Supreme Court dismisses appeal on separation pay, rejecting argument that 2000 euro cap does not apply to retirement cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment awarding separation pay to an employee retiring from Crown Hellas. The appellant argued the 2000 euro cap in Law 4093/2012 did not apply to retirement cases and that the appellate court erred by applying both the old collective agreement and the new law. The court rejected these claims, ruling that the cap applies to all separation cases including retirement and that the lower court correctly applied the more favorable collective agreement terms without violating the principle of unity of remuneration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The 2000 euro cap on separation pay established by Law 4093/2012 applies to all employees leaving employment, including those retiring, and the lower court's application of the more favorable collective agreement terms was not a violation of the principle of unity of remuneration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 681 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 681/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CROWN HELLAS CAN-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 63/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 127/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2023 αίτησή της και τους από 28-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 23-10-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 56/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμ. 127/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 14-5-2019 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 96/319/2019)έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία ,αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ.63/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 28-3-2018 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 98/ΠΔ98/2018) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 24.775,59 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 9.10.2017 ,ως διαφορά οφειλόμενης αποζημίωσης αποχώρησης από την εργασία, λόγω συνταξιοδότησης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση αυτής, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ.2β του Ν.4842/2021, ως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Κατά δε το άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ1376/2022, 506/2021,824/2018,866/2017). Αν η τελευταία (30η) ημέρα πριν από τη δικάσιμο (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο ή επίσημη αργία δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ) ( ΑΠ 1376/2022, 506/2021,824/2018).
Στη προκειμένη περίπτωση ,από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το δικόγραφο των από 28-01-2025 (αριθμ.έκθ.κατάθ.13/2025) πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-01-2025 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 30-1-2025 (βλ. την με αριθμ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Περιφέρειας Εφετείου Ναυπλίου Γ. Β.),δηλαδή είκοσι εννέα (29) ημέρες πριν από τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ημέρα Τρίτη, ήτοι εκπροθέσμως, αφού δεν υπολογίζονται η ημέρα επίδοσης (30.1.2025), η ημέρα συζήτησης (4.3.2025) καθώς οι προηγούμενες της συζήτησης ημέρες αργίας της 3.3.2015 (Καθαρά Δευτέρα), 2.3.2025 (Κυριακή) και 1.3.2025 (Σάββατο) που είναι ημέρες αργίας για το Δημόσιο εν γένει (άρθρο 1 παρ.11 και 12 ν.1157/1981,ΦΕΚ Α 126). Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης.
H επιχειρησιακή συνήθεια, δηλ. η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο της επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθρο 361 ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζόμενους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση (ΑΠ 768/2024,1566/2021, 1449/2019, 1245/2019, 1402/2017, 48/2015). Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα (άρθρο 361 ΑΚ).
Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών και κατά συνέπεια η από τον εργοδότη, κατ' ενάσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ. 7 Ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζόμενου, ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής. Επομένως και κατ' αντίθεση, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 768/2024, 1566/2021, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 1245/2019). Οι οικειοθελείς παροχές δυνατόν να αφορούν και στην καταβολή ποσού αποζημιώσεως κατά την αποχώρηση του μισθωτού μεγαλύτερου του νόμιμου (Ολ ΑΠ 26/1992, ΑΠ 768/2024, ΑΠ 1245/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν. 3239/ 1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ και επανέλαβε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις", οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ). Και τούτο, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας, έτσι ώστε με τις ατομικές συμβάσεις να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση [ Ολ ΑΠ 5/2011, ΑΠ 768/2024, ΑΠ 26/2007].
Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων. Εν τούτοις, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, κατά το συσχετισμό μιας ΣΣΕ ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής σύμβασης ή γενικότερα κατά το συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα. Με την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους, ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/2011). Ειδικά, όσον αφορά στη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 768/2024, 557/2020, ΑΠ 226/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Προϋπόθεση αυτού του λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή ή ένσταση) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997).
Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους - αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, 9/2016, 1/1999).
Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 619/2022, 455/2020).
Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, τα ακόλουθα: [.....] Ο ενάγων, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ,απασχολούνταν στην εναγόμενη από 26/07/1976 έως τις 09/10/2017 αρχικά ως βοηθός λιθογράφου και στη συνέχεια ως λιθογράφος οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας κατά την αποχώρηση του ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 72.775,56 ευρώ.
Οι δε μικτές μηνιαίες αποδοχές του κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ανέρχονταν στο ποσό των 3.483,97 ευρώ. Στην από 14/06/2004 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρίας και του σωματείου των εργαζομένων της τελευταίας, του οποίου ο ενάγων ήταν μέλος, η οποία ουδέποτε τροποποιήθηκε από μεταγενέστερη ΣΣΕ, προβλέφθηκε ειδικός όρος ως εξής: "3.
Σε περίπτωση που ο μισθωτός έχει συμπληρώσει το δικαίωμα συνταξιοδότησής του (σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία ως προς το χρόνο ασφαλίσεως), είτε αποχωρήσει οικειοθελώς λόγω συνταξιοδότησης, είτε καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του λόγω συμπλήρωσης του χρόνου συνταξιοδότησής του θα δικαιούται το 100% της αποζημίωσης καταγγελίας".
Ακολούθως η εναγόμενη σε εφαρμογή αυτής της ΣΣΕ σε όλες τις περιπτώσεις απολυθέντων ή αποχωρούντων από αυτή με συνθήκες συνταξιοδότησης, κατέβαλε αποζημίωση στο 100% και όχι μειωμένη στο 40% ή 50% όπως ορίζει το άρθρο 8 εδ. β ν.3198/1955 ,αφού η ΣΣΕ καθιέρωνε ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους ρύθμιση.
Περαιτέρω ,όπως συνομολογεί και η εναγόμενη και μετά την ισχύ ν.4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012 δυνάμει των οποίων υποχρεωτικά καταγγέλθηκαν οι ΣΣΕ και η ως άνω πρόβλεψη της από 14/06/2004 ΣΣΕ απώλεσε τον κανονιστικό της χαρακτήρα , λόγω συνέχισης της γενικευμένης εφαρμογής της από την εναγόμενη εταιρία επί μακρό χρονικό διάστημα σε όλο το προσωπικό που έκτοτε απολυόταν ή αποχωρούσε με συνθήκες συνταξιοδότησης, διαμορφώθηκε με τον τρόπο αυτό αντίστοιχη επιχειρησιακή συνήθεια, αποτελώντας πλέον όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της.
Συνεπώς, υφίστατο συμβατική υποχρέωση της εναγόμενης εταιρίας να καταβάλει σε όσους απολύονταν ή αποχωρούσαν με συνθήκες συνταξιοδότησης το 100% της οφειλόμενης αποζημίωσης και όχι το 40 ή 50% αυτής, όπως ορίζει το άρθρο 8 εδ. β Ν .3198/1955. Ακολούθως δεδομένου ότι ο ενάγων είχε διανύσει συνολική προϋπηρεσία στην εναγόμενη εταιρία που υπερέβαινε τα 17 έτη, συμπληρωμένη προϋπηρεσία στις 12/11/2012 ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Ν.4093/2012 σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και ενόψει του ότι επρόκειτο για απόλυση λόγω συνταξιοδότησης ,η αποζημίωση που έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα, κατά τα προαναφερόμενα απαρτιζόταν από δύο μέρη :
α) από ένα μέρος 12 μηνιαίων τακτικών αποδοχών, δηλαδή 3.483,97 ευρώ (μηνιαίες τακτικές αποδοχές) + 1/6Χ3.483,97=3.483,97+580,66 =4.064,63 ευρώ Χ12 μήνες =48.775,579 ευρώ και β) από ένα δεύτερο μέρος άλλων 12 μηνιαίων τακτικών αποδοχών, δηλαδή ποσού 48.775,579 ευρώ και συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 97.551,158 ευρώ ,πλην όμως η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των 72.775,58 ευρώ.
Για δε τον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα εργασίας του ενάγοντος ,έστω και εάν αυτές υπερβαίνουν το όριο των δύο χιλιάδων (2.000)ευρώ, καθόσον στην διάταξη του Ν. 4093/2012 διατυπώνεται από το νομοθέτη ρητή εξαίρεση ως προς τους απολυθέντες ή αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης, [...], αλλά και την υπ' αριθμόν ....2012 εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι γίνεται πρόβλεψη στις ανωτέρω διατάξεις, όσον αφορά την πρόσθετη αποζημίωση, υπολογιζόμενη επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου μήνα πριν την αποχώρηση ή την απόλυση, για τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης για το 40% ή 50% της αποζημίωσης αυτής,όπως ορίζει το άρθρο 8 εδ.β ν.3198/1955, ενώ ο ενάγων δυνάμει της ανωτέρω ΣΣΕ δικαιούται το 100% της οφειλόμενης αποζημίωσης ,όπως η σχετική πρόβλεψη είχε αποτελέσει όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας του κατά τα προαναφερόμενα, μετά την ισχύ του ν.4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012.
Και τούτο διότι σε αντίθετη περίπτωση θα επέρχονταν καταστρατήγηση της ανωτέρω πρόβλεψης, που έχει αποτελέσει συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, αφού αν λάμβανε χώρα υπολογισμός της αποζημίωσης που ο ενάγων δικαιούται ως απόρροια της παραπάνω ΣΣΕ με βάση το ποσό των 2.000 ευρώ ουσιαστικά δεν θα εφαρμόζονταν ,ενώ θα έρχονταν σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στην ανωτέρω διάταξη για τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης.
Και δη αν δεν υφίστατο αυτή η πρόβλεψη περί καταβολής του 100% της αποζημίωσης, που αποτελεί συμβατική υποχρέωση της εναγόμενης ,ο ενάγων θα λάμβανε το 50% της πρόσθετης αποζημίωσης με βάση τις τελευταίες τακτικές μηνιαίες αποδοχές ποσού 3.483,97 ευρώ της αποζημίωσης αυτής,ενώ τώρα που η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το 100% της αποζημίωσης υπολογίζει με βάση αυτή με βάση το ποσό των 2.000 ευρώ, που ισχύει όμως για τους εργαζόμενους που δεν αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω εφαρμόζεται και στη συγκεκριμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β ν.3198/1955 ως προς τον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης του ενάγοντος με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα εργασίας του , δεδομένου και ότι υφίσταται [....] συμβατική δέσμευση της εναγόμενης περί καταβολής του 100% της αποζημίωσης αντί της προβλεπόμενης περί καταβολής του 40% ή 50% της αποζημίωσης και χωρίς να υφίσταται πρόβλεψη και ή να καθίσταται ανεφάρμοστη η ως άνω διάταξη κατά το μέρος που προβλέπει υπολογισμό αυτής με βάση τις τελευταίες τακτικές μηνιαίες αποδοχές του αποχωρούντος εργαζόμενου λόγω συνταξιοδότησης.
Και τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από την εναγόμενη με την κρινόμενη έφεση περί υπολογισμού της πρόσθετης αυτής αποζημίωσης του ενάγοντος με βάση το ποσό των 2.000 ευρώ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα[....]. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο , ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις, με το να δεχτεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ,αλλά ούτε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, του άρθρου Πρώτου Παράγραφος ΙΑ, Υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του Ν. 4093/2012 και του όρου Γ3 της από 14.6.2004 Επιχ.
Σ.Σ.Ε., όπως αβασίμως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, το Εφετείο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, έκρινε, ότι εν προκειμένω, με βάση αρχικά την από 14.6.2004 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. (από το έτος 2004) και στη συνέχεια με βάση επιχειρησιακή συνήθεια, που πλέον αποτελούσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας, από το έτος 2012 και εντεύθεν (μετά τη λήξη της ισχύος της από 14.6.2004 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας), καταβάλλονταν στους συνταξιοδοτούμενους - εργαζόμενους στην επιχείρηση της εναγόμενης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, το 100% της αποζημίωσης καταγγελίας, με βάση τις πλήρεις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα εργασίας, στο σύνολο αυτών των αποδοχών, χωρίς κανένα πλαφόν, αφού το πλαφόν των 2.000 ευρώ, που θεσπίσθηκε με την παράγραφο ΙΑ, υποπαρ.
ΙΑ.12 παρ. 3 του Ν. 4093/2012, δεν εφαρμόζεται στους απολυθέντες ή αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι εν προκειμένω ισχύει η ανωτέρω επιχειρησιακή συνήθεια και όχι οι διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 και του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ, Υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του Ν. 4093/2012.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης των άρθρων 690 ΑΚ και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, διότι η αναιρεσιβαλλομένη όλως αντιφατικά, εσφαλμένα και κατά παράβαση της αρχής της ενότητας των αποδοχών, εφάρμοσε ταυτόχρονα και τα όσα ευνοϊκά ορίζονται στην επιχειρησιακή ΣΣΕ και τα όσα ευνοϊκά ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου πρώτου παράγ.
ΙΑ, υποπαράγ. ΙΑ.12 του ν. 4093/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 εδ. β' του ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσιβαλλομένη προέβη στην ταυτόχρονη εφαρμογή δύο ευνοϊκών ρυθμίσεων, προερχομένων από δύο διαφορετικές πηγές διαμόρφωσης της αποζημίωσης των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως από την εναγομένη - αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία.
Και τούτο διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας, η αναιρεσίβλητη εφάρμοζε και μετά τη λήξη της κανονιστικής ισχύος των όρων της επιχειρησιακής σ.σ.ε., τον όρο Γ3 της τελευταίας, χωρίς το πλαφόν των 2.000 ευρώ, που ορίζεται στην παράγρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος και η υποβαλλόμενη, με το ίδιο δικόγραφο της αναίρεσης, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και συγκεκριμένα στην κατάσταση που υπήρχε πριν την καταβολή του ποσού των 5.000 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα κατέβαλε προς συμμόρφωση με το διατακτικό της πρωτόδικης με αριθμό 63/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, πρέπει ν' απορριφθεί μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.10.2023(αριθμ. έκθ. κατάθ. 56/2023) αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 127/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τους από 28-1-2025 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 13/2025) πρόσθετους λόγους αυτής.
Απορρίπτει τη, δια του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, υποβληθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ