Supreme Court dismisses appeal where lower court relied on admissible evidence despite alleged lack of proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a recreational housing cooperative against the Athens Court of Appeal's decision. The cooperative argued the appellate court erred by accepting claims regarding the timing of construction work without sufficient evidence. The court ruled that the appellate court had properly relied on witness testimonies, expert reports, and documents submitted by the parties, rendering the alleged lack of proof argument invalid.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 para. b KPolD; Art. 559 no. 10 para. a KPolD: An appeal based on the failure to consider relevant facts or the acceptance of unproven claims is inadmissible if the lower court's decision was substantiated by the totality of admissible evidence, including witness testimony and expert reports.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 682 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 682/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Οπλιτών και Πολιτικών Υπαλλήλων Χωροφυλακής Σ.Π.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Τσούμα και Μιλτιάδη Κλωνάρη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ψ PROJECTA O.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INTERTERRA Α.Ε" , που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σιβίλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 30-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και β) από 18-5-1999 ομοία των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2001 προδικαστική, 4730/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5275/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α. Π 2/1989). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 11/1996, 12/1991). Κατά συνέπεια ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ.
β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας του σχετικού λόγου αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο ο τελευταίος είχε προτείνει με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψεν εκ του πράγματος με το να δεχθεί ως ορισμένη και βάσιμη την αγωγή, παραπέμποντας στις αιτιολογίες της προδικαστικής αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε προσβληθεί μαζί με την οριστική απόφαση που επικυρώθηκε.
II). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση του έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως από δικονομική άποψη, με την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της αγωγής, ο ενάγων για την καταβολή της αμοιβής εργολάβος οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου.
Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της συμβάσεως κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού. Κατά το σύστημα καθορισμού της αμοιβής απολογιστικώς η αμοιβή του εργολάβου υπολογίζεται σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 18.5.1999 αγωγής, των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί καταβολής σ' αυτούς της εκ δρχ 446.556.021 εργολαβικής αμοιβής, σ' αυτή σαφώς περιγράφεται το συμφωνηθέν και παραδοθέν προσηκόντως έργο διανοίξεως κυρίων και δευτερευουσών οδών και λοιπών χωματουργικών εργασιών σε οικοπεδική έκταση του αναιρεσείοντος, ως και η συμφωνηθείσα αμοιβή κατά κυβικό μέτρο χωριστά για τις βραχώδεις ή γαιωημιβραχώδεις εκτάσεις, τα επιχώματα, ισοπεδώσεις, κ.λ.π, ή και επί τη βάσει χαρτών του εναγομένου για τα αποψιλούμενα - διαμορφούμενα οικόπεδα.
Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό πληρεί τους όρους των άρθρων 681, 694 του Α.Κ. και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την άσκηση της κατά του εναγομένου, την ακριβή περιγραφή του συμφωνηθέντος και εκτελεσθέντος έργου, ως και την συμφωνηθείσα αμοιβή και δεν είναι άκυρο, ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως ο αναιρεσείων εσφαλμένως ισχυρίζεται, κατ' αριθμό και είδος οι διανοιχθέντες δρόμοι, ώστε να είναι δυνατή η αποτίμηση της δαπάνης για κάθε ένα δρόμο με βάση όχι το μήκος ή τη γειτονιά εκάστου, αλλά την επιφάνεια και τον όγκο κατά κυβικά μέτρα και εκσκαφών, αφού τα επικαλούμενα αυτά στοιχεία αναφερόμενα σε μορφολογικώς διάφορο της συμβάσεως έργο αποτελούν άρνηση της αγωγής εκ μέρους του εναγομένου. Άρα το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής άκυρο, λόγω αοριστίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
III). Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατάτρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικότης προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 17.1.1980 ιδιωτικό συμφωνητικό, το ενάγον - εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοπεδικός Συνεταιρισμός Οπλιτών και Υπαλλήλων Χωροφυλακής Σ.Π.Ε.", ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη - ενάγουσα την έναντι αμοιβής αποτύπωση, χαρτογράφηση, ρυμοτόμηση και εφαρμογή αυτής σε οικοπεδική έκταση ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην περιοχή της Κοινότητας Αετού του Δήμου ..., έκτασης 3.000 περίπου στρεμμάτων.
Ακολούθως, δυνάμει των από 17/4/1989 και 12.6.1989 ιδιωτικών συμφωνητικών ο ως άνω οικοδομικός συνεταιρισμός ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη - ενάγουσα την εκπόνηση της πολεοδομικής μελέτης καθώς και την προμελέτη οδοποιίας αντίστοιχα για την ίδια οικοπεδική έκταση, ενώ αμέσως μετά με το από 27/12/1989 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε σ' αυτήν την εκπόνηση και κατάθεση στη Νομαρχία Χαλκίδος της μελέτης εφαρμογής.
Τέλος με το από 25/6/1992 νεώτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε και με τις δύο πλέον εναγόμενες - ενάγουσες εταιρίες, ο οικοδομικός συνεταιρισμός ανέθεσε στις τελευταίες την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών σε συνολικό μήκος 36 χιλιομέτρων επί της ανωτέρω οικοπεδικής εκτάσεως. Στους όρους του συμφωνητικού αυτού περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων τα εξής;
α) Ο εργοδότης (συνεταιρισμός) δύναται δια του υπ' αυτού ορισθησομένου επιβλέποντος μηχανικού και προ της διανοίξεως κάθε δρόμου να λαμβάνει στοιχεία μηκοτομής και διατομών του άξονος με κατάλληλο συνεργείο επιλογής και δαπάνες του, για να συγκρίνονται με τα στοιχεία επιμετρήσεως του αναδόχου (τεχνικές εταιρίες).
Απαραιτήτως προ πάσης ενάρξεως διανοίξεως δρόμου πρέπει να γνωστοποιείται από τον ανάδοχο στον επιβλέποντα μηχανικό ποιος δρόμος πρόκειται να διανοίγει (άρθρο 4), β) οι επιμετρήσεις του αναδόχου για τους κύβους των χωματισμών και τους χαρακτηρισμούς του εδάφους σε γαιώδες, ημιβραχώδες και βραχώδες θα ελέγχονται από επιτροπή αποτελούμενη από δύο μέλη του Δ.Σ του Συν/σμού και τον επιβλέποντα μηχανικό με τη συνδρομή και συνεργείου του αναδόχου.
Η επιτροπή θα συντάσσει πρακτικό, το οποίο θα συνυπογράφουν ο επιβλέπων, τα μέλη του ΔΣ και μηχανικός, εκπρόσωπος του αναδόχου. Ακολούθως προσμετρήσεις, επιμετρήσεις και πρακτικό θα υποβάλλονται στο Συνεταιρισμό και η πληρωμή θα γίνεται εντός οκτώ (8) ημερών. Κατά το διάστημα αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να κάνει επαλήθευση επί τόπου με τον τεχνικό σύμβουλο και επιτροπή από τους Πρόεδρο του ΔΣ και επιβλέποντα μηχανικό και την συνδρομή των μελών της πρώτης επιτροπής, οσάκις κρίνει τούτο απαραίτητο.
Σε περίπτωση ουσιώδους συμφωνίας γίνεται νέα επιμέτρηση από τη νέα διερευρημένη επιτροπή και εκπρόσωπο του αναδόχου, μετά δε αποφάσεως του ΔΣ γίνεται πληρωμή (άρθρο 5) , γ) το κόστος αποκαταστάσεως των σημείων που τυχόν θα καταστραφούν λόγω της αποψιλώσεως των οικοδομικών τετραγώνων βαρύνει τον εργοδότη.
Ο εργοδότης όμως θα αποδείξει πόσα, ποία και σε τι βαθμό οικοδομικά τετράγωνα θα υποστούν αποψίλωση - διαμόρφωση. Για το λόγο αυτό πρέπει ο ανάδοχος να υποβάλει χάρτη με τα οικοδομικά τετράγωνα που κρίνει ότι πρέπει να αποψιλωθούν, σε τι βαθμό και με ποιο κόστος, στο οποίο να συμπεριληφθεί και η αποκατάσταση των σημείων επί του εδάφους, να εγκρίνει πρώτα ο εργοδότης και μετά να γίνει η αποψίλωση διαμόρφωση (άρθρο 6), δ) στο χρονοδιάγραμμα που θα υποβάλει ο ανάδοχος στον εργοδότη εντός δεκαπέντε (15) ημερών από της υπογραφής του παρόντος ο ανάδοχος αναλαμβάνει από τώρα την υποχρέωση ότι:
α) ....β) η διάνοιξη των δρόμων θα πραγματοποιηθεί μέχρι την 31/12/1993, γ) η οροσήμανση των οικοδομικών τετραγώνων και οικοπέδων θα ολοκληρωθεί μέχρι την 31/8/1994 (άρθρο 7), ε) για κάθε μήνα καθυστέρησης παραδόσεως του έργου πέραν της 31/12/1993 ο ανάδοχος δέχεται να του επιβάλλεται ποινική ρήτρα σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 609/85 άρθρο 36 (άρθρο 9), στ) ο εργοδότης δύναται να αναθέσει στον ανάδοχο και με τους αυτούς ως περιγράφησαν όρους και πρόσθετες χωματουργικές εργασίες, ως πεζόδρομους και με την προαναφερθείσα έκπτωση (άρθρο 11), ζ) πιστοποιήσεις θα γίνονται από την επιτροπή του άρθρου 5 του παρόντος και με τους όρους αυτού κάθε 15 ημέρες και πάντως σε δρόμο όχι μικρότερο των 1500 μέτρων κάθε φορά (άρθρο 13), η) η παρούσα σύμβαση λύεται χωρίς καμμία υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή αποζημιώσεως ή ποινικής ρήτρας οιασδήποτε μορφής όταν αδυνατεί να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις για το υπόλοιπο του έργου (άρθρο 15).
Τότε γίνεται λογαριασμός και εξοφλείται ο ανάδοχος για όσες εργασίες έχει εκτελέσει και αποσύρει μηχανήματα και εργοτάξιο άνευ ουδεμίας άλλης αποζημιώσεως και β) Το ΔΣ του Συνεταιρισμού μετους τεχνικό σύμβουλο και επιβλέποντα μηχανικό βεβαιώνουν δικαιολογημένα, εις οιανδήποτε φάση εκτελέσεως του έργου, σοβαρές παρεκκλίσεις, καθυστερήσεις, παραβιάσεις συμφωνηθέντων δια του παρόντος (άρθρο 16).
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών μήκους 36 χιλιομέτρων ξεκίνησε να εκτελείται κανονικά και σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα δια των ως άνω συμβάσεων. Όμως κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών χρειάστηκε να γίνουν κάποιες αλλαγές και παρεκκλίσεις από την αρχική μελέτη προκειμένου να επιτευχθεί εξοικονόμιση χρόνου, χρήματος και τεχνικών μέσων.
Ειδικότερα προέκυψε ανάγκη αλλαγής της "ερυθράς" σε αρκετούς δρόμους για περιορισμό του όγκου των χωματουργικών εργασιών (βλ. το από
1/9/1992 έγγραφο των εναγομένων-εναγουσών εταιρειών), όπου ερυθρά είναι η μελέτη της οδοποιίας όπου αναφέρονται μέσα τα χαρακτηριστικά των οδών που πρόκειται να διανοιχθούν (μήκος, πλάτος, βάθος κλπ.). Είναι το άνω μέρος του οδοστρώματος με όλα τα χαρακτηριστικά του, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος των εταιρειών, η οποία ήταν υπεύθυνη μηχανικός των χωματουργικών εργασιών.
Επίσης, οι εναγόμενες -ενάγουσες με το από 9/9/1992 έγγραφο τους, πρότειναν στον Συνεταιρισμό, πέρα από την αλλαγή της ερυθράς κατά τα εξής: α) όλοι οι κόμβοι των δρόμων να διαμορφωθούν στα βάθη διανοίξεως, το οποίο όμως δεν προβλεπόταν στην αρχική μελέτη και β) αρκετοί δρόμοι και όπου το "επιτρέπει η μορφολογία του εδάφους, να διανοιχθούν σε μεγαλύτερο πλάτος από το προβλεπόμενο στην αρχική μελέτη (8μ).
Με αυτόν τον τρόπο, δρόμοι με πολύ μεγάλη κλίση που έπρεπε να ακολουθήσουν μία συγκεκριμένη διαδρομή, όπως η Δ01 (δευτερεύουσα οδός), κρίθηκε ασύμφορη η διάνοιξη τους (βλ. το υπ' αριθμ. 209Α/6.1.1994 έγγραφο του Συνεταιρισμού), ενώ δόθηκε εντολή στις ενάγουσες - εναγόμενες να διανοιχθούν πεζόδρομοι παρακείμενοι για να υπάρχει προσπέλαση στα οικόπεδα.
Επίσης αποφασίστηκε, δρόμοι δευτερεύοντες ή πρωτεύοντες που είχαν πλάτος 6 μέτρα να γίνουν και μέτρα, όπου ήταν δυνατόν, χωρίς να πειραχθούν οικοδομικά τετράγωνα, για πιο άνετη κυκλοφορία των οχημάτων και καλύτερη ορατότητα στις διάφορες διασταυρώσεις. Σε άλλα, δε, σημεία προτάθηκε να ανέβει η "ερυθρά" προκειμένου να υπάρξει λιγότερη εκσκαφή και επομένως, εξοικονόμηση χρημάτων από τον εργοδότη Συνεταιρισμό.
Ο τελευταίος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 255/29.12.1992 απαντητική επιστολή του έκανε δεκτές τις προτάσεις αυτές, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σ' αυτήν, αυτό θα συνέβαλε στην εξοικονόμηση χρήματος και χρόνου και στην ελαχιστοποίηση της επέμβασης στο περιβάλλον. Καθόλη δε τη διάρκεια των χωματουργικών εργασιών η συνεργασία των αντιδίκων μερών υπήρξε καλή και αρμονική, όπως προκύπτει και από τις επιστολές που αντάλλασαν μεταξύ τους (βλ.
την από 14/12/1992 βεβαίωση του Συνεταιρισμού, όπου αναφέρεται ότι η συνεργασία, του Συνεταιρισμού με τις εταιρείες είναι συνεχής, ομαλή, απρόσκοπτη και παραγωγική), ενώ ο Συνεταιρισμός ενημερωνόταν συνεχώς για την πορεία των εργασιών, το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν οι εργασίες και τις τυχόν αλλαγές σε σχέση με την αρχική μελέτη (βλ.
το με αριθμό 209/6.1.1994 έγγραφο του Συνεταιρισμού), καθώς μάλιστα, όπως ομολογεί και ο Συνεταιρισμός στις διάφορες επιστολές που είχε στείλει προς τις εναγόμενες, η παρουσία μελών του στο χώρο των εργασιών ήταν συνεχής και οι όποιες αποφάσεις χρειάζονταν να ληφθούν για την πορεία και το είδος των εργασιών λαμβάνονταν είτε προφορικά, από τα παρευρισκόμενα στο εργοτάξιο μέλη, είτε κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου.
Την πορεία δε των ανωτέρω εργασιών παρακολουθούσε με συνεχείς επισκέψεις και ο επιβλέπων μηχανικός του έργου, από την πλευρά του Συνεταιρισμού, ..., όπως προκύπτει και από τις από 10/5/1993 και 9/8/1993 επιστολές του προς τον Συνεταιρισμό, όπου ενημερώνει αυτόν για την πορεία των εργασιών. Στη συνέχεια, πριν από την ολοκλήρωση των εργασιών που είχαν ανατεθεί στις εναγόμενες με το από 25/6/1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, και αφορούσαν δρόμους 36 χιλιομέτρων, ο Συνεταιρισμός αποφάσισε, προφορικά αρχικά και στη συνέχεια με ομόφωνη απόφαση του ΔΣ αυτού, τη διάνοιξη των δευτερευόντων οδών του οικισμού (μήκους 18 χιλιομέτρων) και την αποψίλωση των οικοδομικών τετραγώνων (βλ.
το από 6.1.1994 έγγραφο του Συνεταιρισμού) καθώς και τη διάνοιξη των πεζοδρόμων (βλ. το από 23/9/1993 έγγραφο αυτού). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι υπήρξε μία καθυστέρηση στην τελική παράδοση του έργου (βλ. το σχετικό από 1.11.1993 έγγραφο
των εναγομένων) η οποία οφειλόταν στους εξής λόγους: α) εσφαλμένη εκτίμηση των βραχωδών ορυγμάτων, β) παράλληλη ανάληψη από τις εναγόμενες εργολήπτριες και της εργολαβίας για τη διάνοιξη των πεζοδρόμων και την αποψίλωση των οικοδομικών τετραγώνων, γ) μη ομαλές καιρικές συνθήκες, αλλά και σε διακοπή των εργασιών, λόγω οικονομικών προβλημάτων του Συνεταιρισμού (βλ.
το από 13/8/1996 έγγραφο των εναγομένων, όπου διαμαρτύρονται στο Συνεταιρισμό για την "άπρακτη παρουσία τους" πάνω από ένα έτος στον χώρο του εργοταξίου). Η διάρκεια δε της καθυστέρησης στην παράδοση του έργου δεν προσδιορίστηκε ακριβώς καθώς μάλιστα δεν υπήρχε πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε υπαιτιότητα των εναγομένων, Ο Συνεταιρισμός μάλιστα, ουδέποτε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής διαμαρτυρήθηκε για την μη έγκαιρη παράδοση του επίδικου έργου, Αντίθετα, ανέθεσε στις εναγόμενες και νέα στάδια εργασιών, προτού καν παραλάβει τα προηγούμενα, συντασσόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο με την πορεία των εργασιών (βλ.
το υπ' αριθμ. ...έγγραφο περί της σύνταξης της τελικής ερυθράς οδοποιίας, το υπ' αριθμ. ... έγγραφο περί της μελέτης τεχνικών έργων ύδρευσης και αποχέτευσης στο συλλεκτήριο δρόμο του κτήματος και το υπ' αριθμ. 96/30.5.1995 έγγραφο). Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος Συνεταιρισμού, "ότι οι εναγόμενες παρέδωσαν 23 οδούς, όπως αυτές περιγράφονται στην ένδικη αγωγή του και τις οποίες χαρακτηρίζει άχρηστες και επιζήμιες, αφού δεν προβλέπονταν στην αρχική μελέτη, καθώς και τα σημεία που επισημαίνονται από το τμήμα πολεοδομικών σχεδίων και κανόνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευβοίας (υπ' αριθμ.
πρωτοκόλλου ... έγγραφο αυτού) που χρήζουν διόρθωσης και επανελέγχου, αποδείχθηκε ότι αυτές έγιναν μετά από κοινή απόφαση των διαδίκων και υπό τις συνεχείς αυτοψίες που διενεργούσαν τα μέλη του Συνεταιρισμού, όπως καταθέτει και η μάρτυρας των εναγομένων εναγουσών εταιρειών. Σε κάθε δε περίπτωση ο Συνεταιρισμός μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση, αν βεβαιωνόταν από το Διοικητικό Συμβούλιο, τον τεχνικό σύμβουλο και τον επιβλέποντα μηχανικό αυτού, σοβαρές παρεκκλίσεις, καθυστερήσεις ή παραβιάσεις των συμφωνηθέντων, σύμφωνα με το άρθρο 15 περ.
β του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού. Αντιθέτως, η συνεργασία του ενάγοντος Συνεταιρισμού με τις εταιρείες συνεχίστηκε και μετά το έτος 1995, χρονικό σημείο που ο Συνεταιρισμός ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση των παρεκκλίσεων και παραβάσεων των συμφωνηθέντων από την πλευρά των εταιρειών, με την ανάθεση και νέων τεχνικών έργων, όπως μελέτη τεχνικών έργων ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και σύνταξη μελέτης ερυθράς οδοποιίας.
Η κατάθεση του μάρτυρα του Συνεταιρισμού ο οποίος είναι πατέρας του ..., επιβλέποντος μηχανικού μετά το έτος 1999 στα έργα του (Συνεταιρισμού), στηρίζεται στα όσα έμαθε για το έργο από τον υιό του και όσα πληροφορήθηκε από τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Η κατάθεση του αυτή κυρίως εστιάζεται στην μη ύπαρξη πιστοποιήσεων εκ μέρους των εναγουσών-εναγομένων εταιρειών για την εξέλιξη κάθε φάσης του έργου, καθώς και στην μη ύπαρξη επιμετρήσεων από αυτές.
Όμως επιμετρήσεις έπρεπε να γίνονται εκατέρωθεν, σύμφωνα με το από 25/6/1992 ιδιωτικό συμφωνητικό (βλ. άρθρο 4 αυτού). Στην πράξη όμως κανένα από τα συμβαλλόμενα διάδικα μέρη δεν προέβη στη σύνταξη επιμετρήσεων, αλλά συνέχιζαν την συνεργασία τους βασιζόμενοι στην καλή πίστη. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του μάρτυρα αυτού, ότι πρώτα έπρεπε να εγκρίνονται οι σχετικές αλλαγές στη μελέτη και μετά να εφαρμόζονται στην πράξη, αναιρείται τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος των ως άνω εταιρειών, που καταθέτει ότι για ιδιωτικό έργο δεν απαιτείται προέγκριση των τυχόν αλλαγών της μελέτης, όσο και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, όπως το υπ' αριθμ. 96/30.5.1995 του Συνεταιρισμού και τα από 11/7/1995 και 28/12/1995 έγγραφα των εταιρειών, από τα οποία προκύπτει ότι ο Συνεταιρισμός είχε ενημερωθεί και αποδεχθεί ότι απαιτείται να προηγηθεί η κατασκευή της εφαρμογήςτης Πολεοδομικής Μελέτης στο έδαφος και η τροποποίηση της με την αποτύπωση όλων των αλλαγών που είχαν γίνει και μετά να υποβληθεί αυτή προς έγκριση.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες εταιρείες μέχρι τη διακοπή της συνεργασίας τους με το Συνεταιρισμό και την έναρξη των μεταξύ αυτών δικαστικών αγώνων με την άσκηση των ενδίκων αντιθέτων αγωγών τους είχαν εκτελέσει τα παρακάτω έργα, όπως αυτά αποτυπώνονται στον συγκριτικό πίνακα με ημερομηνία 15-2-1996 που είχε συντάξει ο τεχνικός σύμβουλος του Συνεταιρισμού..., κατά ένα μέρος συνομολόγησαν οι ενάγουσες με το 18-5-1996, έγγραφο τους και συνομολογεί και ο Συνεταιρισμός με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του:
Α) Διάνοιξη 46.280,42 χιλιομέτρων χωματουργικών εργασιών, που αντιστοιχούν σε: 6.889,23χλμ στη γειτονιά Α, 3.831,37 χλμ στη γειτονιά Β, 5.061,80 χλμ στη γειτονιά Γ, 2.743,30 χλμ στη γειτονία Δ, 4.884,82 χλμ στη γειτονιά Ε, 5.576,40 χλμ στη γειτονιά Ζ, 6.281,30 χλμ στη γειτονιά Η, 3.807,80 χλμ στη γειτονιά Θ, 4.386,70 χλμ στη γειτονιά Ι και 2.826,20 χλμ στη γειτονιά Κ.
Οι τιμές μονάδας, σύμφωνα με τις αρχικές τιμές του προϋπολογισμού του έργου μειωμένες κατά ποσοστό έκπτωσης 33% ήταν για γαιωημιβραχώδη 411,35 δρχ/ κ.μ, για τα βραχώδη 1149, 84 δρχ./κ.μ, για τα επιχώματα 210,67 δρχ/κ.μ και για ισοπέδωση 25,36 δρχ/κ.μ. Σύμφωνα, δε, με την υπ' αριθμ. ... τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ..., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 41/2001 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου , προκειμένου να αποφανθεί για το είδος των χωματουργικών εργασιών, τις οποίες εκτέλεσαν οι ενάγουσες εταιρείας, λόγω της διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ των διαδίκων ως προς τη φύση των χωματουργικών εργασιών, αυτές ανέρχονται α) για τα βραχώδη εδάφη (σκληρά βραχώδη πετρώματα) σε ποσοστό 54% και β) για τα γαιωημιβραχώδη εδάφη (ημίσκληρα βραχώδη πετρώματα και αποσαθρωμένα μαλακά πετρώματα) σε ποσοστό 46%.
Συνεπώς, οι ενάγουσες για τη διάνοιξη των οδών εκτέλεσαν και παρέδωσαν εργασία που αναλύεται ως εξής: α) για βραχώδη τμήματα 592.333κ.μ (ο όγκος των χωμάτων) Χ 54% Χ 1.149,84 δρχ/κ.μ = 367.787.61 4,28 δρχ, β) για γαιωημιβραχώδη τμήματα, 592.333κ.μ Χ 46%·)Χ 411,35 δρχ/κ.μ = 112.081.842.593 δρχ./κ.μ γ) για 345.000 κ.μ Χ 210,67 δρχ/κμ = 72.681.150 δρχ δ) ισοπέδωση με οδοστρωτήρα 369.368 κ.μ Χ 25,36 δρχ/κμ =9.367,172 δρχ και συνολικά 561.917.780,021 δρχ.
Χ 18% εργολαβικό όφελος = 101.145.200,403 δρχ και συνολικά ( 561.917.780,021 +101.145.200,403)=663.062.980,465 δρχ Χ 21,122% αναπροσαρμογή (μέσος όρος των 13 τριμήνων της εργολαβίας από Γ 1992 έως Γ 1995) = 140.038.901,465 δρχ. και συνολικά (663.062.980,465δρχ. + 140.038.901,465 δρχ) = 803.101.881,889 δρχ. β) αντιπλημμυρικό Α αξίας 6.690.138 δρχ, Γ) την αποψίλωση Α' Γειτονιάς αξίας 22.094.029 δρχ., Δ) την αποψίλωση της Β Γειτονιάς αξίας 20.563.694 δρχ.
και Ε) για την αρχική διάνοιξη οδών 2.643.372 δρχ. Συνολικά δε οι εργασίες που εκτέλεσαν και παρέδωσαν οι εναγόμενες ανέρχονται στο ποσό των 855.093.114,8 δρχ. (803.101.881,889 + 6.690.138 + 22.094.029 + 20.563.694 + 2.643.372) πλέον ΦΠΑ από 18% = 153.916.760,7 δρχ. και συνολικά 1.009.009.876 δρχ. (855.093.114,8 + 153.916.760,7). Το οφειλόμενο δε ποσό, μετά την αφαίρεση από το ως άνω ποσό των 895.000.000 δραχμών που οι ενάγουσες συνομολογούν με την ένδικη αγωγή τους ότι έχουν λάβει από τον Συνεταιρισμό, ανέχεται στο ποσό των 114.009.875,6 δρχ., (1.009.009.876 - 895.000.000).
Στη συνέχεια οι ενάγουσες στο από 25/12/1996 έγγραφο τους, σχετικά με τον λογαριασμό εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, αναγνωρίζουν ότι έχουν εισπράξει από τον εναγόμενο Συνεταιρισμό το ποσό των 21.003.283 δραχμών, πλέον του εις αυτές οφειλομένου ποσού, το οποίο και πρέπει να συμψηφισθεί με την ανωτέρω οφειλή του προς αυτές, αφού γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η παραδεκτώς προβαλλόμενη από το εναγόμενο και νόμιμη τυγχάνουσα (άρθρο 440 ΑΚ) ένσταση περί συμψηφισμού του εν λόγω ποσού με τις αγωγικές αξιώσεις των εναγουσών εταιρειών.
Οι ενάγουσες όχλησαν τον Συνεταιρισμό για το οφειλόμενο σ' αυτές ποσό με την από 12-11-1996 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στον τελευταίο στις ..., όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική σφραγίδα του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Για την εξασφάλιση δε της απαίτησής τους ενέγραψαν προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 500.000.000 δραχμών επί του ακινήτου του Συνεταιρισμού.
Σύμφωνα λοιπόν με όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω η από 30/9/1998 αγωγή του ενάγοντος Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Οπλιτών και Πολιτών Υπαλλήλων Χωροφυλακής ΣΠΕ" τυγχάνει απορριπτέα, αφού κρίνεται δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση των εναγομένων περί εγκρίσεως του έργου από αυτόν (άρθρο 692 του Α.Κ. ).
Αντιθέτως η από18/5/1999 αγωγή των εναγουσών εταιρειών τυγχάνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, όπως δεκτή τυγχάνει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και η ένσταση συμψηφισμού του εναγομένου". Επί τη βάσει αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη και έτσι επικύρωσε την εκκαλουμένη, η οποία κατ' αποδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλλει συμμέτρως στις αναιρεσείουσες το ποσό των 272.946,71 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 12/11/1996.
Το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της από 18.5.1999 αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη τις από 30.9.1998 αγωγής του αναιρεσείοντος, κατ' αποδοχή των ως άνω ισχυρισμών και ενστάσεων των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681 επ., ως και των άρθρων 688, 689, 692, 694, 404 επ.
Α..Κ., τόσο σχετικά με το ζήτημα της εκτελέσεως και παραδόσεως του προσηκόντως προσφερθέντος έργου το αργότερο μέχρι της 15.2.1996, οπότε συντάχθηκε ο συγκριτικός πίνακας του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος ..., κατά τους όρους της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης συμβάσεως, όσο και ως προς το ζήτημα του εμπροθέσμου ή μη παραδόσεως του έργου και συνακόλουθα ως προς το ζήτημα της υπέρ της αναιρεσείουσας καταπτώσεως ή μη της συμφωνηθείσας, κατά τα ανωτέρω, ποινικής ρήτρας.
Κατ' ακολουθίαν ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της καθυστερήσεως ή μη της τελικής παραδόσεως του έργου λόγω καιρικών συνθηκών, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει το ανυπαίτιο της μη εμπρόθεσμης παραδόσεως του έργου από τις αναιρεσίβλητες, λόγω των "μη ομαλών καιρικών συνθηκών", χωρίς να πλήττονται οι επί του ιδίου ζητήματος υπόλοιπες επάλληλες αιτιολογίας της αποφάσεως, οι οποίες στηρίζουν, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εξάλλου ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως με την προσβαλλομένη απόφαση του τη διάταξη του άρθρου 691 του Α.Κ. και έτσι απέρριψε, κατ' αποδοχή σχετικής ενστάσεως, την αγωγή του αναιρεσείοντος, είναι επίσης απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εφήρμοσε την ως άνω διάταξη, με την οποία αποκλείεται η ευθύνη του εργολάβου για πραγματικά ελαττώματα και τη στέρηση των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων αν υπαίτιος για τις ελλείψεις είναι ο εργοδότης, ενώ, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων άρθρων 681 επ, 361 και 692 του Α.Κ., δεχόμενο, όπως προαναφέρεται, ότι η διάνοιξη των 23 δρόμων, που αναφέρονται στον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, έγινε μετά από κοινή απόφαση των διαδίκων και μετά από συνεχείς αυτοψίες που διενεργούσαν τα μέλη του αναιρεσείοντος, ο οποίος στη συνέχεια και ενέκρινε το παραδοθέν έργο.
IV). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Όμως αν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως σε ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται μόνον η τελευταία αιτιολογία (Α.Π 2106/2007, Α.Π 276/1993). Στην προκείμενη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να αιτιολογήσει την ως άνω κρίση του, σχετικά με το με το ύψος των χωματουργικών εργασιών που είχαν πραγματοποιήσει οι αναιρεσίβλητες, αναφέρει ότι ο αναιρεσείων συνομολογεί το σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών. Η στήριξη, όμως, αυτή του Εφετείου σε ομολογία έχει χαρακτήρα επάλληλο και ματαίως πλήττεται με τον δεύτερο, από τον αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγο της αναίρεσης, ότι, δηλαδή, το Εφετείο στηρίχθηκε σε ανύπαρκτη αιτιολογία, αφού όλες οι ανέλεγκτες αιτιολογίες του Εφετείου, μεταξύ των οποίων και εκείνη σχετικά με το ύψος των χωματουργικών εργασιών που είχαν εκτελέσει οι αναιρεσίβλητες, στηρίχθηκαν αποδεικτικά αυτοτελώς σε όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δηλ. τις μαρτυρικές καταθέσεις, τον από 15.2.1996 πίνακα του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος, ως και την 41/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ..., καθώς και στα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
V). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμους τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων ως προς το εμπρόθεσμο του παραδοθέντος έργου, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.1.2009 αίτηση του Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Οπλιτών και Πολιτικών Υπαλλήλων Χωροφυλακής Σ.Π.Ε.", για αναίρεση της 5275/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ