Legislator Case Law & Legislation
682/2006 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on interest calculation error and insufficient reasoning regarding partners' lost profits.

Case Number 682/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a partnership dispute. The appellants argued the lower court erred in calculating interest start dates and provided insufficient reasoning on lost profits. The court found the interest calculation error admissible but rejected the claim regarding the reasoning on lost profits as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal is partially admissible when the lower court misapplies substantive law on interest accrual but correctly reasons on other claims, resulting in remittal of the disputed portion.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal reasoning interest calculation partnership law partial remittal legal error court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 340 and 345 of the Civil Code
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 13/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 682 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 682/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Μ. του Ν. και 2. Φ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ψαρουδάκη και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουλίου 2000 κύρια αγωγή και την από 21 Φεβρουαρίου 2001 παρεμπίπτουσα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5112/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4187/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 30 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογία η μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο τη αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για το λόγο ότι η απόφαση του Εφετείου δεν έχει αιτιολογίες άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι της απώλειας διαφυγόντων κερδών ομορρύθμων εταίρων με το αυτό ποσοστό (48%) της εταιρίας με την επωνυμία "...

ΟΕ". 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Κατά μήνα Φεβρουάριο 1997 η πρώτη και ο τρίτος των εναγόντων με τον πατέρα τους Ν. Μ. είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ" με έδρα την Αθήνα (Πανεπιστημίου αρ.61) και σκοπό της εμπορία ωρολογίων, κοσμημάτων, ασημικών και ειδών δώρων, καθώς και την επισκευή αυτών με ποσοστό συμμετοχής 48% καθένας από τους πρώτη και τρίτο ενάγοντες και 4% ο Ν.

Μ. (βλ. το με ημερομηνία 1-2-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομορρύθμου εταιρείας το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αυξ. αρ…50/28-2-1997. Στην εταιρεία αυτή η πρώτη και ο τρίτος των εναγόντων προσέφεραν την προσωπική τους εργασία, όπως καταθέτει ο μάρτυρας αποδείξεως Ν.

Μ., πατέρας τους και ομόρρυθμος εταίρος της ανωτέρω εταιρείας, λόγω δε της εν συνεχεία στρατεύσεως του τρίτου ενάγοντος ως εφέδρου ανθυπολοχαγού, η πρώτη ενάγουσα προσέφερε την εργασία της κατά τις πρωϊνές μέχρι το μεσημέρι ώρες, ενώ ο τρίτος ενάγων τις απογευματινές ώρες αφού είχε τελειώσει την υπηρεσία του στη στρατιωτική του μονάδα και ως έφεδρος αξιωματικός μπορούσε καθημερινώς να εξέρχεται από αυτήν.

Εξαιτίας του ανωτέρω τραυματισμού τους η μεν πρώτη ενάγουσα δεν μπόρεσε να εργασθεί στην επιχείρηση επί ένα μήνα (βλ. κατάθεση μάρτυρα) ενώ τους επόμενους 3 μήνες εργάσθηκε μερικώς ο δε τρίτος ενάγων δε μπόρεσε να εργασθεί επί 10 μήνες ενώ τους επόμενους μήνες μέχρι τη σύνταξη της αγωγής, εργάσθηκε μερικώς. 'Ετσι τα κέρδη της εταιρείας μειώθηκαν.

Κατά το χρονικό διάστημα των 4 πρώτων μηνών (7-9-1997 έως 7-1-1998) καθένας από τους ενάγοντες απώλεσε το ποσό των 400.000 δραχμων μηνιαίως το οποίο θα αποκόμιζε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν δεν ελάμβανε χώρα το ατύχημα και οι ανωτέρω ενάγοντες εργάζονταν κανονικά. Συνολικά καθένας των εναγόντων ζημιώθηκε στο διάστημα αυτό κατά το ποσό των 1.600.000 δραχμών (4 μήνες Χ 400.000 δρχ.).

Τους επόμενους 10 μήνες κατά τους οποίους μόνο ο τρίτος ενάγων δεν εργάσθηκε καθόλου (η πρώτη ενάγουσα εργάστηκε μερικώς), η απώλεια της μεν πρώτης ενάγουσας περιορίζεται στο ποσό των 100.000 δραχμών μηνιαίως και στο συνολικό ποσό του 1.000.000 δραχμών (100.000 δρχ. Χ 10 μήνες) ενώ η απώλεια του τρίτου ενάγοντος υπολογίζεται στο ποσό των 300.000 δραχμών μηνιαίως και στο συνολικό ποσό των 3.000.000 δραχμών (300.000 δρχ.

Χ 10 μήνες). Κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής (4-7-2000) δηλ. για 20 μήνες μόνο ο τρίτος ενάγων ο οποίος εργαζόταν πλέον μερικώς είχε απώλεια εισοδήματος υπολογιζόμενη σε 100.000 δραχμές μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 2.000.000 δραχμών (100.000 δρχ. Χ 20 μήνες). Συνολικά η μεν πρώτη ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 2.600.000 (1.600.000 + 1.000.000) δραχμών ενώ ο τρίτος ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 6.600.000 (1.600.000+ 3.000.000 +2.000.000) δραχμών.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστηριο το οποίο επιδίκασε στους ενάγοντες αυτούς μεγαλύτερο ποσό (11.400.000 δραχμές) έσφαλε. Περαιτέρω μείωση δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί το επιπλέον αιτούμενο για την ανωτέρω αιτία σχετικό κονδύλιο της αγωγής. Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο αφού δέχθηκε ως ουσία βάσιμο λόγο εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η απόφαση έχει επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, δεν συνιστά δε αντίφαση η επιδίκαση διαφορετικού ποσού δι'απώλεια εισοδήματος κατά το χρόνο της μερικής ανικανότητος των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων προς εργασία.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 9 ΚΠολΔ για το λόγο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, με το να επιδικάσει τόκους από της επιδόσεως της επίδικης αγωγής ήτοι από 4ης Ιουλίου 2000 και όχι από της επιδόσεως της πρώτης αγωγής (22-07-1998) η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη και προκειμένη περίπτωση επανασκήθηκε εμπρόθεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: να γίνει δεκτή εν μέρει η από 4-7-2000 αγωγή ως προς την πρώτη και τρίτο ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στην πρώτη το ποσό των 2.600.000 δραχμών (7.630,26 ευρώ) και στον τρίτο το ποσό των 6.600.000 δραχμών (19.369,04 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Από την επιτρεπτώς γενομένη επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες επανάσκησαν την αγωγή τους όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος εκ της ανικανότητος αυτών προς εργασία συνεπεία του εκ του αυτοκινητικού ατυχήματος τραυματισμού τους και ζήτησαν την καταβολή των αναφερομένων ποσών από την επίδοση της πρώτης αγωγής (η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 1752/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου) ήτοι από 22 Ιουλίου 1998.

Συνεπώς το Εφετείο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 340 και 345 ΑΚ και τούτο διότι η επίδοση της αγωγής αποτελεί όχληση του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του με αποτέλεσμα να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας (Ολ.ΑΠ 13/1994) και πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσία βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως όπως αυτός εκτιμάται.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι μόνο ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της (άρθρο 580 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ.) στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 4187/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ