναφερθέν διάστημα (29.11.2012 - 27.12.2012) δεν είχε αντίληψη των ενεργειών της.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και όπως έχει ήδη αναφερθεί το Εφετείο προς ενίσχυση της κρίσεώς του ότι η διαθέτις, που ήταν πνευματικά υγιής, αγνοούσε την εντολή για την επίμαχη τραπεζική μεταφορά, επικαλείται ως επιχείρημα και τη διενέργεια των αναφερομένων στον ερευνώμενο λόγο δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών.

Πλην όμως η επίκληση των ενεργειών αυτών αφορά σε επιχείρημα και όχι σε ζήτημα που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο ζήτημα είναι η ακυρότητα των διαθηκών και όχι, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα το έγκυρο ή μη των ενεργειών της διαθέτιδος για το μεταγενέστερο του χρόνου της συντάξεως των διαθηκών διάστημα.

Σε κάθε περίπτωση από τη βεβαίωση της αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, όπου γίνεται ρητή αναφορά στην ασθένεια της διαθέτιδος και την εισαγωγή της προς θεραπεία στο "Ευγενίδειο Θεραπευτήριο" (φύλλο 6α) δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι τα επικαλούμενα ιατρικά πιστοποιητικά λήφθηκαν υπόψη, ενώ η αιτίαση κατά την οποία από την εκτίμηση των πιστοποιητικών αυτών προέκυπτε ότι η διαθέτις κατά το τελευταίο τρίμηνο της ζωής της, σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν ήταν πνευματικά υγιής, είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την περί τα πράγματα, ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ). Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.1.2016 αίτηση της Μ. συζ. Ι. Β. το γένος Χ. Λ. κατά του Β. Μ. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4440/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ