Legislator Case Law & Legislation
682/2007 AI generated

Supreme Court allows OTE's appeal, orders restitution of executed sums, and dismisses workers' original lawsuit.

Case Number 682/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed OTE's appeal against a collective labor agreement decision and dismissed the workers' original lawsuit. The court found that OTE had voluntarily executed a final judgment awarding the workers money and legal costs. Consequently, the court ordered the workers to repay the executed amounts plus interest to restore the situation prior to that execution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 579(2) of the Code of Civil Procedure; When a party executes a judgment in a labor dispute while an appeal is pending, the appellate court must order restitution of the executed sums to restore the pre-execution status quo.

Keywords

AI generated
labor dispute execution restitution of sums appeal pending execution collective bargaining agreement status quo restoration voluntary execution legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 663 et seq. of the Code of Civil Procedure
Law 1876/1990

Cited Case Law

AI generated
AP 220/1992
AP 1451/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 682 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 682/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) .... , 2) .... και 3) ... . Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 30-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ΄ αριθ. ..., .... και .... της 6-2-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ......, ακριβές φωτοαντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα κα εμπρόθεσμα επιδόθηκε σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.-

2.- Επειδή, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 ("ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις"), συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μπορούν να τροποποιηθούν με υπέρτερη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (διαδοχική Σ.Σ.Ε.). Διαδοχή Σ.Σ.Ε. υπάρχει όταν νεότερη χρονικά Σ.Σ.Ε.

αντικαθιστά προγενέστερη του ίδιου είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή Σ.Σ.Ε. η νεότερη Σ.Σ.Ε. μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ, όσο και εις βάρος των εργαζομένων. Δηλαδή κατά τη διαδοχή Σ.Σ.Ε. δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων).

Κατά συνέπεια, νεότερη Σ.Σ.Ε. καταργεί την προηγούμενη του ίδιου είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Εκτός αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της Σ.Σ.Ε., οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 520/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 αριθ. 5 του ως άνω ν. 1876/1990, η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα, που αφορούν την ερμηνεία των κανονιστικών όρων της συλλογικής συμβάσεως εργασίας. Ως ερμηνεία νοείται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αυθεντική, η οποία έτσι ανατρέχει στο χρόνο ενάρξεως της ισχύος της Σ.Σ.Ε., ενώ ως κανονιστικοί όροι που μπορούν να ερμηνευτούν νοούνται, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, εκείνοι που είναι ασαφείς και λόγω της ασάφειάς τους προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες για την αληθινή έννοιά τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ : Οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου τα έτη 1965, 1967 και 1961, αντίστοιχα, και απασχολήθηκαν από αυτή μέχρι τις 9-4-1998, 30-10-1997 και 13-5-1991, αντίστοιχα, οπότε αποχώρησαν λόγω συμπληρώσεως του προβλεπόμενου από το άρθρο 19 παρ. 1 του ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίου ηλικίας και συνταξιοδοτήθηκαν.

Η αναιρεσείουσα εταιρεία, με βάση το επιχειρησιακό της σχέδιο, που απέβλεπε στο διοικητικό και οργανωτικό εκσυγχρονισμό της, προέβη στην παροχή οικονομικού κινήτρου σε όσους υπαλλήλους της, που θεμελίωναν δικαίωμα συνταξιοδότησης, αποχωρούσαν από την ενεργό υπηρεσία. ΄Ετσι εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 2122/7-6-198 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, που ορίζει ότι το προσωπικό που απολύεται λόγω συνταξιοδότησης λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές τριών (3) μηνών.

Τούτο περιελήφθη ως όρος (υπ΄ αριθ. 2) της από 7-3-1990 Ε.Σ.Σ.Ε. για τη ρύθμιση διαφόρων θεμάτων προσωπικού του ΟΤΕ και δεσμεύει τους διαδίκους. Ακολούθως με την υπ΄ αριθ. 2419/2-10-1995 νεότερη όμοια απόφαση χορηγήθηκε πρόσθετη αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές οκτώ (8) μηνών, ως κίνητρο πρόωρης εξόδου για όσους είχαν συμπληρώσει τις προύποθέσεις συνταξιοδότησης.

Περαιτέρω, στον υπ΄ αριθ. 44 παρ. α΄ όρο της από 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ΟΜΕ-ΟΤΕ ορίστηκε ότι στο προσωπικό, που θεμελιώνει δικαίωμα απόλυσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ και των Ε.Σ.Σ.Ε. και απολύεται με αίτησή του, καταβάλλεται πρόσθετη αποζημίωση απολύσεως, ίση με τις τακτικές αποδοχές 4, 6, 8 και 10 μηνιαίων τακτικών μισθών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος από την ημερομηνία υποχρεωτικής απόλυσης λόγων 35ετίας ή ορίου ηλικίας κατά τα ισχύοντα είναι αντίστοιχα 1, 2, 3, 4 και άνω πλήρη έτη (12μηνα).

Εξάλλου, με τον υπ΄ αριθ. 3 όρο της από 23-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ότι "στο τέλος της παρ. α΄ του άρθρου 44 της από 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Διευκρινίζεται ότι στους ανωτέρω μισθούς δεν περιλαμβάνεται αναλογία των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα, κανονικής αδείας....". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε στη συνέχεια, ότι η ως άνω παροχή αποτελεί πρόσθετη "αποζημίωση απολύσεως" και έτσι εξομοιώνεται ως προς όλες τις συνέπειες με τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως του ν. 2112/1920 και του ν. 3198/1955, δηλαδή και ως προς τον τρόπο υπολογισμού της, δέχτηκε δε περαιτέρω ότι η ως άνω προστεθείσα με τον υπ΄ αριθ. 3 όρο της από 23-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε.

ερμηνευτική διάταξη "είναι ανίσχυρη ως προσκρούουσα στο νόμο, αφού ερμηνεύει, κατά το δοκούν, το δόκιμο όρο του εργατικού δικαίου "τακτικός μισθός", στον οποίο......... συμπεριλαμβάνονται και συνυπολογίζονται τα επιδόματα εορτών και αδείας.......", παρά το ότι η ερμηνευόμενη διάταξη δεν είναι ασαφής, ενώ σε κάθε περίπτωση, και αν υπήρχε ασάφεια στη διάταξη αυτήν, κατά βασική αρχή του εργατικού δικαίου, έπρεπε να ερμηνευτεί υπέρ του εργαζομένου και εις βάρος του εργοδότη.

Δέχτηκε δε τελικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι στην ως άνω πρόσθετη αποζημίωση έπρεπε να συνυπολογιστούν και τα επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας. Κρίνοντας όμως έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις της από 7-3-1990, 10-5-1996 και 23-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε., που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου.

Και αυτό, γιατί κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, η πρόσθετη αποζημίωση, που χορηγήθηκε, ως κίνητρο πρόωρης εξόδου από την αναιρεσείουσα, για όσους είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, θα έπρεπε να υπολογιστεί αποκλειστικά και μόνο με βάση τις τακτικές αποδοχές "των μηνιαίων τακτικών μισθών υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης", στους οποίους όμως, ως εκ του πράγματος, δεν περιλαμβάνεται και η αναλογία των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας, ερμηνευτική εκδοχή που επιβεβαιώθηκε και από την πράγματι ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχουσα αναδρομική ισχύ διάταξη του όρου 3 της από 23-5-1996 Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω πρόσθετη αποζημίωση απολύσεως δεν ταυτιζόταν και δεν εξομοιωνόταν προς εκείνη που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και το ν. 3198/1955, ακριβώς διότι χορηγήθηκε υπό διαφορετικό σκοπό και προϋποθέσεις.

Μάλιστα, πέραν αυτών, αναφορικά με τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους, όταν αυτοί αποχώρησαν από την εργασία τους ήδη οπωσδήποτε ίσχυε ως προς αυτούς ο τελευταίος όρος της εν λόγω από 23-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. για μη υπολογισμό και των εν λόγω επιδομάτων για την εξεύρεση του ύψους της πρόσθετης αποζημιώσεως απολύσεως.

Επομένως ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.-

3.- Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμο. Περαιτέρω, αφού το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι το αίτημα δικαστικής προστασίας δεν στηρίζεται στο νόμο και για το λόγο αυτόν αναιρεί την απόφαση, δεν συντρέχει περίπτωση να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο ή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ).

Και αυτό γιατί, αφού το αίτημα για δικαστική προστασία δεν είναι νόμιμο και η απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής (άρθρα 559 αριθ. 18, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν απομένει πλέον στάδιο έρευνας και το Πολυμελές Πρωτοδικείο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα πρέπει να δεχτεί κατ΄ ουσίαν την έφεση και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη.

Επομένως, πρέπει, προς οικονομία χρόνου και δαπάνης, το Δικαστήριο τούτο να δικάσει το ίδιο την υπόθεση, να δεχτεί κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και να εξαφανίσει την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση, να απορρίψει την ένδικη από 30-3-2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη (Ολ.

ΑΠ 25/2001, ΑΠ 1979/2006, 628/2006, 520/2003). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα αυτής, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, και για την προκειμένη δίκη, αλλά και για τις δίκες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου), καθώς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο ΄Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Στην περίπτωση, εξάλλου, της υποβολής της αιτήσεως με τις προτάσεις δεν τίθεται ως όρος του παραδεκτού αυτής η κατάθεση των προτάσεων είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως απαιτείται, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όταν με αυτές προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό ή το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, εφόσον αρκεί οι προτάσεις αυτές να κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε απαιτείται για τη συζήτηση της αιτήσεως η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, γιατί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διατάσσεται για την άρση της αδικίας που έγινε στον αναιρεσείοντα από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε (ΑΠ 1043/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ισχυρίζεται, ότι αυτή σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης υπ΄ αριθ. 410/2000 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία μετά την επικύρωσή της από ήδη αναιρούμενη απόφαση θεωρείται ότι ενσωματώθηκε σ΄ αυτήν, κατέβαλε για κεφάλαιο και τόκους που επιδικάστηκαν, καθώς και για δικαστική δαπάνη α) στον πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 3.254,61 ευρώ, β) στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 3.924,15 ευρώ και γ) στον τρίτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 1.345,90 ευρώ και ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια αυτήν εκτέλεση της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως με την επιστροφή από κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους του πιο πάνω χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε σ΄ αυτόν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα εκ μέρους της αναιρεσείουσας, στα οποία περιλαμβάνεται και το περιεχόμενο σχετικών εγγράφων αποδείξεων καθενός από τους αναιρεσιβλήτους τα οποία επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη λόγω της τηρήσεως εδώ της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ.

ΚΠολΔ), (εφόσον η απόφαση, με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, έχει εκδοθεί κατά την εν λόγω ειδική διαδικασία), αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης υπ΄ αριθ. 410/2000 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, (η οποία μετά την επικύρωσή της από την ήδη αναιρούμενη απόφαση ενσωματώθηκε σ΄ αυτήν), κατέβαλε για κεφάλαιο και τόκους που επιδικάστηκαν, καθώς και για δικαστική δαπάνη α) στον πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 3.254,61 ευρώ, β) στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 3.924,15 ευρώ και γ) στον τρίτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 1.345,90 ευρώ.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η πιο πάνω αίτηση και να υποχρεωθεί κάθε ένας αναιρεσίβλητος να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό που καταβλήθηκε σ΄ αυτόν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως (ΑΠ 220/1992, 1451/1991).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 783/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Δέχεται κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄ αριθ. 410/2000 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών και εξαφανίζει την απόφαση αυτήν.-

Απορρίπτει την από 30-3-2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.-

Διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης υπ΄ αριθ. 410/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών.-

Υποχρεώνει α) τον πρώτο αναιρεσίβλητο (..... ) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα τεσσάρων και 61/100 (3.254,61) ευρώ, β) το δεύτερο αναιρεσίβλητο (.... ) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι τεσσάρων και 15/100 (3.924,15) ευρώ και γ) το τρίτο αναιρεσίβλητο (..... ) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των χιλίων τριακοσίων σαράντα πέντε και 90/100 (1.345,90) ευρώ, όλα δε αυτά τα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως και μέχρι την εξόφληση.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ